Help/isasgggak

From MacariusOfEgypt
Jump to: navigation, search

Template:Copyright== *** == Template:Κεφαλίδα



Contents

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Α΄:

ΓΡΑΦΕΙΣΑ ΠΡΟΣ ΤΙΝΑ ΑΔΕΛΦΟΝ ΑΓΑΠΩΝΤΑ ΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑΝ

Διότι γνωρίζω σε αγαπώντα την ησυχίαν και συμπλέκει σε ο διάβολος εν πολλοίς, προφάσει του αγαθού, ότι γνωρίζει το θέλημα της διανοίας σου, έως αν διασκέ­δαση σε και εμποδίση εκ της αρετής της περιεκτικής των πολλών τρόπων των αγαθών, ώ αδελφέ αγαθέ, ώσπερ μέλος προς το ομόζυγον αυτού αντιλαβέσθαι του πόθου σου του αγαθού εν τω λόγω της ωφελείας, εμερίμνησα ποιήσαι α παρά των σο­φών ανδρών εν τη αρετή και από των γραφών και παρά των πατέρων και εκ της πείρας εκτησάμην αυτά.

Εαν γαρ μη καταφρονήση άνθρωπος των τιμών και των ατιμιών και υπομείνη υπέρ της ησυχίας όνειδος και μυκτηρισμόν και ζημίαν, έως και τυπτήματα, και γένηται κατάγελως και νομισθή μωρός και λήρος παρά των θεωρουντων αύτον, ου δύναται υπομείναι εν τω αγαθώ της ησυχίας σκοπώ.

Διότι, εάν προσάπαξ ανοίξη την θύραν ταίς αιτίαις ο άνθρωπος, ουχ ησυχάζει ο διάβολος επάγων αυτώ τινας δια πολλών προ­φάσεων μετά συνεχών απαντήσεων των αναριθμήτων.

Δια τούτο, ώ αδελφέ, εάν αγαπάς εν ακριβεία την αρετήν της ησυχίας, της μη εχούσης διασκεδασμόν και εκπηδασμόν και διακοπήν εν μέσω αυτής, εν η ενίκησαν οι αρχαίοι, ούτως ευρήσεις τελειώσαι την επιθυμίαν σου την επαινουμένην, ηνίκα ομοιώθης τοις πατράσι σου και λάβης εν τη διανοία σου την δήλωσιν του βίου αυτών, οίτινες ηγάπησαν την τελείαν ησυχίαν και ουκ εμερίμνησαν στήσαι την αγάπην των ιδίων αυ­τών ή εζήτησαν απλώσαι εαυτούς προς ανάπαυσιν αυτών, ουδέ ηδέσθησαν φυγείν εκ της απαντήσεως των οιομένων είναι τιμίων.

Και ούτοι ούτως ήσαν οδεύοντες και ουχ ως καταφρονούντες των αδελφών παρά τοις σοφοίς και γνωστικοίς εκρίνοντο, ουδέ ως περιφρονούντες ή αμελούντες ή υστερούντες εν διακρίσει.

Καθάπερ ερρέθη τινι αυτών απολογία τιμώντι την ησυχίαν και την υποχώρησιν μάλλον της απαντήσεως των ανθρώπων Άνθρωπος, φησίν, ός μανθάνει εν πείρα την γλυκύ­τητα της ησυχίας εν τω κελλίω αυτού, ουχ ως καταφρονών του πλησίον φεύγει την απάντησιν αυτού, αλλά δια τον καρπόν, όν τρυγά εκ της ησυχίας.

Πως έφευγεν ο αββάς, φησίν, Αρσένιος και ουκ ανεπαύετο απαντήσαί τινι, ο δε αββάς Θεόδωρος υπήντα μεν, αλλ' ως ρομφαία ην η απάντησις αυτού; Όμως ουδέ ασπασμόν ησπάζετο τίνα, όταν ηυρίσκετο έξωθεν του κελλίου αυτού.

Ο δε άγιος Αρσένιος ουδέ τον ερχόμενον προς αυτόν προς ασπα­σμόν ησπάζετο.

Εν καιρώ γαρ τις των πατέρων απήλθε θεάσασθαι τον αββάν Αρσένιον και ήνοιξεν γέρων δοκών, ότι αυτός εστίν ο διακονητής αυτού και ότε εθεάσατο αυτόν τις εστίν, έρριψεν εαυτόν επί πρόσωπον και πολλά παρακληθείς υπ' αυτού αναστήναι και ευλογηθήναι υπ' αυτού και απελθείν, παρητήσατο ο άγιος λέγων, ου μη αναστώ, έως αν απέλθης.

Και ουκ ανέστη, έως ου απήλθε.

Και τούτο εποίει ο μακάριος, ίνα μη δω αυτοίς προσάπαξ χείρα και πάλιν στραφώσι προς αυτόν.

Όρα το ακόλουθον του λόγου, ίνα μη είπης, ίσως δια την ελαχιστίαν αυτού κατεφρόνησεν αυτού ή τινος άλλου, και άλλον δια την τιμήν αυτού επροσωπολήπτει και συνωμίλει αυτώ, άλλ' εξ ίσης εκτήσατο φυγήν από πάντων των μικρών και των μεγάλων.

Έν είχεν εν τοις οφθαλμοίς αυτού, καταφρονείν της απαντήσεως αυτών όπερ της ησυχίας, τον μέγαν τε και τον μικρόν, και βαστάσαι την μέμψιν αυτών επάνω αυτού εκ πάντων, υπέρ της τιμής της ησυχίας και της σιωπής.

Επιστάμεθα γαρ, ως απήλθε προς αυτόν ο μακάριος Θεόφιλος ο αρχιεπίσκοπος, έχων μεθ' εαυτού και τον κριτήν της χώρας προς τιμήν και προς επιθυμίαν της θεωρίας του αγίου.

Ότε δε εκάθισε προς αυτούς, ουδέ προς λόγον μικρόν ανέπαυσεν αυτούς δια την τιμήν αυτών, καίπερ επιθυμούντας πλείστα ακούσαι του λόγου αυτού.

Και ότε παρεκάλεσεν αυτόν ο αρχιεπίσκοπος περί τούτου, ησύχασε μικρόν ο καλόγηρος, και μετά τούτο λέγει' Και εάν είπω υμίν, φυλάττετε; Και ωμολόγησαν λέγοντες, Ναί, Και είπεν αυτοίς ο γέρων Όπου ακούσετε, ότι εστίν ο Αρσένιος, μη εγγίσητε εκείσε.

Είδες το θαυμαστόν του γέροντος; είδες καταφρόνησιν της συντυχίας των ανθρώπων; Ούτος ο τρυγήσας τον καρπόν της ησυ­χίας.

Και ουκ ελογίσατο ο μακάριος, ότι ανήρ εστί καθολικός και κεφαλή της Εκκλησίας, αλλά τούτο διενοήσατο, ότι εγώ προσάπαξ απέθανον τω κόσμω.

Τι ωφελεί ο νεκρός τους ζώντας; Και εμέμψατο αυτόν ο αββάς Μακάριος μέμψιν πεπληρωμένην αγάπης, λέγων 'Τί φεύγεις εξ ημών;' Και απελογίσατο ο γέρων απολογίαν θαυμαστήν και αξιέπαινον, λέγων.

Ό Θεός οίδεν, ότι αγαπώ υμάς, άλλ' ου δύναμαι είναι μετά του Θεού και μετά των ανθρώπων.

Και την γνώσιν ταύτην την θαυμαστήν, ουχ ετέρωθεν, άλλ' εκ της θεϊκής φωνής εξέμαθεν Αρσένιε*, γαρ φησι, φεύγε τους ανθρώπους, και σώζη'.

Μηδείς άνθρωπος των αργών και αγαπώντων τάς συντυχίας αναιδευθή και αναλύση ταύτα εν τη καταστροφή των λόγων αυτού και λαλήση κατέναντι τούτων, ότι ανθρώπινον εύρημα εστίν εν τη αφορμή της ησυχίας ευρεθέν διότι διδαχή εστίν ουράνιος.

Και ίνα μη νομίσωμεν, ότι τούτο ερρέθη αυτώτου φυγείν και εξελθείν εκ του κόσμου, αλλά μη εξίσης και εκτων αδελφών φυγείν, μετά το καταλιπείν αυτόν τον κόσμον καιελθείν και οικήσαι την λαύραν, πάλιν ηύξατο τω Θεώ, πώς κα­λώς ζήσαι δυνηθή, Κύριε, φησίν, οδήγησον με πώς σωθώ.

Και εδόκει, ότι άλλο τι μέλλει ακούσαι.

Και φωνής δεσποτικής πάλιν ήκουσεν εκ δευτέρου της αυτής Αρσένιε, φεύγε, σιώπα, ησύχαζε.

Και εάν, φησί, πολύ ωφελή η θέα και η ομιλία των αδελφών, αλλ' ούτως ουκ ωφελεί σοι το συντυχείν αυτοίς, ως το φυγείν εξ αυτών.

Και ως εδέξατο ταύτα ο μακάριος Αρσένιος εν αποκαλύψει τη θεϊκή, ως ην εν τω κόσμω και επετράπη φυγείν και μετά των αδελφών δε πάλιν γενομένω το αυτό ερρέθη αυτώ, τότε εβεβαίωσε και έγνω, ότι ουκ αρκεί αυτώ εις κτήσιν ζωής αγαθής το φυγείν μόνον από των κοσμικών, άλλ' επίσης εκ πάντων.

Μη γαρ δύναται τις αντιστήναι και ειπείν προς την θείαν φωνήν; Και τω θείω δε Αντωνίω ερρέθη εν αποκαλύψει «Εάν θέλης»', φησίν, «ησυχάσαι, ουχί μόνον εις Θηβαΐδα απέλθης, αλλά και εις την εσωτέραν έρημον».

Εάν ουν ο Θεός επιτρέπη ημίν φυγείν εκ πάντων, και ούτως αγαπά την ησυχίαν, οπόταν υπομείνωσιν εν αυτή οι αγαπώντες αυτόν, τις εστίν ο προφασιζόμενος προφάσεις, παραμένειν τη συντυχία και τω πλησιασμώ των ανθρώπων; Εάν δε τω Αντωνίω και τω Αρσενίω ωφέλιμος η φυγή και η φυλακή, πόσω μάλλον τοις ασθενέσι; Και εάν τούτους, ων ο κόσμος όλος έχρηζε και του λόγου και της θέας και της βοηθείας αυτών, ετίμησεν ο Θεός του είναι αυτούς εν ησυχία, πλέον της αντιλήψεως πάσης της αδελφότητος, μάλλον δε της ανθρωπότητος, πόσω μάλλον τω μη δυναμένω εαυτόν φυλάξαι καλώς; Οίδαμεν και άλλον τινά των αγίων, ότι ο αδελφός αυτού ησθένει και ην κεκλεισμένος εν άλλω κελλίω και ότε κατεκράτησε την συμπάθειαν αυτού εν όλη τη αρρωστία αυτού και ουκ εξήλθε θεάσασθαι αυτόν, εν τω καιρώ της εξόδου αυτού εκ του βίου έπεμψε, λέγων αυτώ Ει και ουκ ήλθες προς με έως άρτι, αλλά νυν ελθέ, και ιδώ σε προ του εξελθείν με του κόσμου, ή καν εν νυκτί, όπως ασπάσωμαι σε και αναπαύσωμαι.

Και ουκ επείσθη ο μακάριος ουδέ εν τη ώρα εκείνη, εν η είωθεν η φύσις συμπάσχειν αλλήλοις και υπερβαίνειν τον όρον του θελήματος, αλλ' είπεν, εάν εξέλθω, ου καθαρισθήσομαι εν τη καρδία μου ενώπιον του Θεού, ότι τους πνευματικούς αδελφούς ημέλησα επισκέψασθαι, την φύσιν δε ετίμησα πλέον του Χριστού.

Και απέθανεν ο αδελφός αυτού και ουκ είδεν αυτόν.

Μηδείς ουν εν ραθυμία των λογισμών προφασίσηται, ως αδύνατα είναι και κατάλυση αυτά και κατάργηση την ησυχίαν αυτού, αθετήσας την περί αυτόν του Θεού πρόνοιαν.

Και εάν την φύσιν την ούτως ισχυράν ενίκησαν οι άγιοι, και ο Χριστός ηνίκα τα τέκνα αυτού αμελούνται, αγαπά ότε τιμάται η ησυχία, ποία ανάγκη άλλη δύναται γενέσθαι σοι, μη δυναμένη καταφρονηθήναι υπό σου, ηνίκα εμπέσης εν αυτή; Η εντολή εκείνη η λέγουσα, «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου, πλέον όλου του κόσμου και της φύσεως και των αυ­τής», ούτω πληρούται, ηνίκα υπομείνεις εν τη ησυχία σου.

Και η εντολή η λέγουσα περί της αγάπης του πλησίον έσωθεν ταύτης εστί κεκλεισμένη, θέλεις κτήσασθαι την αγάπην του πλησίον κατά την ευαγγελικήν εντολήν εντός της ψυχής σου; Μάκρυνον εαυτόν εξ αυτού, και τότε κατακαίεται εν σοι η έκκαυσις της αγάπης αυτού, και χαρήση επί τη θέα αυτού, ώσπερ επί αγγέλου φωτός, θέλεις πάλιν ίνα διψήσωσί σε οι αγαπώντες σε; Ωρισμέναις ημέραις θέασαι τάς όψεις αυτών.

Ως αλη­θώς η πείρα διδάσκαλος πάντων.

Γίνου υγιής.

Τω δε Θεώ ημών χάρις και δόξα εις τους αιώνας τωναιώνων.

Αμήν.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Β':

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟΝ ΦΥΣΙΚΟΝ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΝ ΠΡΟΤΡΕΠΟΜΕΝΟΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΝΤΑ ΕΝ ΓΡΑΜΜΑΣΙΝ ΕΝΔΗΜΗΣΑΙ ΠΡΟΣ ΑΥΤΟΝ, ΟΙΚΟΥΝΤΑ ΕΝ ΤΩ ΚΟΣΜΩ ΚΑΙ ΔΙΨΩΝΤΑ ΘΕΑΣΑΣΘΑΙ ΑΥΤΟΝ

Ούχ ως αυτός νομίζεις, ημείς δυνατοί εσμέν, ω μακάριε, και ίσως ου γινώσκεις την ασθένειάν μου.

Ευχερής ουν σοι η απώλεια μου, και δια τούτο αιτείς παρ' εμού αεί, ως υπό της φύσεως κατακαιόμενος κατά την συνήθειαν αυτής, όπερ ουκ έδει ημάς μεριμνήσαι και σε εράν.

Τούτο μη αίτησης παρ' εμού μόνον το αναπαύον την σάρκα και το φρόνημα αυτής, ω αδελφέ, αλλά την σωτηρίαν της ψυχής μου περιποίησαι.

Προς μικρόν χρόνον, και παρερχόμεθα εκ του αιώνος τούτου.

Πόσοις προσώποις έχω απαντήσαι όταν έλθω εκείσε, και πόσους τρόπους ανθρώπων και τόπους, έως αν στραφώ εις τον τόπον μου; Και πόσας αιτίας λογισμών δέχεται η ψυχή μου εν τη απαντήσει αυτών, και πόσην σύγχυσιν υπομένει εν τοις πάθεσι τοις εξυπνιζομένοις εν αυτή, εξ ων μικρόν ανεπαύθη; Και ταύτα μεν ουκ αγνοείς.

Βλάπτει γαρ τον μοναστήν η θεωρία των κοσμικών.

Και τούτο συ γινώσκεις.

Και βλέπε πό­σην αλλοίωσιν δέχεται κατά διάνοιαν ο χρόνον πολύν ησυχάζων καθ' εαυτόν, όποτε πάλιν εν τούτοις πέση εξαίφνης, και ορά και ακούει τι παρά το έθος εαυτού.

Εάν δε και η απάντησις των μοναχών βλάπτη τον εν αγώνι όντα και ακμήν πολεμούντα μετά του αντιπάλου αυτού, οπότε ου συμφωνούσι τη καταστάσει αυτού, εννόησον εις ποίον φρέαρ πίπτομεν, ίνα ρυσθώμεν του σκόλοπος του εχθρού ημών, μάλιστα οι εν πολλή πείρα κτησάμενοι επίγνωσιν; Δια τούτο ουν χωρίς ανάγκης ποιήσαι τούτο, μη εξαιτήσης παρ' εμού.

Μη απατήσωσιν ημάς οι λέγοντες, ουδέν βλάψει ημάς εν τινι το ακούσαι και το ιδείν.

Ίσοι γαρ εσμέν εν τη ερήμω και εν τω κόσμω και εν τω κελλίω ημών και ου δεχόμεθα αλλοίωσιν κακήν, ουδέ αισθανόμεθα εν τη απαντήσει των προσώπων και των πραγμάτων της οχλήσεως των παθών.

Οι λέ­γοντες ταύτα, ούτε ει πληγή πλήσσονται γινώσκουσιν.

Ημείς γαρ ακμήν ουκ εφθάσαμεν εις την υγείαν ταύτην της ψυχής.

Έχομεν γαρ τραύματα οζόμενα και εάν αφεθώσι καν μίαν ημέραν ανεπιμέλητα και μη επιδεσμούμενα και μη εμπλασθώσιν εμπλάστροις και μη επιδεσμίοις επισφιγχθώσι, σκωληκιώσιν.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Γ΄:

ΣΤΑΛΕΙΣΑ ΠΡΟΣ ΤΙΝΑ ΑΓΑΠΗΤΟΝ ΑΥΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΔΕ ΕΝ ΑΥΤΗ ΤΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΟΛΛΟΙ ΔΙΑ ΤΟ ΜΗ ΓΙΝΩΣΚΕΙΝ ΑΥΤΑ ΑΜΕΛΟΥΣΙΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑΝ ΤΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΘΑΥΜΑΣΤΗΝ ΚΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΕΚΡΑΤΗΣΑΝ ΤΟ ΚΑΘΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΕΛΛΙΩΝ ΕΚ ΔΙΔΑΧΗΣ, ΤΗΣ ΠΟΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ, ΜΕΤΑ ΣΥΝΤΟΜΟΥ ΣΥΝΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗΣ ΤΗ ΔΙΗΓΗΣΕΙ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ

Αδελφέ, επειδή ηναγκάσθην εκ του οφείλοντας επιστείλαι σοι περί των οφειλομένων εξ ανάγκης, γνωρίζω τη αγάπη σου εν τοις γράμμασί μου κατά την επαγγελίαν ημών την προς σε, ότι εύρον σε εν τη ακριβεία της πολιτείας τεθεικότα εαυτόν, πορευθήναι εν τω της ησυχίας καθίσματι.

Εγώ γούν όπερ ήκουσα εκ των διακριτικών περί της εργασίας ταύτης, ηνίκα κατά διάνοιαν λάβω την συναγωγήν των ρημάτων αυτών μετά πείρας της εγγύθεν, δι' ης εν αυτοίς τοις πράγμασιν εγώ επείρασα, τη μνήμη σου εντυπώ εν συντόμω λόγω, ηνίκα και συ συνεργήσεις σεαυτώ εκ της ομιλίας της επιστολής εν σπουδή τη γινομένη εν σοι.

Διότι εν συνέσει της σοφίας μέλλεις προσεγγίσαι τη αναγνώσει των συναχθέντων λόγων, των εν τη επιστολή ημών ταύτη, έξωθεν της συνή­θους αναγνώσεως, και ως φως τι λαβείν αυτήν εν τη λοιπή αναγνώσει, δια την πολλήν δύναμιν την κεκρυμμένην εν αυτή, ίνα μάθης τι εστί το κάθισμα της ησυχίας και τι εστίν η εργασία αυτής και ποια μυστήρια κέκρυπται εν τη εργασία ταύτη και διατί τίνες την δικαιοσύνην την μεταξύ των ανθρώπων πολιτευομένην σμικρύνουσι και προκρίνουσιν αυτής τάς θλίψεις και τους αγώνας του καθίσματος του ησυχαστικού και μοναστικου βίου.

Εαν θέλης ευρείν ζωήν άφθαρτον εν ταις ημέραις σου ταίς μικραίς, ώ αδελφέ, η είσοδος σου η εν τη ησυχία εν διακρίσει έστω.

Εξέτασον περί της εργασίας αυτής και μη δράμης εξ ονόματος, αλλ’ είσελθε και βάθυνον και αγώνισαι και σπούδασαι φθάσαι μετά πάντων των αγίων τι εστί το βάθος και το ύψος της πολιτείας ταύτης.

Εκάστω γαρ πράγματι των ανθρώ­πων, εν τη αρχή της εργασίας αυτού έως τέλους, τρόπος τις και ελπίς προσδοκάται εκ του έργου του πράγματος, κινούντα την διάνοιαν προς την θέσιν του θεμελίου αυτού.

Και ο σκοπός ούτος κραταιοί την διάνοιαν βαστάξαι την εν αυτώ σκληρότητα και παράκλησίν τίνα λαμβάνει εξ αυτού εν τη θεωρία τη προς αυτόν.

Και ως τις κρατών κρατεί τον νουν εαυτού έως του τέ­λους του πράγματος, ούτω και το τίμιον έργον της ησυχίας λιμήν των μυστηρίων γίνεται τω διακριτικώ σκοπώ, ω τινι προσέχει η διάνοια εκ του πρώτου των δόμων, έως της τελειώσεως της οικοδομής, και εν πάσι τοις έργοις αυτού τοις μακροίς και σκληροίς.

Και κατά τους οφθαλμούς του κυβερνήτου του προσέχοντος τοις άστροις, ούτω προσέχει και ο μοναστής εν τη εσωτέρα θεωρία εις άπαντα τον δρόμον της εαυτού πορείας εν τω σκοπώ, ώ έλαβεν εν τη εαυτού διανοία εν τη ημέρα τη πρώτη, εν η εξέδωκεν εαυτόν πορεύεσθαι εν τη σκληρή θαλάσση της ησυχίας, έως αν εύρη τον μαργαρίτην, δι' δν εαυτόν εξέπεμψεν εις τον πυθμένα τον αψηλάφητον της θαλάσσης της ησυχίας.

Και η προσοχή της ελπίδος κουφίζει αυτόν επάνωθεν του βάρους της εργασίας και της σκληρότητος της πλήρους κιν­ώ δυνών των απαντώντων αυτώ εν τη πορεία αυτού.

Και όστις εν τη αρχή της ησυχίας αυτού ου τίθησι τον σκοπόν τούτον εν εαυτώ, προς την οφειλομένην αυτώ εργασίαν ακρίτως εργάζε­ται, καθώς τις τω αέρι προσπαλαίων.

Και ο τοιούτος ουδέποτε λυτρούται εκ του πνεύματος της ακηδίας εν πάση τη ζωή αυτού.

Και εν εκ των δυο γίνεται αυτώ, ή ότι ουχ υπομένει το βά­ρος το ανυπομόνητον και ηττάται και εξέρχεται εκ της ησυχίας τελείως, ή καρτερεί εν αυτή και οίκος ειρκτής γίνεται το κελλίον αυτώ και τηγανίζεται εν αυτώ, δια το μη γινώσκειν ελπίζειν εις την παράκλησιν την τικτομένην εκ της εργασίας της ησυχίας.

Δια τούτο, ουδέ αιτείν εν πόνω της καρδίας και κλαίειν επί προσευχή εφιέμενος αυτής δύναται.

Περί ων οι πατέρες ημών, οι πεπληρωμένοι ελέους, οι αγαπώντες τους υιούς εαυτών, αφήκαν σημεία εν ταίς γραφαίς εις την χρείαν της ζωής ημών.

Και εις εξ αυτών, είπεν Εμοί μεν κέρδος εκ της ησυχίας εστί τούτο' ηνίκα αποστήσω εμαυτόν από της οικίας εφ' ης κάθημαι, σχολάζει η διάνοια μου από της παρασκευής του πολέμου και στρέφεται εις εργασίαν κρείττονα.

Ομοίως και άλλος Εγώ, έφη, δια τούτο εις την ησυχίαν τρέχω, όπως γλυκανθώσι μοι οι στίχοι της αναγνώσεως και της προσευχής.

Και ηνίκα εν τη ηδονή της κατανοήσεως αυτών η γλώσσα μου σιγήσει, ως εν ύπνω τινι εμπίπτω εις την συστολήν των αισθήσεων μου μετά των νοημάτων μου.

Και πάλιν, όταν εν τω μακρυσμώ τω εν αυτή τη ησυχία γαληνιάση η καρδία μου εκ της ταραχής των μνημών, εξαποστέλλονταί μοι αεί τα κύματα της χαράς, τα εκ των ενθυμήσεων των έσω απροσδοκήτως ερχομένων εξαίφνης εις την τρυφήν της καρδίας μου.

Και ηνίκα ταύτα τω της ψυχής μου προσεγγίσωσι πλοίω, βυθίζουσιν αυτήν εκ των ρημάτων του κόσμου και της ζωής της σαρκός εν τοις θαύμασι τοις αληθινοίς, εν τη ησυχία τη εν Θεώ.

Και έτερος αύθις, η ησυχία, έλεξε, τάς προφάσεις και τάς αιτίας τάς καινουργούσας τους λογισμούς εκκόπτει και έσωθεν των τειχέων αυτής παλαιοί και μαραίνει τάς μνήμας των προλήψεων.

Και όταν παλαιωθώσιν αι ύλαι αι παλαιαί εν τη διανοία, εις την εαυτού τάξιν στρέφεται ο νους, ευθύνων αυτάς.

Και έτερος πάλιν είπε' Τα μέτρα των κρυφίων σου εκ της των νοημάτων σου διαφοράς συνήσεις, των διηνε­κών δε λέγω, ουχί των κινουμένων από του συμβεβηκότος και εν μια ώρα διαπορευομένων.

Ουκ εστί τις σώμα φορών, όστις ουκ απαντά τω εαυτού οίκω απόδημος εκ των δυο αλλοιώσε­ων των αγαθών και των κακών ει μεν εστί σπουδαίος, εκ των ελαχίστων δια την φύσιν (οι πατέρες γαρ των τικτομένων εισί πατέρες).

Ει δε εστί ράθυμος, εκ των υψηλών δια την ζύμην εκείνης της χάριτος, της γενομένης εν τη φύσει ημών.

Και άλλος, έκλεξαι, έφη, σεαυτώ εργασίαν τρυφής, αγρυπνίαν διηνεκή την εν νυξίν, εν η απεδύσαντο οι πατέρες πάντες τον παλαιόν άνθρωπον και ηξιώθησαν του ανακαινισμού του νοός.

Εν ταίς ώραις ταύταις αισθάνεται η ψυχή της ζωής εκείνης της αθανάτου και εν τη αισθήσει ταύτης αποδύεται το ένδυμα του σκότους και υποδέχεται το Πνεύμα το άγιον.

Και έτερος πάλιν έλεξεν, ότι όταν τις ίδη όψεις διαφόρους και ακούση φωνάς πολυτρόπους παρηλλαγμένας της με­λέτης εαυτού της πνευματικής, και ομιλή και συντυγχάνη μετά των τοιούτων, ου δύναται ευκαιρήσαι κατά διάνοιαν κατιδείν εαυτόν εν τω κρυπτώ και μνημονεύσαι των αμαρτιών εαυτού, καθαίρειν τε τους εαυτού λογισμούς και προσέχειν προς τα επερχόμενα αυτώ και ομιλήσαι κρυπτώς εν τη ευχή.

Και πάλιν.

Το υποτάξαι τάς αισθήσεις ταύτας υπό την εξουσίαν της ψυχής εκτός της ησυχίας και της αλλοτριώσεως των ανθρώπων, ου δυνατόν.

Διότι εν αυταίς συνηνωμένη και συνημμένη υποστατικώς η νοερά ψυχή και μετά των εαυτής λογισμών ακούσα καθέλκεται, εάν μη ο άνθρωπος εγρήγορος γένηται εν τη προσευχή τη κρυπτή.

Και πάλιν.

Ω πώς η εγρήγορσις εν τω εαυτής εξυπνισμώ συν τη ευχή και τη αναγνώσει τρυφήν εμποιεί και ευφραίνει και χαροποιεί και καθαιρεί την ψυχήν.

Ούτοι μάλιστα γινώσκουσι ταύτα οι εν αυτοίς εν παντί καιρώ της ζωής εαυτών συναναστρεφόμενοι και πολιτευόμενοι εν τη ακριβεστάτη ασκήσει.

Συ ουν, ω άνθρωπε ο αγαπών την ησυχίαν, θου τα νεύματα τα εκ της γνώμης των λόγων των πατέρων έμπρο­σθεν σου, ως σκοπον τίνα, και προς τον πλησιασμόν αυτών εύθυνον τον δρόμον σου της εργασίας.

Και προ πάντων σοφίσθητι, ποιόν εστίν όπερ μάλιστα καθήκει συμφωνείν τω σκοπώ της εργασίας σου.

Εκτός γαρ τούτων γνώναι την γνώσιν της αληθείας ου δύνασαι συ.

Και εν αυτοίς σπούδασαν υπερεκπερισσού δείξαι την καρτερίαν σου.

Η σιωπή μυστήριον εστί του αιώνος του μέλλοντος, οι δε λόγοι όργανον εισί τούτου του κόσμου.

Άνθρωπος νηστευτής τη φύσει, πνευματική πειράται την ψυχήν εαυτού αφομοιώσαι εκ τε της σιωπής και της αδιαλείπτου νηστείας.

Όταν αφορίζηται ο άνθρωπος εν τη εργασία εαυτού τη θεϊκή, διαμένων εν τω κρυπτώ εαυτού, εν τούτοις τοις μυστηρίοις τελειούται.

Και η λειτουργία αυτού πεπληρωμένη των θείων μυστηρίων και έξ εκείνων των αοράτων δυνάμεων και του αγιασμού εκείνης της εξουσίας της κυρίας των κτισμά­των.

Και είπερ τίνες αφωρίσθησαν εν καιρώ εισελθείν των θείων μυστηρίων εντός, εν τη σφραγΐδι ταύτη εσημειώθησαν.

Και τισιν εξ αυτών τα κρυπτά τα κρυβέντα εν τη σιωπή του Κυρίου τη αποκρύφω προς ανακαινισμόν των εν μέσω, φανερώσαι ενεπιστεύθησαν ουδέ γαρ έπρεπεν εν γαστρί πεπληρω­μένη και νοΐ πεφυρμένω εκ της ακρασίας διανονηθήναι τα τοιαύτα μυστήρια.

Και οι άγιοι δε ουκ ήσαν κατατολμώντες της ομιλίας της προς τον Θεόν, ουδέ προς τα κρυπτά των μυστηρίων εαυτούς ανύψουν, ει μη εν ασθενεία των μελών και ωχριάσει της χροιάς και της εκ του πόθου της πείνης και νου του ησύχου και εν τη αποταγή πάντων των λογισμών των γηίνων.

Όταν εν καιρώ μακρώ εν τω σώ κελλίω εν έργοις κόπου και φυλακής των κρυπτών και τη συστολή των αισθήσε­ων εκ πάσης απαντήσεως επισκίαση σοι η δύναμις της ησυ­χίας, πρώτον μεν απαντάς χαρά τη εκτός αιτίας κατακρατούση εν καιρώ και καιρώ εν τη ψυχή σου, και τότε ανοίγονται οι οφθαλμοί σου του ιδείν την ισχύν της κτίσεως του Θεού και το κάλλος των κτισμάτων κατά το μέτρον της καθαρότητας σου.

Και όταν ο νους οδηγηθή εν θαύματι της θεωρίας ταύτης, τότε και η νυξ και η ημέρα εν έσται αυτώ εν τοις θαύμασι τοις ενδόξοις των κτισμάτων του Θεού.

Και εντεύθεν κλέπτεται εξ αυτής της ψυχής η αίσθησις των παθών εν τη ηδονή της θεωρίας ταύτης.

Και εν αυτή εισέρχεται εις τους δύο βαθμούς των απο­καλύψεων των νοητών, τους όντας εν τη τάξει τη μετά ταύτην, εκ της καθαρότητος και επάνω.

Ο Θεός αξιώσειεν ημάς αυτών.

Αμήν.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Δ':

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΣΥΜΕΩΝΗΝ ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΝ

Η επιστολή σου, άγιε, ουχί λόγοι εγκεχαραγμένοι εισίν, αλλά την αγάπην σου την προς ημάς εν αυτή ως εν εσόπτρω εζωγράφησας και υπέδειξας.

Και ως νομίζεις ημάς είναι, ούτως έγραψας, και έδειξας εν αυτοίς τοις έργοις ότι υπερβαλλόντως αγαπάς ημάς, ώστε και εκ της πολλής αγάπης επιλαθέσθαι του μέτρου ημών.

Όπερ γαρ έδει γράψαι ημάς τη ση οσιότητι και ερωτήσαι και μαθείν την αλήθειαν παρ' υμών, ει πρόνοιαν της σωτηρίας ημών εποιούμεθα, τούτο συ δια το μέγεθος της αγάπης προλαβών έγραψας ημίν.

Και τάχα τούτο εν τέχνη φιλοσοφίας πεποίηκας, ίνα εν ταίς σαις ερωτήσεσι ταίς λεπταίς και πνευματικαίς, εν αίς εγώ ερωτώμαι παρ' υμών, εξυπνισθή η ψυχή μου εκ της αμελείας, εν η εβυθίσθη πολύ.

Όμως καγώ εν τη αγάπη εκείνη, εν η επελάθου του μέτρου ημών, επιλανθάνομαι της ανικανίας μου, ώστε με μη προσέχειν τι δύναμαι αρκέσαι, αλλά τι ισχύει η ευχή σου ποιήσαι.

Ότε γαρ εγώ επιλάθωμαι του μέτρου μου και συ τον Θεόν ταίς ευχαίς σου εκλιπαρήσεις, ώστε τελειωθήναι την σήν αίτησιν, δοθήσεταί σοι πάντως υπό του Θεού όπερ ήτησας εν τη ευχή, ως αυτού γνησίω θεράποντι.

Ερώτησις.

Η πρώτη τοίνυν ερώτησις η εν τη επιστολή εστίν αύτη.

Ει δει πάσας τάς εντολάς του Κυρίου φυλάττεσθαι, καί εί ουκ έστι τρόπος σωτηρίας τω μη φυλάττοντι αυτάς.

Απόκρισις.

Και περί τούτου καθώς μοι δοκεί, ουδέ ερωτάν χρεών τινι.

Εί γαρ και πολλαί εισί, φυλάττεσθαι οφειλόμενον εί δε μη, δοθήναι παρά του Σωτήρος ουκ ώφειλον.

Περισσόν γαρ τι και μη έχον αιτίαν και χρείαν, καθώς μοι δοκεί, ουκ ερρέθη, ουδέ επράχθη παρά του Δεσπότου ημών.

Ο σκο­πός γαρ της παρουσίας αυτού ίνα καθαρίση την κακίαν της πρώτης παραβάσεως εκ της ψυχής και μεταβάλη αυτήν προς την εαυτής αρχαίαν κατάστασιν, ηνίκα τάς ζωοποιούς αυτού εντολάς ώσπερ φάρμακα καθαρτικά της εμπαθείας ημών δέδωκεν ημίν.

Όπερ γαρ τα φάρμακα τω νοσερώ σώματι, τούτο αι εντολαί τη εμπαθεί ψυχή.

Και δήλον εστίν, ότι αι εντολαί εξ εναντίας των παθών ετέθησαν, προς ιατρείαν της παραβεβηκυίας ψυχής, καθώς αριδήλως ο Κύριος λέγει τοις εαυτού μαθηταίς· «ο έχων τάς εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με καί ο αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του Πατρός μου* και αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν και προς αυτόν ελευσόμεθα και μόνην παρ' αυτώ ποιήσομεν».

Και πάλιν, «εν τούτω γνώσεται ο κόσμος ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγαπάτε αλλήλους».

Καί δήλον ότι η αγάπη μετά την υγίειαν της ψυχής προσκτηθήναι δύναται, η δε ψυχή ουχ υγιαίνει, ειμή φυλάξασα τάς εντολάς.

Η φυλακή των εντολών ακμήν υποκάτωθεν της πνευματικής αγάπης εστί.

Και δια το είναι τους πολλούς φυλάττοντας τάς εντολάς εκ του φόβου ή χάριν αμοιβής των μελλόν­των, και ουχί δια την αγάπην, πολλά παραινεί εις την φυλακήν των εντολών των εκ της αγάπης, των παρεχουσών τη ψυχή το φως.

Και πάλιν «ίνα θεωρώσιν οι άνθρωποι τα καλά υμών έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς».

Και ου δυνατόν οράσθαι εν τη ψυχή τα αγαθά έργα, άπερ ο Κύριος εδίδαξεν, ει μη φυλαχθώσιν αι εντολαί.

Και ότι ουκ είσιν αι εντολαί βαρείαι τοις αγαπώσι την αλήθειαν, ο Κύριος είπε «δεύτε», γαρ φησι, «πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς ότι ο ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν».

Ότι δε πάσας τάς εντολάς χρεών φυλάττεσθαι υφ' ημών επιμελώς, και τούτο αυτός ενετείλατο λέγων «ο καταλύων μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων και διδά­σκων τους ανθρώπους, ούτος ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών».

Ουχί μετά ταύτα πάντα τα νομοθετηθέντα προς σωτηρίαν ημών δύναμαι ειπείν, ότι ου δει φυλάττειν πάσας τάς εντολάς, αλλά ουδέ αύτη η ψυχή ικανοί καθαρθήναι, εάν μη φυλάξη αυτάς, αίτινες ως φάρμακα καθαίρειν τα πάθη και τα πταίσματα παρά Κυρίου εδόθησαν.

Συ γινώσκεις, ότι η κακία δια της παραβάσεως των εντολών επεισήλθεν ημίν.

Λοιπόν δήλον, ότι εν τη φυλακή πάλιν επανέρχεται η υγίεια.

Αλλ' ουδέ εκτός της εργασίας των εντολών δωρήσασθαι ημίν χάριτι την κάθαρσιν της ψυχής- ηνίκα εν πρώτοις ου βαδίζομεν εν τη οδώ εκείνη τη απαγούση προς την της ψυχής καθαρότητα.

Και μη είπης, ότι ο Θεός δύναται και χωρίς της εργασίας των εντολών δωρήσασθαι ημίν χάριτι την κάθαρσιν της ψυχής ότι ταύτα τα κρίματα εστί του Κυρίου και ου παραγγέλλει η Εκκλησία τοιαύτα επερωτάν ημάς.

Και οι Ιουδαίοι εν τω καιρώ της επανόδου αυτών, της από Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ, εν τη οδώ τη τετριμμένη υπό της φύσεως ώδευσαν, και ούτως ήλθον εις την αγίαν πόλιν αυτών και εθεάσαντο τα θαυμάσια Κυρίου.

Αλλ' ο Ιεζεκιήλ υπέρ φύσιν εν τη εργασία της αποκαλύψεως ηρπάγη και ήλθεν εις Ιερουσαλήμ και εν τη αποκαλύψει τη θεϊκή εγένετο θεωρός της μελλούσης ανανεώσεως.

Κατά τούτον τον τρόπον γίνεται και εν τη της ψυχής καθαρότητι.

Γίνονται τίνες, ότι εν τη οδώ τη πατουμένη και νομίμω τη δια της φυλακής των εντολών εν πολιτεία πολυμόχθω, εν τω αίματι αυτών, εισέρχονται εις την της ψυχής καθαρότητα, και εισίν άλλοι, οίτινες εκ της δωρεάς της χάριτος αυτής αξιούνται.

Και τούτο εστί το θαυμαστόν ότι την δια της χάριτος δωρουμένην ημίν ουκ επετράπημεν αιτήσασθαι εν τη προσευχή και παραιτήσασθαι την πολιτείαν της εργασίας.

Εκείνω γαρ τω πλουσίω τω ερωτήσαντι τον Κύριον, «πώς κληρονομήσω την ζωήν την αιώνιον», είπε καθα­ρώς «φύλαξον τάς εντολάς».

Και ότε είπε, «ποίαι εισίν αι εντολαί;», είπεν αυτώ εν πρώτοις απέχεσθαι των έργων των κακών, και ούτως υπέμνησεν αυτόν των φυσικών.

Ότε δε εζήτησε περισσόν τι μαθείν, είπεν αυτώ «ει θέλεις τέλειος είναι, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δός πτωχοίς, και άρον τον σταυρόν σου και ακολουθεί μοι».

Τούτο δε εστίν, ίνα νεκρωθής πάσι τοις υπάρχουσί σοι και ούτω ζήσεις εν εμοί.

Έξελθε εκ του κόσμου του παλαιού των παθών, και ούτως εισέρχη εις τον κόσμον τον καινόν του Πνεύματος.

Άρον, και απόδοσον την γνώσιν των τρόπων και της πανουργίας, και ούτως ενδύη την γνώσιν την απλήν της αληθείας.

Εν τω ειπείν γαρ «άρον τον σταυρόν σου», νέκρωσιν εκ πάντων των εν τω κόσμω εδίδαξεν ο Κύριος.

Και ότε ενέκρωσεν εν εαυτώ τον παλαιόν άν­θρωπον, ήτοι τα πάθη, τότε είπεν αυτώ ελθέ οπίσω μου.

Ουκ εστί τω παλαιώ άνθρώπω πορευθήναι εν τη οδώ του Χριστού, καθώς ο μακάριος Παύλος είπεν «ότι σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού κληρονομήσαι ου δύναται, ουδέ η φθορά την αφθαρσίαν κληρονομεί».

Και πάλιν «εκδύσασθε τον παλαιόν άνθρωπον τον φθειρόμενον κατά τάς επιθυμίας, και τότε δυνήσεσθε ενδύσασθαι τον νέον, τον ανακαινούμενον εν επιγνώσει της ομοιώσεως του κτίσαντος αυτόν».

Και πάλιν «το φρόνημα το χοϊκόν έχθρα εστίν εις Θεόν».

Τω γαρ νόμω του Θεού ουχ υποτάσσεται, ουδέ γαρ δύναται.

Οι γαρ εν σαρκί όντες, τα της σαρκός φρονούσι και αρέσαι τω Θεώ εν τω φρονήματι του πνεύματος, ου δύναται».

Συ δε,ω άγιε, εάν αγαπάς την καθαρότητα της καρδίας και το φρόνημα το πνευματικόν, όπερ είπας, κολλήθητι ταίς δεσποτικαίς εντολαίς, καθάπερ είπεν ο Δεσπότης ημών «εάν αγαπάς εισελθείν εις την ζωήν, φύλαξον τάς εντολάς», δια την αγάπην του τεθεικότος αυτάς, και μη δια φόβον ή αμοιβήν του μισθού.

Διότι ουχ ότε πράξομεν την δικαιοσύνην γευόμεθα της ηδονής της κεκαλυμμένης εν αυτή, αλλ' ότε ο πόθος της δι­καιοσύνης εσθίει την καρδίαν ημών.

Και ουχ ότε πράξομεν την αμαρτίαν αμαρτωλοί γινόμεθα, άλλ' όταν μη μισήσωμεν αυτήν και μεταμεληθώμεν επ' αυτή.

Και ου λέγω ότι γέγονέ τις, ή των αρχαίων ή των εσχάτων, μη φυλάξας τάς εντολάς, και φθάσας την καθαρότητα της καρδίας και της θεωρίας του Πνεύματος καταξιωθείς- αλλ' ως δοκεί μοι, όστις τάς εντολάς ουκ εφύλαξε και κατ' ίχνος μη ώδευσε των μακαρίων Αποστό λων, άγιος καλείσθαι ουκ άξιος.

Ο μακάριος Βασίλειος και οι μακάριοι Γρηγόριοι, περί ων είπας, ότι ήσαν αγαπώντες την έρημον και ήσαν στύλοι και φως της Εκκλησίας, και ήσαν επαινούντες την ησυχίαν, ουχ ότε ήσαν αργοί εκ της εργασίας των εντολών ήλθον εις την καθαρότητα της ψυχής και ηξιώθησαν της θεωρίας του Πνεύματος.

Εγώ πιστευω αληθώς, ότι ότε ήσαν οίκουντες εν ταίς πόλεσι, τους ξένους ήσαν υποδεχόμενοι, τους ασθενείς τε επι­σκεπτόμενοι και τους γυμνούς ενδύοντες, τους των κοπιώντων πόδας απονίπτοντες' και ει ηγγάρευσεν αυτούς τις μίλιον εν, δύο απήρχοντο.

Και ότε εφύλαξαν τάς εντολάς τάς δεομένας μεταξύ των πολλών αναστρέφεσθαι και ήρξατο ο νους αυτών της πρώτης ακινησίας και των θείων και μυστικών θεωριών, έκτοτε έσπευσαν και εξήλθον εις την ησυχίαν της ερήμου, και έκτοτε υπέμειναν μετά του έσω αυτών ανθρώπου, ώστε γενε­ίσθαι αυτούς θεωρητικούς, και διέμειναν εν τη θεωρία του Πνεύματος, έως αν εκλήθησαν υπό της χάριτος γενέσθαι αυτούς ποιμένας της Εκκλησίας του Χριστού.

Περι δε ου είρηκας, ότι ποτέ μεν ο μέγας Βασίλειος την συνοίκησιν των πολλών επαινεί, ποτέ δε την αναχώρησιν, τούτο φημί ότι δυσί τρόποις ευρίσκεται το κέρδος εν αληθεία τοις σπουδαίοις, εκάστω κατά την δύναμιν και την διαφοράν και τον σκοπόν, ον έθηκεν εν εαυτώ.

Γίνεται γαρ ποτέ τοις δυνατοίς ωφέλεια τη των πολλών συνοικήσει, ποτέ δέ και τοις ασθενέσι, και εν τη ερήμω δε τον αυτόν τρόπον ωσαύτως.

Τω σταθέντι εν τη της ψυχής υγιεία ω και ο νους συνεκράθη τω πνεύματι, και νεκρώσαντι τη πολιτεία τη ανθρωπινή εαυτόν, ου γίνεται η των πολλών συνοίκησις βλαβερά, εάν νήφη τοις εαυτού, και ούτος ουχ ίνα ωφεληθή, αλλ' ίνα ωφελήση ότι εκ του Θεού εκλήθη εν τω ονόματι των λοιπών πατέρων.

Και τω ασθενεί δε και χρήζοντι ακμήν του αυξήσαι τω των εντολών γάλακτι, ομοίως ωφέλιμον το μετά των πολλών συνοικείν, έως αν γυμνασθή και κατεργασθή και κολαφισθή εν τοις πειρασμοίς και πέση και αναστή μεταξύ των πλειόνων και κτήσηται την υγείαν της ψυχής.

Ουκ εστί βρέφος μη τραφέν τοις του γάλα­κτος ρεύμασι, και ουκ εστί μοναχός μη τω γάλακτι των εντο­λών εντραφείς, κατορθών και νικών τα πάθη, και της καθαρότητος αξιούμενος.

Τον όμοιον δε τρόπον, ως έφημεν, και η έρη­μος, ποτέ μεν τοις ασθενέσι και φεύγουσιν ωφέλιμος, ποτέ δε τοις δυνατοίς.

Τοις πρώτοις μεν, ίνα μη ευρεθείσα ύλη, εκκαυθήναι αυτοίς και αξιωθήναι τα πάθη παρασκευάσειε' τοις ισχυροίς δε, εν τω μεσάζειν εν ύλη και καταντήσαι προς τους πολέμους του πονηρού.

Εν αληθεία γαρ, ως είπας, η έρημος εστίν η κοιμίζουσα τα πάθη.

Αλλ' ου τούτο μόνον ζητείται, το κατακοιμήσαι τινά τα εαυτού πάθη, αλλά και εκτίλαι τούτο δε εστί νικήσαι αυτά, ηνίκα φιλονεικήσουσιν εξ εναντίας ημών.

Τα πάθη γαρ τα κατακοιμισθέντα εξυπνίζεται, όταν απάντηση αιτία ελθείν εις την πράξιν αυτών.

Πως δε μάθηση, ως ουχ η έρημος μόνη κοιμίζει τα πάθη,καθώς έφης, κατανόησον εν τω καιρώ της νόσου και τηςπολλής ασθενείας, ότι ου σφοδρώς πολεμούσιν ημίν.

Ου μόνονδε, αλλά και αυτά πολλάκις κατακοιμίζουσιν άλληλα, ότεδώσουσι τόπον αλλήλοις.

Το πάθος γαρ το της κενοδοξίας υποχωρείν το της πορνείας ποιεί, και αυ πάλιν το της πορνείας τηνδοξομανίαν καταπραύνει.

Λοιπόν μη θελήσωμεν καταδιώξαιτην έρημον, ότι κοιμίζει μόνον τα πάθη, αλλ' ότι εν τη των αι­σθητών απορία και τη εκ πάντων αναχωρήσει, σοφιζόμεθα εν αυτή και ανακαινίζεται ημίν ο έσω άνθρωπος του πνεύματος εν Χριστώ και πάσαν ώραν γινόμεθα θεωρητικοί εαυτών και γίνε­ται ο νους ημών γρήγορος και φυλάττει εαυτόν καθ' ώραν,μήπως κλαπή εξ αυτού η μνήμη της ελπίδος αυτού.

Ταύτα, ως δοκεί μοι, αρκεί προς την πρώτην ερώτησιν σου, ει τέως και τούτων έχρηζεν.

Είπωμεν δε λοιπόν και περί της δευτέρας η δε ην.

Ερώτησις.

Ότι διατί ο Κύριος ημών προς την ομοίωσιν εκείνης της μεγαλωσύνης του Πατρός του εν τοις ουρανοίς την ελεημοσύνην ώρισεν, οι μοναχοί δε την ησυχίαν προτιμώσιν αυτής; Απόκρισις.

Η δε απόκρισις αυτής, αύτη.

Καλώς, ότι εκ του Ευαγγελίου παράδειγμα ήνεγκας, και τύπον εξετάσε­ως της πολιτείας της μεγάλης της ησυχίας.

Ημείς κατέναντι ταύτης ιστάμεθα και ου ζητούμεν του καταργήσαι αυτήν ως πράγμα τι περισσόν.

Ο Κύριος την ελεημοσύνην ώρισε προςτην ομοίωσιν του επουρανίου Πατρός, ως προσεγγίζουσαν αυτώ τους τελειούντας αυτήν.

Τούτο αληθές.

Και ουδέ ημείς οι μονα­χοί την ησυχίαν χωρίς της ελεημοσύνης τιμώμεν, αλλ' ότι εκ της μερίμνης και της ταραχής καθ’ όσον οιον τε απέχεσθαι σπεύδομεν.

Ουχ ότι εξ εναντίας των αναγκαίων, όταν ημίν απαντήσωσιν, αντιστήναι βουλόμεθα, αλλά φροντίζομεν της ησυχίας, ίνα εν τη αδολεσχία του Θεού διαμείνωμεν, εν η δυνά­μεθα επί πλέον διϋλισθήναι της θολώσεως και προσεγγίσαι αυτώ.

Εάν δε άπαξ ποτέ προς ποσότητα καιρών επέλθη ημίν χρεία τις αναγκαία αδελφών, μηδέ ταύτης αμελείν προσήκει.

Αναγκάσωμεν ουν εαυτούς διηνεκώς, ίνα γενώμεθα εν παντί καιρώ έσωθεν ελεήμονες υπέρ πάσης της φύσεως των λογικών.

Ούτω γαρ επιτρέπει ημίν η διδασκαλία του Κυ­ρίου.

Και αύτη εστίν η διαφορά της ησυχίας ημών, και ουχ ως έτυχε.

Και ου μόνον ταύτην την έσωθεν ημών φυλάξαι, αλλά και όταν καλή καιρός των έργων και ανάγκη των πραγμάτων, μη αμελείν του δείξαι την αγάπην αυτού φανερώς χρή.

Και μά­λιστα εάν την παντελή ησυχίαν ουκ έκριναν καθ’ εαυτούς, του μη απαντήσαι τινι, αλλά τω κανόνι των εβδομάδων και των επτάκις επτά ποιούντων εαυτοίς ησυχίαν στοιχώσιν.

Οι γαρ τοιούτοι εκ των πραγμάτων της ελεημοσύνης της προς τον πλησίον, ουδέ εν μέσω των όρων των κανόνων αυτών όντες προς το πληρώσαι τούτους κατέχουσιν εαυτούς, ει μη τις εστί πολυ απότομος και ωμός και απάνθρωπος και κατέναντι του προσώπου και των οφθαλμών κρατεί την ησυχίαν.

Διότι γινώσκομεν, ότι χωρίς της του πλησίον αγάπης ουδέ ο νους δύναται εν τη ομιλία και τη αγάπη τη θεία φωτισθήναι.

Tίς γαρ νυν μοναχός εκ των σοφών, έχων διατροφάς και ενδύματα, και ορών τον αυτού πλησίον πεινώντα τε και γυμνητεύοντα, ου μεταδίδωσιν ων έχει, αλλά φείδεται τίνος εξ αυτών; Ή πάλιν τις τίνα των από της αυτής σαρκός θεωρών νόσω τρυχόμενον και μόχθω ταλαιπωρούμενον και χρείαν επι­σκέψεως έχοντα, αυτός δια τον πόθον της ησυχίας τον κανόνα του εγκλεισμού της αγάπης του πλησίον προτιμά; Όταν δε τίνα τοιαύτα μη η, εν τω νοΐ την αγάπην φυλάξωμεν και την ελεημοσύνην την εις τους αδελφούς.

Των γαρ πραγμάτων όντων εγγύς, και έργω πληρώσαι και τελειώσαι ταύτην απαιτεί παρ' ημών ο θεός.

Δήλον ουν ότι, ει ουκ εκτησάμεθα τι, ουκ επετράπημεν πεσείν εις μέριμναν και ταραχήν ένεκα των πτωχών.

Εάν γαρ έχωμεν, απαιτούμεθα.

Και πάλιν εάν απέχωμεν εν τη δια­γωγή ημών εκ του συγκαθεσθήναι και συναναμίγνυσθαι ταίς θεωρίαις των ανθρώπων, ου χρεών καταλιπείν ημάς το κελλίον ημών και το κάθισμα το μοναστικόν και αναχωρητικόν, και εκδούναι εαυτούς προς το γυρεύσαι εις τον κόσμον και επισκέψασθαι τους αρρώστους και ασχολείσθαι εν πράγματι τοιούτοις.

Δήλον γαρ, ότι από των μειζόνων εις τα ελάττω τα τοιαύτα έρχονται.

Εάν δε τις συνοική τοις πολλοίς και πλησίον των ανθρώπων η εις τη διαμονήν του καθίσματος αυτού την μετ' αυτών, και αναπαύηται εν κόποις έτερων, είτε τω της υγιείας είτε τω της αρρωστίας καιρώ, το αυτό και αυτός οφεί­λει ποιήσαι, αλλ'ουκ αυτός μεν εντελώς εξ άλλων απαιτείν την ανάπαυσιν, όταν δε ίδη τον υιόν της εαυτού σαρκός και του αυ­τού σχήματος εν στενώσει, μάλλον δε τον Χριστόν ερριμμένον και μοχθουντα, υποχωρείν και κρύπτεσθαι εξ αυτού, ηνίκα φαντάζεται την ψευδή ησυχίαν αυτού.

Έκαστος δε τοιούτος ανελεήμων εστί.

Και μη μοι εις μνήμην αγάγης Ιωάννην τον της θηβαΐδος και τον Αρσένιον, και είπης ότι τις τούτων εις τα τοιαύτα εξέδωκεν εαυτόν ή επεμελήσατο των αρρώστων και των πτωχών, και ημέλησε της ησυχίας αυτού; Μη εγγίσης πράγμασι τισι τοιούτων.

Εάν γαρ απέχης από πάσης αναπαύσεως και απαντήσεως ανθρώπων, ως ήσαν ούτοι, επιτρέπεται σοι ο Κύ­ριος καταφρονείν των τοιούτων.

Εάν δε εξ εκείνης της τελειότητος απέχης και εν τοις κόποις του σώματος και τη συντυχία των ανθρώπων υπάρχης εν παντί καιρώ, διατί αμελείς εις τάς εντολάς (ας το μέτρον σου δέον φυλάξαι), διατρίβειν προφασιζόμενος εις την πολιτείαν την μεγάλην των αγίων, ή τινι ου προσήγγισας; Εγώ δε ουκ αμελήσαιμι της του αγίου Μακαρίου του μεγάλου χρήσεως απομνημονεύσασθαι, ήτις προς έλεγχον των καταφρονούντων των αδελφών αυτών εσημάνθη.

Απήλθε γαρ άπαξ επισκέψασθαι τίνα αδελφόν ασθενούντα, και ερωτήσαντος του μεγάλου, ει επιθυμεί τινός ο αρρωστών, του δε αποκριναμένου, ολίγου τρυφερού άρτου, δια το τους μοναχούς άπαν­τας τότε ποιείν τον άρτον του όλου ενιαυτού, ως επί το πολύ (ούτω γαρ ην το έθος του τόπου εκείνου), ευθέως αναστάς ο αξιομακάριστος εκείνος ανήρ, και περ τυγχάνων ετών ενενήκοντα, εκ της Σκήτεως εις την Αλεξάνδρειαν επορεύθη και ηλλάξατο τους ξηρούς άρτους, ους έλαβεν εν τω μηλωταρίω, εις απα­λούς, και ήνεγκε τούτους τω αδελφώ.

Αλλά και ο όμοιος τούτω τω μεγάλω, ο αββάς Αγάθων, και τούτου μείζον ειργάσατο, ανήρ εμπειρότατος πάντων των κατ’ εκείνον τον καιρόν μοναχών, και την σιωπήν και την ησυχίαν υπέρ πάντας τιμών.

Ούτος τοίνυν ο θαυμαστός εν καιρώ πανηγύρεως απήει πωλήσαι το εργόχειρον αυτού και εύρεν εν τη αγορά ξένον τινά ερριμμένον και ασθενούντα, και εμισθώσατο οίκον και έμενε παρ' αυτώ ταίς ιδίαις χερσίν εργαζό­μενος και το τίμημα υπέρ αυτού δαπανώμενος, και υπηρέτει αυτώ μήνας εξ, έως αν ο εν ασθενεία ούτος γέγονεν υγιής.

Ούτος (καθώς διηγείται η υπόθεσις) έλεγεν, ότι ήθελον ευρείν λωβόν και δούναι αυτώ το σώμα μου και λαβείν το αυτού.

Αύτη εστίν η τελεία αγάπη.

Οι φοβούμενοι τον Θεόν, ω αγαπητέ, ευμαρώς προθυμούνται και προνοούσι φυλάξαι τάς εντολάς.

Και εάν επ' έργοις εγγένηται πεσείν εις τάς χείρας αυτών η εύρεσις αυτών, και κίνδυνον υποφέρουσι χάριν αυτών.

Εδέσμησε την τελειότητα αυτών και εκρέμασεν ο ζωοποιός εν δυσίν εντολαίς περιεχούσαις πάσας, τη αγάπη του Θεού και τη ομοία της κτίσεως αυτής, τη αγάπη της εικόνος αυτού.

Και η μεν πρώτη τον σκοπόν κατορθοί της θεωρίας του πνεύματος, η δε δευτέρα θεωρίαν και πράξιν.

Διότι η φύσις η θεϊκή απλή εστί και ασύνθετος και αόρατος και ανενδεής κατά την φύσιν.

Ου χρήζει γαρ η συνείδησις κατά την φύσιν εν τη αδολεσχία αυτής πράξεως σωματικής και ενεργείας τινός και εννοιών παχύτητος.

Απλή γαρ εστίν η ενέργεια αυτής και εν τω ενί μέρει του νοός κατά την απλότητα της προσκυνητής αιτίας την υπέρ αίσθησιν της αισθήσεως της σαρκός ενεργεί.

Η δευτέρα δε εντολή, ήτις εστίν η φιλανθρωπία κατά το διπλούν της φύσεως, ούτω και η μέριμνα της εργασίας αυτού εν διπλότητι εστί.

Λέγω δε, ότι όπερ εν τη συνειδήσει πληρούμεν αοράτως, θέλομεν και εν τω σώματι πληρώσαι ομοίως, και ου μό­νον φανερώς, αλλά και κρυπτώς.

Και η εν τοις πράγμασι τελειουμένη, και εν τη συνειδήσει θέλει τελειούσθαι ωσαύτως.

Καθάπερ γαρ ο άνθρωπος εκ δυο μερών εγένετο, εκ ψυχής λέγω και σώματος, ούτω τα αυτού πάντα διπλώς φροντί­ζονται, κατά το διπλούν της καταστάσεως αυτού.

Και ότι προη­γείται η πράξις της θεωρίας εν παντί τόπω, αδύνατον τίνα υψωθήναι εις το μέρος εκείνης της υψηλής, εάν μη πρώτον τελείωση την υποδεεστέραν τω έργω.

Και νυν ουδείς άνθρωπος τολμά ειπείν περί της κτίσεως της αγάπης του πλησίον, ότι εν τη ψυχή αυτού κατορθοί, εάν απολειφθή του μέρους εκείνου, όπερ εν τω σώματι πληρούται την δύναμιν και κατά τον καιρόν και τον τόπον τον παρέχοντα χείρα εις το πράγμα.

Τότε γαρ πιστεύεται, ότι η αγάπη η εν θεωρία κατέχεται και γνωρίζεται.

Και ότε εν τούτοις γινόμεθα πιστοί και αληθινοί κατά το δυνα­τόν, τότε προς το μέρος το μέγα της θεωρίας της υψηλής και θεϊκής δίδοται τη ψυχή δύναμις εκτείνεσθαι εν ταίς εννοίαις ταίς απλαίς και ανομοίοις.

Όπου δε ουκ εστί τω ανθρώπω τη του πλησίον αγάπη τελειώσαι εν τοις πράγμασι τοις ορατοίς, και τω σώματι, αρκεί προς τον Θεόν ή εν τω φρονήματι μόνη τελειουμένη η αγάπη του πλησίον ημών, μάλιστα εάν το μέρος εκείνο του εγκλεισμού και της ησυχίας και η εν αυτή υπεροχή αρκούντως διαμείνη εν τη εργασία αυτής.

Εαν δε εξ όλων των μερών εκείνης της ησυχίας υστερούμεθα, πληρώσωμεν την έλλειψιν αυτής εις την μετ' αυτήν εντολήν, ήτις εστίν η πράξις η αισθητή, ην τίνα ως πλήρωμα της αναπαύσεως της ζωής ημών πληρώσωμεν εν τω κόπω του σώματος ημών, ίνα μη ευρεθή η ελευθερία ημών πρόφασις υποταγήναι τη σαρκί, ηνίκα εν τω αναχωρητικώ ονόματι μα­ταίως κοπιώμεν.

Δήλον γαρ, ότι ουκ επετράπη ο εκ της συντυχίας των ανθρώπων απορών τελείως και εν τω Θεώ εννοών ολοτελώς, ηνίκα εστί νεκρός εκ πάντων εν τη απ' αυτών αποχή, υπηρετείν και διακονείν τοις ανθρώποις.

Ό δε έχων τον κανόνα της ησυχίας αυτού εν όρω εβδομάδων επτά ή καθ εβδομάδα, και μετά το πληρώσαι τον κανόνα αυτού άπαντα και συμμίσγεται τοις ανθρώποις και συμπαραμυθείται μετ' αυτών και αμελών εις τους εν θλίψεσιν όντας εαυτού αδελφούς, ηνίκα δοκεί κατέχειν εν δεσμώ τον εβδοματιαίον κανόνα, ούτος ανηλε­ής και απότομος.

Έκδηλον δε εστίν, ότι δια το μη έχειν ελεημοσύνην αυτόν και εκ της οιήσεως και εκ των ψευδών λογισμών εαυτού τοις τοιούτοις κοινωνήσαι ου συγκαταβαίνει πράγμασιν.

Ο καταφρονών του ασθενούς, ουκ όψεται φως, και ο αποστρέφων το εαυτού πρόσωπον εκ του εν στενοχωρία όντος, η ημέρα αυτού σκοτισθήσεται.

Και του καταφρονούντος της φωνής του εν μοχθώ όντος, οι υιοί των οίκων εαυτού εν τη αορασία ψηλαφήσουσι.

Μή καθυβρίσωμεν το όνομα το μέγα της ησυχίας εν τη αγνωσία ημών.

Πάση γαρ πολιτεία καιρός εστί και τόπος και διαφορά, και τότε τω Θεώ έγνωσται, ει δεκτή γενήσεται πάσα η εργασία αυτής.

Και εκτός τούτων ματαία η εργασία αυτών πάντων των το μέτρον μεριμνώντων της τελειότητος.

Ο προσδοκών παρακληθήναι και επισκεφθήναι την ασθένειαν αυτού εξ άλλων, ούτος ταπεινώσει εαυτόν και συγκοπιάσει τω πλησίον εαυτού εν τοις καιροίς, εν οίς πειράζεται, ίνα γένηται η εργασία αυτού εν χαρά εν τη ησυχία εαυτού, απέχουσα από πάσης οιήσεως και πλάνης των δαιμόνων.

Ερρέθη τινι των αγίων, γνωστικώ όντι, ότι ουδέν δύναται λυτρώσασθαι τον μοναχόν εκ του της υπερηφανίας δαίμονος και συνεργήσαι τω όρω της εαυτού σωφροσύνης εν τω καιρώ της εξάψεως του πάθους της πορνείας, ως εκείνο, το τους ανθρώπους τους κατακειμένους εν ταίς εαυτών στρώμναις και τους κατατηχθέντας εν τη θλίψει της σαρκός επισκέπτεσθαι.

Μεγάλη εστίν η πράξις η αγγελική της ησυχίας, όταν διάκρισιν τοιαύτην συμμίξη εαυτή δια την χρείαν της ταπεινώσεως.

Ένθα γαρ ου γινώσκομεν, κλεπτόμεθα και πορθούμεθα.

Ταύτα είπον, αδελφοί, ουχ ίνα αμελήσωμεν και καταφρονήσωμεν εις το έργον της ησυχίας.

Ημείς γαρ εις έκαστον τό­πον περί τούτου πείθομεν, και ουκ εξ εναντίας των ρημάτων ημών ανθιστάμενοι ευρέθημεν νυν.

Μηδείς λάβη και εξαγάγη λόγον γυμνόν εκ των λόγων ημών και αφή το υπόλοιπον και κράτηση αυτόν εν ταίς εαυτού χερσιν ανοήτως.

Εγώ μνημονεύω, ότι εν τόποις πολλοίς είπον παρακαλών, ότι και εάν συμβή τινι εν αργία τελεία είναι εν τω εαυτώ κελλίω, δια την ανάγκην της ασθενείας ημών της επερχόμενης ημίν, χάριν τούτου ου δει επιλέγεσθαι τελείαν έξοδον εξ αυτού και την εξωτέραν εργασίαν κρείττονα είναι της εργασίας της εκείσε λογίσασθαι.

Έξοδον δε τελείαν είπον, ουχί εάν απαντήση ημίν εν καιρώ πράγμα αναγκαίον, ίνα εξέλθης εν αυτώ εβδομάδας τινάς του εμπορεύεσθαι εν αυταίς την ανάπαυσιν και την ζωήν του πλησίον σου, ήδη τούτο αργίαν ψήφιση και ασχολίαν λογίση.

Εάν δε τις δοκήση εν εαυτώ, ότι τέλειος εστί και ανώτερος εκ πάντων των ενταύθα εν τη διαμονή αυτού τη προς τον Θεόν και τη αποχή εκ πάντων των ορωμένων πραγμάτων, ευλόγως και εκ τούτων παραιτησάσθω.

Μεγάλη εστίν η εργασία της διακρίσεως των συνεργουμένων υπό του Θεού, ός τω ελέει αυτου δώη ημίν πληρώσαι τον λόγον εαυτού, ον είρηκε λέγων «ει τι θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως».

Αυτώ η δόξα, και η τιμή εις τους αιώνας.

Αμήν.

Πάλιν εν τη επιστολή σου έγραψας, ότι ο μοναχός ο θέλων αγαπήσαι τον Θεόν πλέον πάντων, μεριμνήσαι οφείλει περί της καθαρότητος της εαυτού ψυχής.

Και καλώς είπας, εάν ικανοίς προς τούτο.

Και επειδή έφης πάλιν, ότι ουκ έχει η ψυχή παρρησίαν εν τη ευχή, ή μη ακμήν τα πάθη νικήσασα, εμοί τα δυο ταύτα εναντία δοκεί, καίτοι ιδιώτης ειμί.

Ει γαρ τα πάθη ουκ ενίκησε, πώς μεριμνά την καθαρότητα; Και επεί εκ του κανόνος της δικαιοσύνης της πνεύματικής ουκ επιτέτραπται αύτη, ότε τα πάθη αυτής ουκ ενίκησε, πώς ζητείς όπερ εστίν υψηλότερον αυτής; Ου γαρ εξ ων επιθυμεί τις γνωρίζεται ότι αγαπά, άλλ' εξ ων αγαπά καταλαμβάνεται ότι επιθυμεί.

Ο πό­θος γαρ κατά φύσιν προηγείται της επιθυμίας.

Ει μη αγαπήσειεν, ουδέ επιθυμήσει.

Τα πάθη γαρ θύρα είσι κεκλεισμένη επί πρόσωπον της καθαρότητος, και εάν την κεκλεισμένην θύραν μη ανοίξη τις, εις χώραν αγνήν και καθαράν της καρδίας ουκ εισελεύσεται.

Και εκείνο όπερ είρηκας, ότι ουκ εν παρρησία γίνεται η ψυχή εν τη ώρα της προσευχής, αληθώς έφης.

Η παρρη­σία γαρ ουχί μόνον υπεράνω των παθών εστίν, αλλά και της καθαρότητος.

Και ούτω γίνεται η τάξις της παραδόσεως, καθώς λέγω ή μετά βίας υπομονή αντιπαλαίει τοις πάθεσιν υπέρ της καθαρότητος.

Εάν ουν νικηθή τα πάθη, προσκτάται η ψυχή την καθαρότητα.

Η καθαρότης δε η αληθής ποιεί κτάσθαι τον νουν παρρησίαν εν τη ώρα της προσευχής.

Άρα ουν και αυτήν ίσως, ην είπομεν καθαρότητα της ψυχής, αιτούμενοι εν προσευχή, υπό την μέμψιν εσμέν, η αυτή η αίτησις της υπερηφανίας και της οιήσεως, το αιτήσασθαι παρά του Θεού εκείνο, όπερ η θεία Γραφή και οι πατέρες ημών παραγγέλλουσι, και αυτός ο μοναχός οπίσω αυτού εξήλθεν εις την αναχώρησιν; Αλλ' εγώ νομίζω, άγιε, ότι, ώσπερ ο υιός ου διστάζει εις τον πατέρα αυτού και ουκ αιτείται παρ' αυτού, ούτω λέγων, δίδαξόν με τέχνην ή δός μοι τι, ούτω πρέπει τω μοναχώ μη διακρίνειν και αιτείσθαι παρά του Θεού, δός μοι τάδε και τάδε.

Διότι γινώσκει, ότι υπέρ ο προνοείται ο πατήρ του υιού, η πρόνοια του Θεού εστίν εις ημάς.

Και δια τούτο λοιπόν πρέπει ημίν ταπεινώσαι εαυτούς και πενθήσαι υπέρ των αιτίων των παραπτωμάτων, των εκτός του θελήματος ημών, είτε εν τοις λογισμοίς, είτε εν τοις έργοις επράχθη παρ' ημών, και ειπείν εν καρδία συντετριμμένη το του τελώνου, «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», και εργάσασθαι κρυπτώς και φανερώς όπερ εδίδαξεν ο Κύριος ει­πών, «Όταν ποιήσητε πάντα τα προστεταγμένα υμίν, είπατε, ότι αχρείοι δούλοι εσμέν, ο ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν», ίνα η συνείδησις σου μαρτυρή σοι, ότι αχρείος ει, και χρείαν έχεις ελέους.

Γινώσκεις δε και συ, και ότι ου τα έργα ανοίγουσι την θύραν την κεκλεισμένην την εν καρδία, αλλά καρδία συντετριμμένη και ταπείνωσις, ότε νικήσεις τα πάθη εν τη ταπεινώσει και ουκ εν τη περιφρονήσει.

Εκείνος γαρ ο νοσών εν πρώτοις ταπεινούται και περί της υγιείας των εν αυτώ παθών μεριμνά, η και τότε εκζητεί γενέσθαι βασιλεύς.

Η καθαρότης γαρ και η της ψυχής υγίεια εστίν η της ψυχής βασιλεία.

Και τις εστίν η βασιλεία της ψυχής; Ώσπερ ο νοσών ου λέγει τω πατρί αυτού, ποίησον με βασιλέα, αλλά μεριμνά, πρώτον περί της αρρωστίας αυτού και μετά την υγείαν εκ παντός η βασιλεία του πατρός αυτού εκείνου εστίν, ούτω και ο αμαρτωλός και μετανοών, λαμβάνων της εαυτού ψυχής την υγίειαν, εισέρχεται μετά του Πατρός εις την χώραν της φύσεως της καθαράς και βασιλεύει εν τη δόξη του Πατρός αυτού.

Ότε μνημονεύομεν του αγίου αποστόλου Παύλου τα εαυτού πλημμελήματα διηγουμένου και εν τω εσχάτω μέρει και κατωτέρω την εαυτού τιθεμένου ψυχήν.

«Ιησούς Χριστός», φησίν, «εις τον κόσμον ήλθεν αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ αλλά δια τούτο ηλέησέ με, ίνα εν εμοί πρώτον ενδείξηται άπασαν την εαυτού μακροθυμίαν».

Διότι εξ αρχής διώ­κτης ήμην και λοίδορος και βλάσφημος, αλλά ηλεήθην, ότι αγνοών έπραξα εν απιστία.

Ταύτα πότε και εν ποίω καιρώ έλε­γε; Μετά τους αγώνας τους μεγάλους και τα έργα τα δυνατά, μετά το κήρυγμα, ο εκήρυξεν εν όλω τω κόσμω, κατά το Ευαγγέλιον του Χριστού, μετά τους θανάτους τους συνεχείς και τάς θλίψεις τάς πολυτρόπους, ας έπαθεν εκ των Ιουδαίων και εκ των εθνών, αυτός ακμήν εν τοις εαυτού πρώτοις εΘεώρει.

Και ουχί μόνον, ότι ουκ έφθασεν εις την καθαρότητα ενόμιζεν, άλλ' ουδέ ψηφισθήναι εις μαθητήν επενόησεν, ότι πρέπον εστίν.

Έλεγε γαρ «ουκ ειμί άξιος καλείσθαι απόστολος, διότι εδίωξα την Εκκλησίαν του Χριστού».

Και ότε υπέρ πάντας τους ανθρώπους την κατά των παθών νίκην εκέκτητο, έλεγεν «υπωπιάζω μου την σάρκα και δουλαγωγώ, μήπως, άλλοις κηρύξας, αυτός αδόκιμος γένωμαι».

Ει δε είπης, ότι και τα μεγάλα εν τόποις διηγείται περί εαυτού, αυτός πειθέτω σε περί τούτου.

Λέγει γαρ, ως ουχ εκουσίως εποίησεν, ουδέ δι' εαυτού, αλλά δια το κήρυγμα.

Και ηνίκα υπέρ της των πιστών ωφελείας διηγείται ταύτα, τίθησιν εαυτόν απάσης διανοίας εστερημένον της τοιαυτής χάριν καυχήσεως, βοών και λέγων, ως «υμείς με ηναγκάσατε» · και πά­λιν, «ου κατά Κύριον λαλώ, αλλ' εν αφροσύνη εν τω τόπω της καυχήσεως».

Ιδου ούτος ο κανών, ον έθηκεν ημίν ο άγιος Παύλος, ο δίκαιος και ευθύς.

Φυλάξωμεν λοιπόν αυτόν και ζηλώσωμεν εν αυτώ.

Και το μεν ζητήσαι τα υψηλά παρά του Θεού, και ταύτα αυτού μη παρέχοντος μηδέ δωρουμένου, παραιτήσωμεθα' διότι ο Θεός γινώσκει τα σκεύη της εκλογής της υπηρεσίας εαυτού.

Ο μακάριος γαρ Παύλος ουδέ μετά ταύτα ητήσατο την της ψυχής βασιλείαν, αλλ’ είπε «ηυχόμην ανάθεμα είναι από του Χριστού».

Πώς ουν ημείς τολμήσωμεν και προ του καιρού του γινωσκομένου υπ' αυτού, αιτήσασθαι την βασιλείαν της ψυχής, μήπω μήτε τάς εντολάς τηρήσαντες, μήτε τα πάθη νικήσαντες, και το χρέος μη αποδόντες; Παρακαλώ ουν, άγιε, ίνα μη επί τω λογισμώ σου ανέλθη τούτο, αλλά κτήσαι υπέρ άπαντα υπομονήν των επερχο­μένων.

Και εν ταπεινώσει μεγάλη και συντριμμώ καρδίας εν τοις καθ’ ημάς και τοις λογισμοίς ημών, αιτησώμεθα την των αμαρτιών ημών συγχώρησιν και την ταπείνωσιν της ψυχής.

Η γραφή υπό τίνος των αγίων, ότι όστις ου λογίζεται εαυτόν αμαρτωλόν, παρά τω Κυρίω ευχή αυτού ουκ εστίν ευ­πρόσδεκτος.

Εάν δε είπης, ότι τίνες των πατέρων έγραψαν περί τούτων, τι εστί καθαρότης της ψυχής και τι υγίεια και τι απάθεια και τι θεωρία, ουχ ίνα ζητήσωμεν αυτά προ καιρού εν προσδοκία έγραψαν.

Διότι γέγραπται, ότι «ουκ έρχεται η βασι­λεία του Θεού εν παρατηρήσει προσδοκίας».

Οι γαρ εν τούτω τω σκοπώ ευρεθέντες, υπερηφανίαν και πτώσιν εκτήσαντο.

Αλλ' ημείς γε καταστήσωμεν την χώραν της καρδίας εν τοις έργοις της μετανοίας και ταίς πολιτείαις ταίς ευαρεστούσαις τω Θεώ, και τα του Κυρίου αφ' εαυτών έρχονται, εάν ο τόπος της καρδίας καθαρός και αμόλυντος γένηται.

Εκείνα δε άπερ ζητούμεν εν παρατηρήσει, τα υψηλά φημι δη του Θεού, αδόκιμον εστί τούτο τη Εκκλησία του Θεού.

Και οι λαβόντες υπερηφανίαν εκτήσαντο και πτώσιν.

Και ου σημείον εστί τούτο του αγαπάν τίνα τον Θεόν, αλλά νόσος ψυχής.

Και πώς ημείς ζητήσωμεν τα υψηλά του Θεού, όπου Παύλος ο θείος καυχάται εν ταίς θλίψεσι και την κοινωνίαν των παθημάτων του Χριστού ηγείται είναι τα υψηλά του Θεού; Πάλιν εν τη επιστολή σου έγραψας, ότι ηγάπησεν η ψυχήσου αγαπήσαι τον Θεόν, αλλ' ουκ έφθασας το αγαπάν, εικαι επιθυμίαν του αγαπάν έχεις πολλήν και προς τούτω, ότι ηαναχώρησις της ερήμου ποθητή σοι εστί, και έδειξας εν τούτω, ότι η καθαρότης της καρδίας ήρξατο εν σοι και ή μνήμη του Θεού επιμελώς πυρούται και θερμαίνει εν τη καρδία σου.

Και ταύτα, ει αληθή, μεγάλα εισί, γραφήναι δε παρά σου ουκ ήθελον.

Ουκ έχουσι γαρ μίαν εξ αυτών τάξιν.

Ει δε δια την ερώτησιν διηγήσω αυτά, άλλως ην η τάξις της ερωτήσεως.

Ο γαρ λέγων, ότι ουκ έχει ακμήν παρρησίαν η ψυχή αυτού εν τη προσ­ευχή, διότι ουκ ενίκησε τα πάθη, πώς τολμά ειπείν, ότι ηγά­πησεν η ψυχή αυτού του αγαπήσαι τον Θεόν; Ουκ έστι τρόπος του κινηθήναι εν τη ψυχή την θείαν αγάπην, ης οπίσω εν ανάχωρήσει μυστικώς τρέχεις, ει ουκ ενίκησε τα πάθη.

Συ δε είπας, ότι η ψυχή σου τα πάθη ουκ ενίκησε, και τον Θεόν αγάπησαι ηγάπησεν, όπερ ουκ έχει τάξιν.

Ό γαρ λέγων, ότι τά πάθη ουκ ενίκησε και αγαπήσαι τον Θεόν αγαπά, εγώ ουκ οίδα όπερ φησίν.

Αλλά συ λέγεις, ότι ουκ είπον αγαπώ, αλλ’ αγαπώ αγαπήσαι.

Και ουδέ τούτο τόπον έχει, εάν η ψυχή μη η εν καθαρότητι.

Εάν δε λόγον ψιλόν θέλης ειπείν, τούτο ου συ μό­νος λέγεις, άλλ' έκαστος λέγει, ότι εθέλει αγαπήσαι τον Θεόν.

Και ου μόνον οι Χριστιανοί, αλλά και ούτος ο λόγος οικείος εξ εκάστου λέγεται αλλ' εν τούτοις τοις λόγοις η γλώσσα μόνον κινείται, της ψυχής μη αισθανομένης το τί λέγει.

Και πολλοί νοσούντες ουδέ αυτό, ότι νοσούσιν, επίστανται.

Κακία γαρ νόσος εστί ψυχής και πλάνη, της αληθείας απώλεια, και οι πλείστοι των ανθρώπων εν τούτοις αρρωστούντες, υγείαν κηρύττουσι και υπό πολλών ευφημούνται.

Εάν γαρ μη υγιάνη η ψυχή εκ της κακίας και σταθή εν τη υγεία τη φυσική, εν η εκτίσθη, όπως γεννηθή εκ της υγείας του πνεύματος, επιθυμείν άνθρωπον τα υπέρ φύσιν του πνεύματος ου δυνατόν εστί.

Διότι, όσον εστίν η ψυχή εν τη νοσώ των παθών, ουκ αισθήσει αισθάνεται των πνευματικών, ουδέ επιθυμείν αυτά οίδεν, άλλ' εκ της ακοής των ώτων και των γραφών μόνον επιθυμεί.

Λοιπόν δικαίως άνωθεν είπον, ότι χρή τους επιθυμούντας της τελειότητος φυλάττειν πάσας τάς εντολάς διότι η ερ­γασία η κρυπτή των εντολών ιατρεύει την δύναμιν της ψυχής.

Και αύτη ουχ απλώς και ως έτυχεν εγένετο γέγραπται γαρ, ότι χωρίς εκχύσεως αίματος, ουκ εστίν άφεσις.

Αλλά εν πρώτοις εν τη ενανθρωπήσει του Χριστού εδέξατο η φύσις ημών τον ανακαινισμόν και εκοινώνησε τω πάθει αυτού και τω θανάτω αυτού, και τότε μετά τον ανακαινισμόν της εκχύσεως του αίμα­τος ανεκαινίθη και ηγιάσθη η φύσις ημών και ικανή εγένετο δέξασθαι τάς εντολάς τάς νέας και τελείας.

Ει γαρ εδόθη αυτοίς προ της εκχύσεως του αίματος, προ του ανακαινισθήναι και αγιασθήναι την φύσιν ημών, τάχα και αυται αι εντολαί αι νέαι, κατ' έκείνας τάς πάλαι την κακίαν έκοπτον εκ της ψυχής, μη δυνάμεναι την ρίζαν αυτήν της κακίας τέλεον εκτίλαι εκ της ψυχής.

Νυν δε ουχ ούτως, αλλ' η κρυπτή εργασία η εξακολου­θούσα και αι εντολαί αι καιναί και πνευματικαί, ας η ψυχή φυλάττει εν τη περιβλέψει του φόβου του Θεού, ανακαινίζουσιν αυτήν και αγιάζουσι και κρυπτώς θεραπεύουσι πάντα τα μέλη αυτής.

Ότι εκάστη εντολή οποίον πάθος εξιάται εν τη ψυχή ησύχως, δήλον εστί.

Και της ενεργείας δε τούτων, ο τε ιατρεύων και ιατρευόμενος επαισθάνονται καθ' ομοιότητα της αιμόρρου γυναικός.

Συ γινώσκεις, ώ αγαπητέ, ότι, ει μη ιατρευθείη το εμπαθές μέρος της ψυχής και ανακαινισθείη εν τη πολιτεία του πνεύματος, ου κτήσεται υγίειαν, ουδέ ελευθερωθήσεται του λυπείσθαι εκ των απαντώντων αύτη πραγμάτων των εν τη κτίσει.

Και αύτη η ιατρεία εστί, ταύτην γενέσθαι υπό της χάριτος καθάπερ επί των μακαρίων Αποστόλων, ότι εν τη πίστει ετελειώθησαν εν τη αγάπη του Χριστού.

Και εστίν ότε νομίμως υποδέχεται η ψυχή την υγίειαν.

Εκείνος γαρ ο εν τη εργασία των εντολών και τοις σκληροτέροις έργοις της πολιτείας της αληθούς νικήσας τα πάθη, γινωσκέτω, ότι την υγίειαν της ψυ­χής νομίμως εκτήσατο και απεγαλακτίσθη από της σωματώσεως τούτου του κόσμου και εκόπη εξ αυτού το έθος των εαυτού προλήψεων και ανεγεννήθη ως εξ αρχής εν τοις πνευματικοίς και ενωράθη εν τη χάριτι εν τη χώρα του πνεύματος εν ταίς εννοίαις του εσωτέρου ανθρώπου και υπεδέξατο αυτόν κόσμος καινός ασύνθετος.

Όταν ανακαινισθή δε ο νους και η καρδία αγιασθή, πάσαι αι έννοιαι αι κινούμεναι εν αυτή κατά την φύσιν εκείνου του κόσμου, εν ω εισέρχεται, κινούνται.

Πρώτον κινείται εν αυτώ ο πόθος των θείων, και επιποθεί την κοινωνίαν την μετά των αγγέλων και τάς αποκαλύψεις των μυστηρίων της γνώσε­ως του πνεύματος.

Και αισθάνεται ο νους αυτού της γνώσεως της πνευματικής των ποιημάτων και ανατέλλει εν αυτώ η θεω­ρία των μυστηρίων της αγίας Τριάδος συν τοις μυστηρίοις της οικονομίας της προσκυνητής, της υπέρ ημών, και τότε ενούται ολοτελώς τη γνώσει της ελπίδος των μελλόντων.

Κατανόησον μοι λοιπόν εξ αυτών των πραγμάτων, ων σοι έγραψα, τα σα.

Ει ηδύνατο η ψυχή, ηνίκα ην εγκεκλεισμένη εν τη χώρα των παθών, αγαπήσαι τον Θεόν εν αληθεία, ου πολλήν χρείαν είχε του ερωτήσαι και μαθείν τα μυστήρια του κόσμου του πνεύματος.

Αλλά δήλον, ότι ουκ ωφελούσιν αι μαθήσεις και η γνώσις εν τοις πάθεσιν, ούτε δε ικανούσιν ανοίξαι την θύραν την αποκεκλεισμένην της καθαρότητος κατά πρόσωπον.

Εάν δε ληφθώσι τα πάθη από της ψυχής, φωτίζε­ται ο νους και συνίσταται εν τω τόπω τω καθαρώ της φύσεως, και ου χρήζει ερωτήσεως ότι τυλαυγώς θεωρεί τα αγαθά τα ευρισκόμενα εν τόπω αυτού.

Καθάπερ γαρ αι αισθήσεις ημών αι έξω ουκ εκ μαθήσεως και ερωτήσεως αισθάνονται των φύσεων και των πρα­γμάτων των συγγινομένων εν αυταίς, αλλ' εκάστη των αισθή­σεων φυσικώς, και ου μετά ερωτήσεως αισθάνεται του πράγματος του απαντώντος αυτή ου γαρ εστί διδαχή μεσιτεύουσα μεταξύ των αισθητικών και των αισθητών τω τυφλώ οπόσον αν λέγηται αυτώ περί της δόξης του ηλίου και της σελήνης και του χορού των αστέρων και της λαμπηδόνας των λίθων των τιμίων, εν ονομασία μόνον δέχεται και κρίνει και νοεί την ωραιότητα, ην έχουσιν, η δε γνώσις αυτού και η διάκρισις απέχουσιν από της ηδονής της οράσεως αυτών ούτω τον όμοιον τρόπον νοεί μοι και περί της θεωρίας του πνεύματος.

Ο νους γαρ ο θεωρητικός των κτυπτών μυστηρίων του πνεύματος εάν η εν τη υγεία της φύσεως αυτού, θεωρεί αρτίως την δόξαν του Χριστού, και ουκ ερωτά και μανθάνει, αλλά τρυφά εν τη ηδονή των μυστηρίων του κόσμου του καινού υπεράνω της ελευθε­ρίας του θελήματος, κατά την θερμότητα της πίστεως και της ελπίδος της εις τον Χριστόν, καθώς έγραψεν ο μακάριος Παύλος «ό βλέπομεν, τι και ελπίζομεν; Δι' υπομονής απεκδεχόμεθα».

Οφείλομεν λοιπόν απεκδέχεσθαι και εμμένειν μυστικώς και μετά απλότητος προς τον έσω ημών άνθρωπον, όπου ουκ εστίν εκτυπώματα των λογισμών, ουδέ θεωρία των συνθέ­των.

Διότι, ώσπερ ο νους βλέπει, ούτω δέχεται τα παραδείγματα.

Όταν γαρ βλέπη προς τον κόσμον κατά την παραλλαγήν των σχημάτων, εν οίς αν μετεωρίζηται, κατά τοσούτον δέχεται εξ αυτών ο νους τύπους και ομοιώματα.

Και ταύτα προς το μέτρον του πλήθους αυτών και προς την διαφοράν της αλλοιώσε­ως αυτών κινούσιν εν αυτώ λογισμούς.

Και όταν κινηθώσιν οι λογισμοί, σφραγίζουσι τον νουν.

Εάν δε εις τον έσω άνθρωπον ο νους αποβλέπη, όπου ουκ έστι τι χρήσασθαι δυνατόν εν τη αλλοιώσει των σχημάτων, ουδ’ σύνθετος των συνθέτων διαιρείται εν τη αλλοιώσει των τύπων, αλλ' όλων εξ όλου Χριστός, δήλον ότι την απλήν θεωρίαν δέχεται ο νους, ης χωρίς ουδέν τι έτερον ευωδιάζει τον φάρυγγα της ψυχής και κτήσασθαι αυτήν παρρησίαν εν τη ώρα της προσευχής ποιείν πέφυκε διότι αυτή εστίν η τροφή της φύσεως της ψυχής.

Και ηνίκα στη ο νους εν τη χώρα της επιγνώσεως της αληθείας, ου χρήζει της ερωτή­σεως.

Ώσπερ γαρ ο σωματικός οφθαλμός ουκ ερωτά, είτα βλέπει τον ήλιον, ούτως ουδέ ο της ψυχής οφθαλμός εξε­τάζει πρώτον, και μετά τούτο θεωρεί την γνώσιν του πνεύματος.

Ούτω και η θεωρία η μυστική, ην επιθυμείς, ώ άγιε, μετά την της ψυχής υγείαν αποκαλύπτεται τω νοΐ.

Εκείνη δε η μετά εξετάσεως και ανακρίσεως μαθείν τοιαύτα μυστήρια θέλουσα αφροσύνη ψυχής εστί.

Και γαρ ο μακάριος Παύλος ουκ εν μαθήσει ή εν τρόπω υλικώ είπεν, ότι είδε και ήκουσε μυστήρια και άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι, αλλ' αρπαγή ηρπάγη εις την χώραν την πνευματικήν και εθεάσατο την αποκάλυψιν των μυστηρίων.

Λοιπόν καί συ, ώ άγιε, εάν αγαπάς την καθαρότητα, κόψον εκ πάντων την αγάπην την εκκεχυμένην προς πάντας εισελθών έργασαι εν τη αμπέλω της καρδίας σου, έκτιλλον εκ της ψυχής σου τα πάθη, έργασαι μη γνώναι κακίαν ανθρώπου.

Η καθαρότης βλέπει τον Θεόν, ουκ εξ αιτήσεως ανατέλλει και ανθεί εν τη ψυχή, αλλ' εκ του μη γινώσκειν κακίαν ανθρώπου τινός.

Εάν δε θέλης, ίνα γένηται η καρδία σου τόπος μυστη­ρίων του καινού κόσμου, πρώτον μεν πλούτησον εν έργοις σωματικοίς, νηστεία, αγρυπνία, λειτουργία, ασκήσει, υπομονή, καθαιρέσει των λογισμών και τοις λοιποίς.

Δέσμευσον τον νουν σου εν τη αναγνώσει των Γραφών και τη μελέτη τη εν αυταίς, γράψον τάς εντολάς κατέναντι των οφθαλμών σου, και απόδος το χρέος των παθών, ηνίκα ηττάσαι και ηττάς.

Και εν τη διηνεκεί ομιλία της ευχής και της λιτής και τη μελέτη τη εν αυταίς έκτιλλον εκ της καρδίας σου πάσαν εικόνα και πάν ομοίωμα, όπερ προληπτικώς προελήφθης.

Έθισον τον νουν σου αεί εν τοις μυστηρίοις της οικονομίας του Σωτήρος μελετάν, και άφες την αίτησιν της γνώσεως και της θεωρίας, άπερ υπερβάλλει την διήγησιν των λόγων, εις τον τόπον και τον καιρόν αυτών, και ακολούθησον τη εργασία των εντολών και τοις έργοις τοις υπέρ της καθαρότητος, και αίτει σεαυτώ παρά Κυρίου εν τη προσευχή λύπην πυρός πεπυρωμένην εν πάσιν (ην και ταίς καρδίαις των Αποστόλων και των μαρτύρων ενέθηκε και των πατέρων), ίνα στάξη εν τη καρδία σου και αξιωθής της πολιτείας της διανοίας.

Η αρχή και το μέσον και το τέλος της πολιτείας ταύτης ταύτα εστίν η εκκοπή πάντων τη ενώσει τη εν Χριστώ.

Εάν δε επιθυμής της θεωρίας των μυστηρίων, εν έργοις έργασαι τάς εντολάς εν σεαυτώ, και μη εν τη καταδιώξει της γνώσεως αυτών.

Η θεω­ρία η πνευματική εν τη χώρα της καθαρότητος ενεργεί εντός ημών.

Και συ ζήτησον πρώτον μαθείν, πώς εισέρχη εις την χώραν των μυστηρίων του πνεύματος, και ούτως άρξαι.

Πρώτον των μυστηρίων καλείται η καθαρότης, η συνισταμένη εκ της ενεργείας των εντολών, θεωρία δε εστίν η θεωρία η πνευματική του νοός, το εκπλήττεσθαι και κατανοείν εν πάσιν οίς εγένοντο και γεννήσονται.

θεωρία εστίν η όρασις του νοός, εκπλήττεσθαι επί τη οικονομία του Θεού τη εν πάση γενεά και γενεά, και κατανοείν τάς δόξας αυτού και τα δυσχερή του καινου κόσμου, εν οίς συντρίβεται η καρδία και ανακαινίζε­ται και καθ' ομοιότητα των εν Χριστώ νηπίων εν γάλακτι χωρίς κακίας, και εθίζεται εν τοις μυστηρίοις του πνεύματος και εν ταίς αποκαλύψεσι της γνώσεως, επαιρόμενος από γνώσεως εις γνώσιν και από θεωρίας εις θεωρίαν και από κα­τανοήσεως εις κατανόησιν και μανθάνει και κραταιούται μυστικώς, έως αν υψωθή εν τη αγάπη και ενωθή εν τη ελπίδι και ενδομυχήση εν αυτώ η χαρά και υψωθή εν τω Θεώ και στεφανωθή τη δόξη τη φυσική της εαυτού δημιουργίας, εν η εκτίσθη.

Εν ταύταις ταίς νομαίς του πνεύματος ανέρχεται ο νους εν ταίς αποκαλύψεσι της γνώσεως και πίπτει και εγείρεται, και νικά και ηττάται, και τηγανίζεται εν τη καμίνω του κελλίου και ούτω καθαίρεται, και γίνεται έλεος και πρακτικώς αξιούται της θεωρίας της αγίας Τριάδος, ης εν επιθυμία υπάρχει, θεωρίαι γαρ των φύσεων, εν αίς ο νους υψούται και ενεργεί και γυμνάζεται, τρεις εισί δυο των φύσεων των κτιστών, των λογι­κών και αλόγων, και πνευματικών και σωματικών, και η άλλη της αγίας Τριάδος.

Πρώτον μεν ουν εις πάν κτίσμα ελθόν, εις την κτίσιν γίνεται η θεωρία, και διέρχεται δι' αυτής ο νους εν τη αποκαλύψει της γνώσεως.

Τοις δε μη υποπίπτειν τη αισθήσει πεφυκόσι, θεωρία γίνεται εν αυτοίς νοητή.

Και ο νους έχει θεωρίαν του θεωρείν εαυτόν, εν η οι έξω φιλόσοφοι μετεωρίσαντο την διάνοιαν εαυτών εν τη φαντασία των κτισμάτων.

Η θεωρία ουν των υιών του μυστηρίου της πίστεως μετά της πίστεως συγκεκολλημένη εστί και εν τω λειμώνι των Γραφών ποιμαίνεται, ήτις συνάγει τον νουν από παντός μετεωρισμού εξωτέρου και δεσμεύει αυτόν εν τη ενώσει του Χριστού, καθ' ομοιότητα Βασιλείου και Γρηγορίου, και εις τους μυστικούς λόγους τους τεθέντας εν τη Γραφή γεύεται η θεωρία αυτού.

Και οι μη καταλαμβανόμενοι υπό της γνώσεως λόγοι, δεκτοί διά της πίστεως υφ' ημών γίνονται, και εν τη θεωρία δεχόμεθα γνώσιν υπέρ αυτών, ήτις γίνεται εν ημίν μετά την κάθαρσιν.

Και δια τα μυστήρια του πνεύματος τα υπέρ την γνώσιν, ων αι αισθήσεις του σώματος ουκ αισθάνονται, ουδέ το λογικόν του νοός, εδωκεν ημίν ο Θεός πίστιν, εν η γινώκοσμεν μόνον, ότι είσί, και εξ αυτής της πίστεως γεννάται ημίν η έλπις υπέρ αυτών.

Εν τη πίστει εξομολογούμεθα, ότι ο Θεός Κύριος και δεσπότης και κτίστης και δημιουργός των απάντων εστί, και εν τη γνώσει διακρίνομεν, ότι δέον ημάς φυλάξαι τάς εντολάς αυτού και νοήσαι τούτο, ότι τάς εντολάς τάς παλαιάς ο φόβος φυλάττει, καθώς είπεν αυτός τάς δε ζωοποιούς εντολάς του Χριστού η αγάπη φυλάττει, καθώς είπεν «εγώ τετήρηκα τάς εντολάς του Πατρός μου και μένω αυτού εν τη αγάπη».

Δήλον ουν, ότι ουκ εν φόβω φυλάττει ο υιός τάς του πατρός αυτού εντολάς, αλλ' εξ αγάπης.

Και δια τούτο πα­ραγγέλλει ημίν, ίνα και ημείς εξ αγάπης τηρήσωμεν τάς εντολάς, καθώς λέγει «εάν αγαπάτε με, τάς εντολάς μου τηρήσετε, και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα μου, και άλλον Παράκλητον πέμψει υμίν».

Παρουσίαν του Παρακλήτου καλεί τα χαρίσματα της αποκαλύψεως των μυστηρίων του πνεύματος, ως είναι εν τη υποδοχή του Πνεύματος, ην οι Απόστολοι εδέξαντο, την τελείωσιν της γνώσεως της πνευματικής.

Και τον Παράκλητον ο Κύριος καθωμολόγησε και υπέσχετο ερωτήσας τον Πατέρα εαυτού δούναι αυτοίς, όπως διαμένη μετ' αυτών εις τους αιώ­νας μετά την εργασίαν των εντολών και την κάθαρσιν.

Οράς, ότι εκ της φυλακής των εντολών αξιούται ο νους της χάριτος της θεωρίας της μυστικής και της αποκαλύψεως της γνώσεως του πνεύματος, ουχ ως η σοφία σου υπενόησεν, ότι το έργον της φυλακής των εντολών αναχαιτισμός της θεωρίας των θείων μυστηρίων, των εν τη ησυχία τελειουμένων εστί; Παρακαλώ ουν σε, εάν αισθηθής εν τη ψυχή σου, ότι έφθασας την χώραν της αγάπης, τήρησον τάς εντολάς της νέας, δια τον πόθον του τεθεικότος αυτάς, αλλά μη δια τον φόβον.

Καθώς και ο μακάριος Παύλος ηνίκα επυρούτο εν τη αγάπη τη θεία, είπε «τις χωρίσει με από της αγάπης του Χριστού; θλίψις ή φυλακή ή διωγμός;» και τα εξής.

Και πάλιν προστίθησι «πέπεισμαι γαρ, ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα δύνανται με χωρίσαι από της αγάπης του Θεού, της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών».

Και ίνα μη νομισθή, ότι τον μισθόν τον πολύν ή την τιμήν ή την δόσιν την υπερβάλλοοσαν των πνευματικών επιθυμεί, καθώς η ση αγιωσύνη επιθυμεί, είπεν «ηυχόμην ανάθεμα είναι από Χριστού, ίνα οι αλλότριοι οικειωθώσιν αυτώ».

Και ίνα γνώς ότι ου την θεωρίαν την μυστικήν και αναχωρητικήν ην καταδιώκων καθ' ομοιότητα της σης πατροσύνης, αλλ' εκείνην επιθυμεί, ης πολλάκις τίνες δια της χάριτος ηξιώθησαν, άκουσον τι φησιν εν άλλω τόπω «εάν ταίς γλώσσαις των αγγέλων λαλώ και των ανθρώπων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών, ή κύμβαλον αλαλάζον καν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάναι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί».

Ότι η θυρα η νόμιμη η εισφέρουσα εις ταύτα, η αγάπη εστίν.

Εάν κτησώμεθα αγάπην, αύτη εισφέρει ημάς εις ταύτα.

Εάν δε εν χάριτι αξιωθώμεν τούτων χωρίς αγάπης, πάντως ποτέ γενήσεται ημίν αποκτήσασθαι αυτά.

Η κτήσις γαρ και ο φρουρός των υψηλότερων αγίων και της θείας πολι­τείας η αγάπη εστίν.

Ευθέως γαρ ηνίκα αποκτήσηται ο μοναχός την αγάπην, η καρδία αποκτάται την ειρήνην (αύτη δε εστί το σκήνωμα του Θεού) και αποκλείεται αυτώ η θύρα της χάριτος, εν η ο Κύριος ημών εισελεύσεται και εξελεύσεται, καθώς είπεν ότι «εγώ ειμί η θύρα της ζωής και εν εμοί ο άνθρωπος εισ­ελεύσεται ζήσαι και νομήν ευρήσει» εις αναστροφήν της εαυτού ζωής της πνευματικής.

Ένθα μήτε υπό κακίας μήθ' υπό πλάνης αναχαιτίζεται, αλλ' εν πάσαις ταίς αναβάσεσι των αποκαλύψεων της γνώσεως και των θεωριών των μυστικών εισά­γει αυτόν και εξάγει η θεία αγάπη κατά τους ελευθέρους του Χριστού.

Και ίνα γνώς την αλήθειαν τούτων, ως εν αληθεία η πνευματική ζωή του νοός θεωρία θεία εστίν, άκουσον του με­γάλου Παύλου.

Αυτός γαρ βοά, ότι ουκ ευδοκώ εν αυτή χωρίς της αγάπης, και εάν εις την πύλην την νομίμην της αγάπης ουκ εισελεύσωμαι, ήτοι προς θεωρίαν, ουδέ επιθυμία επιθυμήσω την αγάπην, και αν δοθή μοι κατά χάριν, ηνίκα ουκ εκτησάμην την αγάπην, ου ζητώ αυτήν επεί ουκ εισήλθαν προς αυτήν δια της θύρας της φυσικής, ήτις εστίν η αγάπη.

Δει ουν πρώτον κτήσασθαι αγάπην, ήτις εστίν θεωρία η προτέρα της αγίας Τριάδος, και μετά ταύτα χωρίς δόσε­ως έσται μοι φυσικώς η των πνευματικών θεωρία.

Κατανόη­σαν μοι την σοφίαν του μακαρίου Παύλου, όπως κατέλιπε πάντα τα χαρίσματα τα μεταδιδόμενα υπό της χάριτος και ητήσατο την υπόστασιν αυτήν των πραγμάτων, ήτις υποδέχεται τα χαρί­σματα και φυλάττει αυτά, καθώς τις λέγει το χάρισμα της θε­ωρίας των κτισμάτων και τω Μωσεί εδόθη, και πολλοί αυ­τής ηξιώθησαν, όμως ουκ εν βεβαιώσει, άλλ' εν αποκαλυψει.

Εγώ δε ο βαπτισθείς εν τω Πνεύματι τω αγίω και πεπληρωμένος χάριτος υπάρχων θέλω δέξασθαι αίσθησιν εντός μου του ενοικούντος εν εμοί Χριστού.

Ο Χριστός γαρ εποίησε τον ανακαινισμόν της φύσεως ημών εν τη εαυτού υποστάσει, και ενεδυσάμεθα αυτόν εξ ύδατος και Πνεύματος, και εν μυστηρίω αρρήτων ήνωσεν ημάς εαυτώ, και εποίησεν ημάς μέλη του εαυτού σώματος αλλ' ενταύθα μεν εν αρραβώνι, εν δε τω καινώ κόσμω φυσικώς μεταδιδοί της ζωής τοις λοιποίς μέλεσι.

Λοιπόν τι θέλεις και ζητείς την θεωρίαν προ της αγάπης, όποτε Παύλος ο θείος αδόκιμον αυτήν εποίησεν εκτός αγάπης; Εκείνο γαρ ο είπας, ότι η εργασία των εντολών αναχαιτίζει με της θεωρίας, δήλον ότι έψεξας την του πλησίον αγάπην και προέκρινας την θεωρίαν και επιθυμείς ιδείν αυτήν, ένθα ου θεωρείται, έως ότε ημείς ου δυνάμεθα ιδείν την θεωρίαν, ω σοφώτατε, άλλ' η θεωρία αυτή δεικνύει ημίν εαυτήν εν τω εαυτής τόπω.

Καθάπερ εν τη αυξήσει της ηλικίας της φύσεως δέχεται η ψυχή την διαφοράν της γνώσεως και αισθάνεται των του κόσμου και γυμνάζεται εν αυτοίς ημέραν καθ' ημέραν, ούτω και εν τοις του πνεύματος δέχεται τις την θεωρίαν την πνευματικήν και την θείαν αίσθησιν, και γυμνάζεται εν αυτοίς, καθ' όσον αυξάνει ο νους εν τη πολιτεία της διανοίας, και προ­κύπτει επί το έμπροσθεν.

Εάν δε φθάση την χώραν της αγάπης θεωρεί τα πνευματικά εις τον τόπον αυτών, άτινα καθ' όσον αν τις βιάσηται καταβιβάσαι προς αυτόν, ου πείθονται.

Εάν δε φαντασθή τολμηρώς και θεώρηση και κατανοήση εν αυτοίς εν ου καιρώ, αμβλυωμπεί ευθύς η όρασις αυτού, και φαντασίαι και τύποι αντί των αληθινών θεωρούνται αυτώ.

Ταύτα αρτίως ηνίκα αν λάβης εν τω νοί σου τω διακριτικώ, μη ζήτησης την θεωρίαν εν ου καιρώ.

Εάν δε και νυν δοκή σοι οράσθαι την θεωρίαν, σκιά εστί της φαντασίας, και ου θεωρία η θεωρία.

Ότι παντί νοητώ γίνεται ομοίωμα και τύπος φαντασίας και πάλιν γίνεται εν αυτώ και θεωρία αληθινή.

Ιδού γαρ και ταίς φυσεσι ταίς συνθέτοις γίνεται φαν­τασία, και εστίν ότε έχουσι και θεωρίαν αληθινήν.

Εάν δε η θε­ωρία αληθής, το φως ευρίσκεται κακείνο το θεωρούμενον πλησίον της αληθείας θεωρείται.

Όταν δε γένηται εξ εναντίας τούτων, σκιάν αντί της αληθείας θεωρεί ο οφθαλμός, ότε θεωρεί ύδωρ, όπου ουκ εστίν ύδωρ, και οικοδομάς επηρμένας και κρεμαμένας εν τω αέρι, και εισίν εν τη γη κείμεναι.

Εν τη τοιαύτη δηλώσει των σωματικών, το αυτό νοεί μοι και επί των νοητών.

Εαν μη καθαρισθη η όρασις του νοός εν τη εργασία των εντολών και εν ταίς πράξει των πολιτειών της ησυχίας,και κτήσηται το φως της αγάπης εν τελειότητι και αυξηθή εν τη ηλικία της καινότητος του Χριστού και εν τη διαφορά της γνώσεως πλησίον γένηται των πνευματικών φύσεων εν τη τά­ξει, εν η ζητεί την αγγελικήν πολιτείαν του Πνεύματος, ου δύναται θεωρητικός αληθινός γενέσθαι της θείας θεωρίας.

Και όσα ομοιώματα τίνα νομίζει ο νους υπέρ αυτών ποιείσθαι, φαντασία λέγεται και ουκ αλήθεια.

Και τούτο, το θεωρείν άλλο τι αντ' άλλου τον νουν, εκ του μη καθαρεύειν συμβαίνει αυτόν.

Η φύσις γαρ της αληθείας αναλλοίωτος μένει αεί, μη αλλοιουμένη ποτέ εις ομοιώματα.

Η αιτία της φαντασίας των εικόνων, η ασθένεια και ουχ η καθαρότης εστί του νοός.

Τούτο συνέβη και τοις έξω φιλοσόφοις, επειδή ταύτα ενόμισαν είναι τα πνεύματικά, περί ων διδαχήν αληθινήν εκ του Θεού ουκ εδέξαντο.

Εκ γαρ του σφιγμού και της κινήσεως του λογιστικού αυτών και εκ των εννοιών των λογισμών αυτώ έδοξαν τη οιήσει αυτών, ότι εισί τι.

Και μετά τούτου, και πώς εισί διελογίσαντο, ίνα η εύρεσις της γενέσεως αυτών και η άλλοίωσις της αφομοιώσεως αυτών αυτοίς γένωνται τα αμφότερα.

Και διελάλησαν περί αυτών εν οιήσει τη μη καθηκούση και τον ένα Θεόν εις πολυθεΐαν κατεμερίσαντο και ελάλησαν και συνέθεντο εν τη αδολεσχία των λογισμών αυτών.

Και ταύτην την φαντασίαν της παραφρονήσεως των λογισμών αυτών θεωρίαν εκάλουν των φύσεων.

Θεωρία ουν η αληθινή των φύσεων των αισθητών και αναίσθητων και αυτής της αγίας Τριάδος, εν τη του Χριστού αποκαλύψει προσγίνεται, ην εδίδαξε και έδειξε τοις ανθρώποις, ηνίκα εν πρώτοις εποίησεν ανακαινισμόν εν τη εαυτού υποστάσει τη φύσει τη ανθρωπίνη, και κατέτριψεν ημίν οδόν εν εαυτώ του διαβήναι εν ταίς ζωοποιοίς αυτού εντολαίς προς την αλήθειαν.

Και τότε ικανή η φύσις γενέσθαι θεωρητική της αλη­θινής θεωρίας, αλλά μη της φανταστικής, οπόταν ο άνθρωπος εν πρώτοις εν τη υπομονή των παθών και τη εργασία και τη θλίψει αποδύσηται τον παλαιόν άνθρωπον των παθών, καθώς σποδύεται το βρέφος το ευθυγενές το της μήτρας ένδυμα.

Τότε ικανός ο νούς γεννηθήναι πνευματικώς και οραθήναι εν τω κόσμω του πνεύματος και δέξασθαι θεωρίαν της πατρίδος αυτού Η θεωρία ουν αρτίως των ποιημάτων, ει και γλυκεία εστίν, αλλά σκιά εστί της γνώσεως, και ουκ εστίν η γλυκύτης αυτής αφωρισμένη εκ της των ονείρων φαντασίας, θεωρία ουν του καινού κόσμου εν τω πνεύματι αποκαλύψεως, εν η κατατρυφά ο νους πνευματικώς, της χάριτος εστίν ενέργεια, αλλ’ ου σκιά της γνώσεως.

Και ουκ εστίν η ηδυτης αυτής αφωρισμένη εκείνης, ης έγραψεν ο Απόστολος, «α οφθαλμός», λέγων, «ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσεν, ουδέ επί καρδίαν ανθρώπου ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν», τοις αγίοις δε απεκάλυψεν ο Θεός δια του Πνεύματος αυτού.

«Αυτό γαρ το Πνεύμα πάντα ερευνά και τα βάθη του Θεού».

Και αύτη η θεωρία γίνεται τροφή τω νοΐ, έως αν ισχύση δέξασθαι θεωρίαν υψηλοτέραν της πρώτης θεωρίας.

Διότι η θεωρία τη θεωρία μεταδίδωσι, μέχρις αν εισαχθείη εις την χώραν ο νους της τελείας αγάπης.

Η αγάπη γαρ τόπος εστί των πνευματικών και εν τη καθαρότητι της ψυ­χής αυλίζεται, και ότε σταθή ο νους εν τη χώρα της αγάπης, ενεργεί η χάρις και δέεται ο νους την θεωρίαν του Πνεύματος και γίνεται θεωρητικός των κρυπτών.

Είπον γαρ, ότι εκ δύο δίδοται το χάρισμα των αποκαλύψεων της θεωρίας του νοός.

Έστι γαρ ότε δια της χάριτος εκ της θερμότητος της πίστεως δίδοται, εστί δ' ότε εκ της των εντολών εργασίας και της καθαρότητος.

Εκ της χάριτος μεν, καθώς προς τους μακαρίους Αποστόλους, ουκ εκ της εργασίας των εντολών τον νουν καθηραμένους και της αποκαλύψεως της θεωρίας αξιωθέντας, αλλ' εκ της θέρμης της πίστεως διότι επίστευσαν εις τον Χριστόν εν απλότητι και ηκολούθησαν αυτώ εν καρδία διαπύρω αδιστάκτως.

Και ότε ετελείωσε την οικονομίαν αυτού την προσκυνητήν, απέστειλεν αυτοίς το Παράκλητον Πνεύμα και εκάθηρε και ετελείωσε τον νουν αυτών και ενεργη­τικώς ενέκρωσεν εντός αυτών τον παλαιόν άνθρωπον των πα­θών, και ενεργητικώς εζωοποίησεν εν αυτοίς τον καινόν του Πνεύματος άνθρωπον και εδέξαντο την αίσθησιν των αμφοτέρων αυτών.

Ούτω και ο μακάριος Παύλος ανεκαινίσθη μυστικώς, και ούτως εδέξατο την θεωρίαν της αποκαλύψεως των μυ­στηρίων, και συν τούτοις ουν ην πεποιθώς εις αυτήν.

Ενεργητι­κώς εδέξατο την χάριν και δωρεάν, αλλ’ όλον τον της ζωής αυτου χρόνον εποίει τον δρόμον, ίνα ανταποδώση κατά τον δυνα­τόν τη χάριτι, ης ηξιώθη, εξ ότου συνωμίλησεν αυτώ εν τη οδώ, ως οικείω, και απέστειλεν αυτόν είς Δαμασκόν.

Ουκ εγράφη, ότι ωμίλησεν αυτώ φανερώς ο Ιησούς, άλλ', ως και ο Ανανίας γρά­φει, ότι είπεν αυτώ' «Σαούλ αδελφέ, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οφθείς σοι εν τη οδώ, απέστειλε με προς σε, όπως αναβλέψωσιν οι οφθαλμοί σου και πληρωθής Πνεύματος αγίου».

Και ότε εβάπτισεν αυτόν, ενεπλήσθη Πνεύματος αγίου και ησθήθη των μυστηρίων των αποκαλύψεων των αποκρύφων, καθώς ενηργήθη και τοις αγίοις Αποστόλοις ηνίκα συν αυτοίς ανεστρέφετο ο Ιησούς είπεν «ότι πολλά έχω λέγειν υμίν, άλλ' ου δύνασθε βαστάζειν άρτι Όταν δε έλθη το Πνεύμα το άγιον, εκείνο οδηγήσει ημάς εις πάσαν την αλήθειαν και τα μέλ­λοντα αναγγελεί υμίν».

Και ο μακάριος Παύλος δηλονότι ηνίκα εδέξατο το Πνεύμα το άγιον και ανεκαινίσθη εν αυτώ, ηξιώθη των μυστη­ρίων της αποκαλύψεως και εν τω Πνεύματι των αποκαλύψεων εΘεώρει και ετρύφα εν τη θεωρία, και ήκουσεν άρρητα ρήματα, και εΘεώρει θεωρίαν υψηλοτέραν της φύσεως, και απήλαυσεν εν ταίς θεωρίαις των ουρανίων δυνάμεων, και των πνευματι­κών πραγμάτων ην κατατρυφών.

Και τούτο μη γένοιτο, ως καταφρονούσιν οι αιρετικοί οι λεγόμενοι Ευκτίται, ότι την άνοδον εκείνην ανήλθε θελήσει αυτού (ουδέ όλως δύναται ο νους ανελθείν εκείσε), αλλ' αρπαγή ηρπάγη εν τω Πνεύματι των αποκα­λύψεων, καθώς γέγραφεν εν τη προς Κορινθίους επιστολή εξ εναντίας των ματαίων ανθρώπων, οίτινες αφωμοίουν εαυτούς τοις αγίοις Αποστόλοις και ωμολόγουν τάς φαντασίας των λογι­σμών αυτών και εκάλουν αυτάς πνευματικάς θεωρίας.

Τούτο προς αιρετικούς πολλούς ευρέθη, λέγω δη του Ωριγένους εγγύς, και του Ουαλεντίνου, και του υιού του Δισσάν, και του Μαρκίωνος, και του Μάνεντος, και των λοιπών παλαιών αιρεσιαρχών των κακών αιρέσεων, των από των καιρών των Αποστόλων αρξαμένων και έως της σήμερον ευρισκομένων εν τόποις τόποις.

Λοιπόν διότι τίνες εν τη φαντασία των δαιμόνων εφθαρμένοι άνθρωποι ηθέλησαν φθείραι την διδαχήν των μακα­ρίων Αποστόλων, ηναγκάσθη ο θείος Απόστολος καταλύσαι το καύχημα των αιρετικών, των καυχωμένων εν τη σκιά της εργασίας των δαιμόνων των φαινομένων αυτοίς, ηνίκα διηγείται την θείαν θεωρίαν την εαυτού εν ταπεινώσει και φόβω πολλώ, εις πρόσωπον άλλου αναφέρων αυτήν.

«Είδον», γαρ φησιν, «άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων, είτε εκτός του σώματος, είτε εν σώματι, ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν, αρπαγέντα εις τον παράδεισον και ακούσαντα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι».

Αρπαγή ουν ηρπάγη, λέγει, και ουχ ότι εκουσίως ανήλθεν εν τω νοΐ αυτού εν τη θεωρία εις τον τρίτον ουρανόν.

Αλλ' ότι είδε θεωρίας έγραψε και ότι ήκουσε ρήματα είπε, τίνες δε εισίν οι λόγοι ή οι τύποι των θεωριών, ουκ ηδυνήθη γράψαι.

Ο γαρ νους ηνίκα εν τω Πνεύματι της αποκαλύψεως είδεν αυτά εν τω εαυτώ τόπω, ουκ εδέξατο παράθεσιν λαλήσαι αυτά εν τω τόπω τω μη ιδίω αυτών.

Ούτε δε ει ηθέλησε λαλήσαι αυτά ηδυ­νήθη.

Διότι ουκ εν ταίς σωματικαίς αισθήσεσιν είδεν αυτά.

Όπερ γαρ δέχεται ο νους εν ταίς αισθήσεσι του σώματος, δύναται πάλιν και εν αυταίς ερμηνεύσαι εν τη χώρα των σωμάτων, όπερ δε εντός εαυτού εν τη χώρα του πνεύματος αισθητικώς θεωρεί ή ακούει ή αισθάνεται, ηνίκα στρέφεται προς το σώμα, ουχ ικανοί διηγήσασθαι μνημονεύει δε μόνον ότι είδεν αυτά, πώς δε, ου τρανώς γινώσκει διηγήσασθαι.

Και εκ τούτου ελέγχονται αι γραφαί αι ψευδείς, αι καλούμεναι αποκαλύψεις, αι εκτιθείσαι υπό των αιρεσιαρχών των εφθαρμένων αιρέσεων εν τη φαντασία των δαιμόνων περί των μονών του στερεώματος, εν αίς άγουσι τον νουν εις το μαθείν εκουσίως και περί των εισόδων των εις τον ουρανόν του νοός και περί των τόπων των αφωρισμένων τη κρίσει, και περί των πολυτρόπων τυπων των δυνάμεων, και περί της ενεργείας αυτών, άπερ πάντα σκιά του νοός του μεμεθυσμένου εν τη οιήσει και παραπεπληγμένου εν τη εργασία των δαιμόνων.

Δια τούτο ο μακάριος Παύλος ενί λόγω απέκλεισε την θύραν εις το πρόσω­πον της απάσης θεωρίας και εισήνεγκε τον αποκλεισμόν αυτής εντός της σιωπής.

Ένθα ουδέ ει ηδυνήθη ο νους δείξαι αυτά, παράθεσιν εδέξατο αν.

Είπε γαρ πάσας τάς θεωρίας, ας ικανοί εν τη χώρα δείξαι των σωμάτων η γλώσσα, φαντασίαι είσι των λογισμών της ψυχής, αλλ' ουκ ενέργεια χάριτος.

Λοιπόν η οσιότης σου, ως μνημονεύουσα τούτων, παρατήρησαί μοι τάς φαντασίας των λογισμών των βαθέων.

Προς μοναχούς γαρ έχοντας αγχίνοιαν και εξετάζοντας τάς κενο­δοξίας και επιθυμούντας τάς καινουργίας, τους εν προσώπω διάγοντας, μάλιστα ο πόλεμος ούτος γίνεσθαι πέφυκε.

Μαλπάς γαρ τις ονόματι εξ Εδέσσης έλκων το γένος, εν καιρώ τινι ην ευρηκώς την αίρεσιν των Ευκτιτών εν πο­λιτεία μεγάλη διάγων και έργοις βιαιοτέροις εγκαρτερών και εν θλίψεσι.

Λέγεται γαρ ότι μαθητής ων του μακαρίου Ιουλιανού, του καλουμένου Σαβά, εν καιρώ ολίγω απήλθε μετ'αυτού εις το Σίναιον και είς Αίγυπτον και είδε τους μεγάλους πατέρας τους εν εκείνω τω καιρώ, είδε τον μακάριον Αντώνιον και ήκουσεν εξ αυτού μυστικούς λόγους, ους περί καθαρότητος ελάλει και σωτηρίας ψυχών, και ήκουσεν ερωτήσεις λεπτάς περί των παθών, δι' ων ηρμήνευεν, ότι έχει ο νους θεωρίας περί των μυστη­ρίων του Πνεύματος μετά την εαυτού κάθαρσιν και ότι η ψυχή δύναται δια της χάριτος αξιωθήναι της απαθείας, όταν αποδόσηται τη εργασία των εντολών τα πάθη τα παλαιά και σταθή εν τη υγιεία της φύσεως εαυτής της πρώτης.

Και ότε ήκουσε τους λόγους τούτους ο Μαλπάς εν τη ακμή της νεότητος αυτού, εθερμάνθη καθάπερ πυρ, και ήλθεν είς την εαυτού πόλιν, ηνίκα επυρώθη εν αυτώ το πάθος της φι­λοδοξίας και εξελέξατο εαυτώ σκήνωμα αναχωρητικόν και αφώρισεν εαυτόν είς έργα και θλίψεις σκληράς και είς αδιαλεί­πτους ευχάς.

Και ότε εξεκαύθη εν αυτώ το πάθος της δοξομανίας, όπερ ην έλπις αυτώ φθάσαι τα υψηλά, άπερ ην ακούσας, ηνίκα ουκ έμαθε την τέχνην την εναντιουμένην τοις εχθροίς της αληθείας και ουκ ενόησε τάς ενέδρας και τους δόλους και τάς μηχανας του αντιπάλου, εν αίς κλέπτει τους ισχυρούς και τους κραταιούς είς απώλειαν, εθάρρησε δε μόνον επί τα έργα και τάς θλίψεις και την ακτημοσύνην και την άσκησιν και την εγκράτειαν, μη την εαυτού κτησάμενος εξουδένωσιν και την ταπείνωσιν και τον συντριμμόν της καρδίας (άπερ εισίν όπλον αήττητον προς τα εναντιώματα του πονηρού), μήτε δε μνημονεύσας της Γραφής της λεγούσης, όταν πληρώσητε τα έργα και φυλάξητε τάς εντολάς, και υπομείνητε τάς θλίψεις, λογίσασθαι εαυτούς «δούλους αχρείους», αλλ' εν τη οιήσει τη υψηλή, τη υπέρ εαυτού, τη εκ της εργασίας των πολιτειών αυτού γινομένη, ην πυρούμενος και κατακαιόμενος τη επιθυμία των υψηλών ων ήκουσε.

Και μετά καιρόν πολύν ηνίκα είδεν αυτόν ο διάβολος κενόν εκ της εργασίας της ταπεινώσεως και μόνον επιθυμούντα της θεωρίας αισθηθήναι των μυστηρίων, ων ήκουσεν, έδειξεν αυτώ εαυτόν εν φωτι απείρω λέγοντα αυτώ, εγώ ειμί ο Παράκλητος και επέμφθην παρά του Πατρός προς σε, όπως αξιώσω σε ιδείν την θεωρίαν, ην επιθυμείς χάριν των έργων σου, και δούναι σοι την απάθειαν και των έργων ανέσαι σε του λοιπου.

Αντί δε τούτων ο κακομήχανος ητήσατο προσκύνησιν τον δείλαιον εκείνον.

Εκείνος δε ο μωρός, δια το μη αισθηθήναι αυτόν του πολέμου του πονηρού, ευθέως μετά χαράς εδέξατο αυτόν και προσεκύνησεν αυτώ, και παραχρήμα υπό την εξουσίαν αυτού εγένετο.

Και αντί της θείας θεωρίας επλήρωσεν αυτόν φαντα­σίας δαιμόνων και εποίησεν αυτόν αργήσαι εκ των πράξεων των υπέρ της αληθείας και ύψωσεν αυτόν και εχλεύασεν εν τη ελπίδι τη κενή της απαθείας, λέγων αυτώ, νυν ου χρήζεις των έργων και των κολαφισμάτων του σώματος και του αγώνος του αντικειμένου τοις πάθεσι και ταίς επιθυμίαις, και εποίησεν αυ­τόν αιρεσιάρχην των Ευκτιτών.

Ότε δε επληρώθησαν και εφανερώθη η διδαχή η βέβηλος και νόθος, εδιώχθησαν παρά του κατ’ εκείνον τον καιρόν επισκόπου.

Πάλιν δε άλλος τις, ονόματι Ασινάς, εν αυτή τη Εδέση ποιήσας πολλά τριλέξια ψαλλόμενα έως την σήμερον, εν πολιτεία μεγάλη διήγε, και εν έργοις σκληροτέροις ακρίτως εδέσμησεν εαυτόν, έως ου δοξασθή.

Τούτον επλάνησεν ο διάβολος και εξήνεγκεν αυτόν εκ του κελλίου αυτού και έστησεν επάνω όρους καλουμένου Στορίου και συνέθετο και έδειξεν αυτώ σχήματα των αρμάτων και των ιππέων και είπεν αυτώ ο Θεός έπεμψε με λαβείν σε εις τον παράδεισον κατά τον Ηλίαν.

Και ως ηπατήθη εν τη νηπιοφροσύνη αυτού και ανήλθε καθίσαι επί το άρμα, κατελύθη εκείνη πάσα η φαντασία και κατήλθεν από ύψους πολλού, και έπεσεν εκείθεν επί την γήν, και απέθανεν θά­νατον γέλωτος.

Ταύτα είπον ενταύθα ου ματαίως, αλλ' ίνα μάθωμεν τον εμπαιγμόν των δαιμόνων, των διψώντων την απώλειαν των αγίων, και μη επιθημήσωμεν εν ου καιρώ τα υψηλά των πολιτειών της διανοίας, ίνα μη καταγελασθώμεν υπό του πονηρού και αντιπάλου ημών.

Διότι ορώ και σήμερον, ότι νεώτεροι, οι πλήρεις παθών, βαττολογούσι και δογματίζουσι περί των μυ­στηρίων της απαθείας αφόβως.

Εγράφη τινι των αγίων, εξ ανθρώπων πεπληρωμένων παθών, εξεταζόντων περί λόγων των σωματικών και ασω­μάτων, οι ουκ ήσαν αφωρισμένοι από των νοσερών των δογματιζόντων περί υγιείας.

Ο μακάριος Παύλος ηνίκα ησθήθη περί των μαθητών των καταφρονησάντων μεν τάς εντολάς και ταπάθη μη νικησάντων, την δε μακαριότητα των μυστηρίων τηςθεωρίας της μετά την κάθαρσιν επιθυμούντων, είπεν αυτοίς-πρώτον αποδύσασθε τον παλαιόν άνθρωπον των παθών, καιτότε επιθυμήσατε ενδύσασθαι τον καινόν, τον ανακαινούμενον εν επιγνώσει των μυστηρίων, καθ' ομοιότητα του ποιητού και μηεπιθυμήσητε εκείνην την εμήν των Αποστόλων, την ενεργητι­κώς δια της χάριτος γενομένην διότι «ο Θεός ον θέλει ελεεί, ον δε θέλει σκληρύνει».

Τις γαρ κατά πρόσωπον αυτού στήσεται, ή εξ εναντίας του θελήματος αυτού; Έστι γαρ ότε, ποτέ μεν δωρεάν παρέχει ο Θεός, ποτέ δε τα έργα και την κάθαρσιν ζητεί, και ούτω χαρίζεται εστί δ' ότε ουδέ μετά τα έργα και την κάθαρσιν παρέχει ώδε, αλλά φυλάττει, ίνα δω αυτήν εις τον τόπον αυτής.

Τούτο δε ευρίσκομεν ότι ποιεί και εν τη ελάττονι ταύτης, τη των αμαρτιών φημι συγχωρήσει.

Ιδού γαρ το βάπτι­σμα δωρεάν συγχωρεί και ου ζητεί όλως τι, αλλ' ή πίστιν εν τη μετανοία δε των αμαρτιών τη μετά το βάπτισμα, ου δωρεάν, αλλά ζητεί κόπους και θλίψεις και λύπας της κατανύξεως και δάκρυα και κλαυθμόν καιρού πολλού, και ούτω συγχωρεί.

Τω ληστή γαρ δωρεάν συνεχώρησεν, εν μόνη τη εν λόγω εξομολο­γήσει εν τω σταυρώ, και την βασιλείαν των ουρανών επηγγείλατο.

Και παρά της αμαρτωλού πάλιν πίστιν και δάκρυα εζήτησεν.

Εκ των μαρτύρων δε και ομολογητών, μετά της πίστεως της καρδίας αυτών εζήτει και τάς θλίψεις, τάς βασάνους, τον κτενισμόν, τάς τιμωρίας, τους θανάτους τους πολυτρόπους.

Πεπεισμένη ουν η ση αγιωσύνη εν τούτοις και τοις τοιούτοις, όρα εν τοις πρώτοις και τοις εσχάτοις, και μη ζήτησης την θεωρίαν εν ου καιρώ θεωρίας.

Και εν όσω εν τω τόπω του σώματος κεκλεισμένος ει, γίνου σπουδαίος τοις έργοις της μετανοίας και παλαιστής προς τα πάθη και υπομονητικός εν τη εργασία των εντολών, και παραφυλάξαι εκ του εμπαιγμού τών δαιμόνων και των κηρυττόντων την τελειότητα άτρεπτον εν τω κόσμω τω εμπαθεί και εκκλινομένω.

Και ταύτα μηδέ των αγγέλων των αγίων, των λειτουργών του Πατρός και του Πνεύματος, όντων, οι τίνες εκδέχονται τον ανακαινισμόν της μεσότητος, του ελευθερωθήναι της δουλείας της φθοράς εν τη ελευθερία των τέκνων του Θεού.

Τελειότης γαρ εναυθά εστίν, ένθα ήλιος ανατέλλων τε και δυνών εστίν εν μέσω των νεφελών, εν καιρώ ευδία, και εν καιρώ αυχμός; Και ποτέ μεν χαρά, ποτέ δε κατήφεια; Και όπερ εναντίον τούτων, μέρος εστί των λύκων, καθώς τις των αγίων έφη.

Ο δε Θεός στηρίζοι την βάσιν της πολιτείας ημών εν τη βεβαιώσει τη αληθινή και τη διδαχή αυτόν τη αγία, ω πρέ­πει η δόξα, το κράτος, και η μεγαλοπρέπεια νυν τε και εις τους ατελευτήτους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.

ΛΟΓΟΣ Α - Μετάφραση

Περί αποταγής και μοναχικής ζωής

---1. Ο φόβος του Θεού είναι αρχή της αρετής.
Λέγεται δε ότι είναι γέννημα της πίστεως και σπείρεται στην καρδιά, όταν αποχωρισθή η διάνοια από τον περισπασμό του κόσμου, ώστε να συνάξη τις σκέψεις της, που περιφέρονται από τον μετεωρισμό, με σκοπό την αναζήτησι της μέλλουσας αποκαταστάσεως.
Τίποτε δεν είναι καταλληλότερο, για να θεμελιώση κανείς την αρετή, από το να επιδοθή στην απαλλαγή από τις υποθέσεις του βίου και να διαμείνη στον νόμο του φωτός, στην οδό των δικαίων και των αγίων, όπως κατά Πνεύμα επεσήμανε και επωνόμασε ο ψαλμωδός.


Μόλις και μετά δυσκολίας ευρίσκεται άνθρωπος που μπορεί να βαστάση τις τιμές, ίσως μάλιστα δεν ευρίσκεται καθόλου (κι αυτό λόγω της γρήγορης εναλλαγής των πραγμάτων, όπως θα μπορούσε να ειπή κανείς), ούτε ακόμα κι αν γίνη κανείς ισάγγελος.


---2. Αρχή της οδού της ζωής είναι το να μελετά ο νους πάντοτε τα λόγια του Θεού και να περνά σε πτωχεία.
Διότι το πότισμα από εκεί συντελεί στην τελείωσί της• δηλαδή το πότισμα από τη μελέτη των λόγων του Θεού σε βοηθεί στην επίτευξι της πτωχείας, η δε επίτευξις της πτωχείας σου δίδει ευκαιρία να επιτύχης την μελέτη των λόγων του Θεού.
Η βοήθεια αυτών των δύο φέρει γρήγορα στην ανάβασι όλης της οικοδομής των αρετών.
Κανείς δε μπορεί να πλησιάση τον Θεό, παρά μόνο εκείνος που απομακρύνεται από τον κόσμο.
Απομάκρυνσι βέβαια δεν εννοώ την έξοδο από το σώμα, αλλ' από τα πράγματα του κόσμου.


---3. Αυτή είναι η αρετή, το να σχολάση κανείς από τον κόσμο κατά τη διάνοιά του.
Δεν μπορεί η καρδιά να γαληνεύση και να είναι αφαντασίαστη, όσον καιρό οι αισθήσεις ενεργούν, και χωρίς την έρημο ούτε τα πονηρά πάθη καταργούνται ούτε οι πονηροί λογισμοί εκλείπουν.
Πριν η ψυχή μεθύση από την πίστι στον Θεό και αντιληφθή την πνευματική της δύναμι, δεν μπορεί να θεραπεύση την ασθένεια των αισθήσεων ούτε να καταπατήση με δύναμι την ορατή ύλη που αποτελεί φραγμό στις εσωτερικές κινήσεις, ούτε να αντιληφθή το λογικό γέννημα του αυτεξουσίου.
Καρπός αυτών των δύο είναι η λύτρωσις.
Χωρίς την πρώτη δεν υπάρχει ούτε η δεύτερη, και όπου ορθοποδεί η δεύτερη, εκεί η τρίτη δένεται σαν με χαλινάρι.


---4. Όταν η χάρις αυξηθή στον άνθρωπο, τότε μέσα στον πόθο της δικαιοσύνης ο φόβος του θανάτου του γίνεται ευκαταφρόνητος, και ευρίσκει πολλές αιτίες στην ψυχή του, περί του ότι πρέπει να υποφέρη θλίψεις για τον φόβο του Θεού.
Όσα φαίνονται να βλάπτουν το σώμα, που εισβάλλουν ξαφνικά στην φύσι και ακολούθως προκαλούν παθήματα, εμπρός στα μάτια του θεωρούνται μηδαμινά σε σύγκρισι προς τα μελλοντικά αγαθά που ελπίζονται από τώρα.
Δεν είναι δυνατό, χωρίς την παραχώρησι των πειρασμών, να γνωρίσωμε την αλήθεια.
Πληροφορείται δε ακριβώς περί τούτου ο άνθρωπος από την διάνοιά του, καθώς και περί του ότι δείχνει πολλή πρόνοια ο Θεός για τον άνθρωπο• δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν ζή κάτω από την πρόνοιά του• εκείνους μάλιστα που εξήλθαν για να τον αναζητήσουν και βαστάζουν τα πάθη για χάρι του, τους παρακολουθεί προσεκτικά, δείχνοντάς τους με το δάκτυλο.

---5. Όταν όμως ο άνθρωπος στερήται πλήρως της χάριτος, τότε όλα τα προειρημένα ευρίσκονται ενάντια σ' αυτόν, η γνώσις φαίνεται μεγαλύτερη από την πίστι λόγω της περιέργειας και η πεποίθησις στον Θεό δεν κατορθώνει όλα τα πράγματα• κι έτσι ούτε η πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο αναγνωρίζεται, αλλά ο τέτοιου είδους άνθρωπος πέφτει θύμα της ενέδρας εκείνων που παραμονεύουν για να κατατοξεύσουν τα βέλη τους στο σκοτάδι εναντίον του.

---6. Αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου είναι ο φόβος του Θεού.
Αλλ' αυτός δεν δέχεται να διαμείνη στην ψυχή μαζί με τον μετεωρισμό• διότι με την επήρεια των αισθήσεων η καρδιά απομακρύνεται από την απόλαυσι του Θεού.
Όπως έχει λεχθή, οι εσωτερικές σκέψεις κατά την αίσθησί τους έχουν δεθή με τα αισθητήρια που τις υπηρετούν.


---7. Ο δισταγμός της καρδίας εισάγει στην ψυχή την δειλία, ενώ η πίστις μπορεί να ενισχύση την ανδρεία ακόμη και με την εκκοπή των μελών.
Όσον καιρό υπερισχύει σε σένα ο πόθος της σαρκός, δεν θα μπορέσης να γίνης θαρραλέος και απτόητος από τα πολλά εναντιώματα που παραμένουν κοντά σ' αυτό που ποθείς.


---8. Όποιος επιθυμεί την τιμή, δεν μπορεί ν' αποφύγη τις αιτίες της λύπης.
Δεν υπάρχει άνθρωπος που, ενώπιον της μεταβολής των πραγμάτων, η διάνοιά του δεν δοκιμάζει αλλοίωσι προς το προκείμενο πράγμα.
Εάν, λέγει, η επιθυμία είναι γέννημα των αισθήσεων, ας σιωπήσουν λοιπόν όσοι ομολογούν ότι φυλάττουν την ειρήνη της διανοίας μέσα στους περισπασμούς.


---9. Σώφρων είναι, όχι όποιος λέγει ότι οι αισχροί λογισμοί του σταματούν την ώρα του κόπου και τον καιρό της πάλης και του αγώνος, αλλά όποιος με την αλήθεια της καρδιάς του σωφρονίζει την θεωρία της διανοίας του, ώστε να μη ατενίζη με αναίδεια τους ακόλαστους λογισμούς.
Όταν η σεμνότης της συνειδήσεώς του μαρτυρήται από τα βλέμματά του που συγκρατούνται προσεκτικά, η αιδημοσύνη είναι σαν καταπέτασμα που κρεμάται στον κρυπτό χώρο των λογισμών, και η αγνεία του γίνεται σαν σώφρων παρθένος που διατηρείται πιστή στον Χριστό.


---10. Τίποτε δεν είναι τόσο ικανό για να αποτρέψη τις επιθυμίες της ακολασίας από την ψυχή και να διώξη τις μνήμες που κινούνται κι επαναστατούν μέσα στη σάρκα και της δημιουργούν ταραχώδη φλόγα, όσο το να βαπτισθούμε μέσα στον πόθο της μαθήσεως καν να επιδιώξωμε το βάθος των νοημάτων της θείας Γραφής.
Όταν οι λογισμοί καταβυθισθούν στην ηδονή που προκαλείται από την επιδίωξι της σοφίας της αποθησαυρισμένης στους λόγους, με την δύναμι που αντλεί απ' αυτούς την γνώσι, ο άνθρωπος εγκαταλείπει οπίσω του τον κόσμο και λησμονεί όλα τα ευρισκόμενα σ' αυτόν, εξαλείφει από την ψυχή όλες τις μνήμες που γεννούν εικόνες της σωματώσεως του κόσμου και πολλές φορές την απαλλάσσει από τους λογισμούς που κατά συνήθεια επισκέπτονται την φύσι.
Και η ίδια η ψυχή παραμένει σε έκστασι με τις νέες απαντήσεις που δίδονται από την θάλασσα των μυστηρίων των Γραφών.


---11. Επίσης, αν ο νους κολυμβά στην επιφάνεια των υδάτων, δηλαδή της θάλασσας των θείων Γραφών, και δεν μπορή να βυθίση τις σκέψεις του σε όλο το βάθος, ώστε να κατανοήση όλους τους θησαυρούς που ευρίσκονται στο βυθό της, αρκετός του είναι ο πόθος της ίδιας της μελέτης, για να δέση τους λογισμούς του δυνατά σ' ένα θαυμαστό λογισμό, ώστε να τους εμποδίση να τρέξουν προς τη φύσι του σώματος, όπως είπε κάποιος από τους θεοφόρους.
Διότι η καρδιά είναι χαύνη και δεν μπορεί να υποφέρη τις κακίες που συναντά από τους εξωτερικούς και εσωτερικούς πολέμους.
Και γνωρίζετε ότι ο κοινός λογισμός είναι βαρύς.
Αν η καρδιά δεν αφοσιωθή στη γνώσι, δεν μπορεί να υποφέρη την ταραχή που προκαλεί η ορμή του σώματος.


---12. Όπως το βάρος των σταθμών εμποδίζει την ταλάντευσι της ζυγαριάς με τους ανέμους, έτσι η αιδημοσύνη και ο φόβος εμποδίζουν την ταλάντευσι της διανοίας.
Η έλλειψις του φόβου και της αιδημοσύνης γίνεται αιτία να ρεμβάζη διαρκώς ο νους και λόγω της απομακρύνσεως του φόβου από την ψυχή η ζυγαριά της διανοίας κινείται ελεύθερα εδώ και εκεί.
Όπως λοιπόν, όταν οι πλάστιγγες της ζυγαριάς πιέζωνται από τα βαρύτατα σταθμά, η ζυγαριά δεν σαλεύεται εύκολα από τον άνεμο που πνέει, έτσι και η διάνοια, όταν βαρύνεται από τον φόβο του Θεού και την αιδημοσύνη, δεν ανατρέπεται εύκολα από εκείνα που την σαλεύουν.
Και όσο ελλείπει ο φόβος από τη διάνοια, τόσο αυτή κυριεύεται από την τροπή και την αλλοίωσι.
Προσπάθησε λοιπόν να θέσης θεμέλιο στην οδοιπορία σου τον φόβο του Θεού, και σε λίγες ημέρες θ' αποκατασταθής στην πύλη της βασιλείας χωρίς παρέκκλισι από τον δρόμο.

---13. Όταν μελετάς τις Γραφές, εξέτασε τον σκοπό του λόγου, ώστε να εμβαθύνης σ' αυτόν και να κατανοήσης σε όλη του την έκτασι το βάθος των αγίων νοημάτων.
Όσοι οδηγούνται κατά την ζωή τους από τη θεία χάρι προς τον φωτισμό, αισθάνονται ότι κάποια νοητή ακτίς διαπερνά τους στίχους των κειμένων και ξεχωρίζει για την διάνοια τα απλά λόγια από τα λόγια που έχουν βαθύ νόημα για την σύνεση της ψυχής.

---14. Ανθρωπος που διαβάζει απλώς τους βαθυστόχαστους στίχους, έχει την καρδιά του αποψιλωμένη και κενή από την αγία δύναμι που παρέχει στην καρδιά μια γλυκύτατη γεύσι με νοήματα που εκπλήσσουν την ψυχή.


---15. Κάθε πράγμα τρέχει εκ φύσεως προς το συγγενές του.
Και η ψυχή, που έχει μόριο του Πνεύματος, όταν ακούση ένα λόγο που έχει κρυμμένη μέσα του πνευματική δύναμι, έλκει ενθέρμως την έννοιά του.
Ένα πράγμα που λέγεται πνευματικώς κι έχει μέσα του κρυμμένη μεγάλη δύναμι δεν κινεί όλους τους ανθρώπους σε θαυμασμό.
Ο περί αρετής λόγος χρειάζεται καρδιά που έχει διακόψει τις σχέσεις με τη γη και με τη συναναστροφή της.
Η αρετή δεν κινεί τον λογισμό του ανθρώπου, που μοχθεί την φροντίδα των πρόσκαιρων πραγμάτων, προς την επιθυμία τους και προς αναζήτησι του τρόπου αποκτήσεώς των.
Η απαλλαγή από την ύλη προηγείται της ενώσεως προς τον Θεό, αν και πολλές φορές, κατά την οικονομία της χάριτος, αυτή η ένωσις ευρίσκεται πριν από εκείνην σε μερικούς ανθρώπους, καθώς ένας πόθος καλύπτει άλλον πόθο.
Η τάξις αυτής της οικονομίας είναι διαφορετική από την κοινή τάξι των ανθρώπων.
Εσύ βέβαια φύλαξε την κοινή τάξι, αν όμως προλάβη μέσα σου η χάρις, δικό της είναι το κατόρθωμα• αν όχι, ακολουθώντας τον δρόμο, που οι πολλοί εβάδισαν κατά την αναλογία της προόδου των, ανέβα στο ύψος του πνευματικού πύργου.


---16. Κάθε τι που ενεργείται διά της θεωρίας και εκτελείται διά της υπέρ αυτού εντολής, είναι εντελώς αθεώρητο από τους οφθαλμούς του σώματος.
Και κάθε τι που ενεργείται διά της πράξεως, είναι σύνθετο, διότι η μοναδική εντολή, δηλαδή η εκτέλεσις, χρειάζεται και τα δύο, την θεωρία και την πράξι, χάριν των σωματικών και των ασωμάτων.
Διότι η σύνθεσις των δύο αποτελεί μια ενότητα.
Τα έργα, που επιζητούν την καθαρότητα, δεν αναχαιτίζουν την μνήμη των περασμένων παραπτωμάτων, αλλά λαμβάνουν από την διάνοια την λύπη που προέρχεται από την μνήμη, κι έτσι η διάβασις της μνήμης γίνεται επωφελής στη διάνοια.
Η ευθυμία της ψυχής για την απόκτησι της αρετής είναι ανώτερη από την επιθυμία του ομοζύγου σώματος.
Το μέτρο αποτελεί κόσμημα κάθε πράγματος.
Διότι χωρίς μέτρο και τα θεωρούμενα ως καλά καθίστανται επιβλαβή.


---17. Θέλεις να κοινωνήσης με τον Θεό νοερώς διά της προσλήψεως εκείνης της ηδονής, που δεν είναι υποδουλωμένη στις αισθήσεις; Ακολούθει την αγάπη, που, όταν ευρίσκεται στην καρδιά σου, εικονίζεται μέσα σου το άγιο εκείνο κάλλος, με το οποίο ωμοιώθηκε.
Ο καθολικός χαρακτήρ της αγάπης φέρει την ψυχή χωρίς καθυστέρησι στην ένωσι με την λαμπρότητα της δόξας και στην κοινωνία με την θεότητα.


---18. Η πνευματική ένωσις είναι μνήμη ατελείωτη, η οποία με ένθερμο πόθο φλογίζει αδιακόπως την καρδιά, παίρνοντας δύναμι για τον δεσμό από την εμμονή στις εντολές, χωρίς τίποτε το καταχρηστικό ούτε το φυσικό.
Πράγματι, εκεί ευρίσκει την ύλη, ώστε να στηριχθη επάνω της για την θεωρία της ψυχής.
Έτσι η καρδιά φθάνει σε έκπληξι, κλείνοντας τις διπλές αισθήσεις της, τις σαρκικές και τις ψυχικές.
Δεν υπάρχει άλλος δρόμος προς την πνευματική αγάπη, που υποδηλώνει την αόρατη εικόνα, αν πρώτα δεν αρχίση κανείς να αισθάνεται έλεος, όπως είπε ο Κύριός μας, για να πλησιάση στην τελειότητα του Πατρός.
Διότι έτσι παρήγγειλε σ' αυτούς που τον υπακούουν τούτο να θέσουν θεμέλιο.


---19. Άλλος είναι ο λόγος της πράξεως και άλλος ο λόγος της τέχνης.
Διότι η σοφία γνωρίζει να στολίζη τους λόγους της χωρίς την πείρα των πραγμάτων και να λαλή την αλήθεια χωρίς να την γνωρίζη και να διδάσκη περί της αρετής χωρίς να έχη ποτέ λάβει πείρα του έργου της.
Ο λόγος που στηρίζεται στην πράξι είναι ταμείο της ελπίδος, ενώ η άπρακτη σοφία είναι αποθήκη αισχύνης.


---20. Ο άπρακτος λόγος είναι σαν τον τεχνίτη που ζωγραφίζει τους τοίχους με ύδωρ, το οποίο δεν μπορεί να ικανοποιήση τη δίψα του, και σαν τον άνθρωπο που βλέπει όμορφα όνειρα.
Εκείνος που ομιλεί περί της αρετής από έμπρακτη πείρα, μεταδίδει απ' αυτήν στον ακροατή του, όπως μεταδίδει κανείς από τα χρήματα του εμπορίου του κι ανοίγει το στόμα του θαρραλέα μαζί με τα πνευματικά του τέκνα, καθώς είπε ο γέρων Ιακώβ στον σώφρονα Ιωσήφ• «ιδού, σου έδωσα ένα μερίδιο περισσότερο από τους αδελφούς σου, το οποίο επήρα από τους Αμορραίους με το ξίφος μου και με το τόξο μου».


---21. Η πρόσκαιρη ζωή είναι ποθητή στον άνθρωπο με μολυσμένη διαγωγή, καθώς και σ' εκείνον που έρχεται δεύτερος απ' αυτόν, τον εστερημένο γνώσεως.
Καλώς έχει ειπεί κάποιος, ότι ο φόβος του θανάτου λυπεί τον άνθρωπο που κατακρίνεται από τη συνείδησί του• εκείνος όμως που έχει αγαθή μαρτυρία για τον εαυτό του, αυτός επιθυμεί τον θάνατο όσο τη ζωή.
Να μη θεωρήσης ως αληθινόν σοφό κάποιον που για χάρι αυτής της ζωής υποδουλώνει τη διάνοιά του στη δειλία και τον φόβο.
Όλα τα αγαθά και τα κακά που συμβαίνουν στην σάρκα, να τα θεωρής όνειρα• διότι δεν πρόκειται μόνο κατά τον θάνατο να τα αποχωρισθής, αλλά πολλές φορές σε εγκαταλείπουν και πριν από τον θάνατο και απέρχονται.
Αν όμως μερικά απ' αυτά τα αγαθά συνδέονται με την ψυχή σου, αυτά να νομίζης ότι στον αιώνα τούτον τα έχεις κτήματά σου, και στο μέλλοντα έρχονται μαζί σου.
Και αν είναι καλά, να ευφραίνεσαι και να ευχαριστήσης τον Θεό κατά την διάνοιά σου• αν όμως είναι κακά, να είσαι περίλυπος, να στενάζης και να ζητήσης απαλλαγή από αυτά, όσο είσαι ακόμη στο σώμα.
Κάθε αγαθό που ενεργείται μέσα σου νοερώς και κρυφίως, να το διατηρής ακριβώς.
Διότι γι' αυτά τα έργα μεσίτες έχουν γίνει το βάπτισμα και η πίστις, στα οποία προσηλώθηκες από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, για την εκτέλεσι αγαθών έργων του, μαζί με τον Πατέρα και το άγιο Πνεύμα.

---22. Σ' αυτόν ανήκει η δόξα και τιμή και ευχαριστία και προσκύνησις, στους αιώνες των αιώνων.
Γένοιτο.

ΛΟΓΟΣ Α':

ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΑΓΗΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

---1. Ο φόβος του Θεού αρχή εστί της αρετής.

Λέγεται δε είναι γέννημα της πίστεως και σπείρεται εν τη καρδία, όταν αποχωρισθή η διάνοια από του περισπασμοΰ του κό­σμου, του συνάξαι τάς νοήσεις αυτής, τάς ρεμβομένας εκ του μετεωρισμού, εν τη αδολεσχία της μελλούσης αποκαταστάσε­ως.

Το θείναι θεμέλιον της αρετής, ουδέν κρειττότερον του επισχείν τίνα εαυτόν εν τη απαλλαγή των του βίου πραγμάτων και διαμείναι εν τω νόμω του φωτός των τρίβων των ευθειών και αγίων, ων εν Πνεύματι ο ψαλμωδός εσήμανε και επωνόμασε.

Μόλις ευρίσκεται άνθρωπος δυνάμενος φέρειν την τιμήν, τάχα δε ουδέ παντελώς ευρίσκεται (και τούτο εκ της ταχείας υποδο­χής της αλλοιώσεως, ως αν τις λέγη), ουδέ εάν τις ισάγγελος γένηται τοις τρόποις.

---2. Η αρχή της οδού της ζωής, το αεί μελετήσαι τον νουν εν τοις λόγοις του Θεού και εν πτωχεία διατρίβειν.

Το γαρ εκείθεν αρδεύεσθαι, συνεργεί είς την ταύτης τελείωσιν ήγουν το αρδεύεσθαι εκ της μελέτης των λόγων του Θεού, βοηθεί σοι εις την της πτώχειας κατόρθωσιν, η δε της ακτημοσύνης κατόρθωσις σχολήν παρέχει σοι του κατορθώσαι την μελέτην των λόγων του Θεού.

Η δε βοήθεια των δύο τούτων συντόμως αναφέρει εις την ανάβασιν πάσης οικοδομής των αρετών.

Ου­δείς δύναται πλησιάσαι τω Θεώ, εί μη ο αφιστών εαυτόν εκ του κόσμου.

Απόστασιν δε λέγω, ου την εκδημίαν του σώμα­τος, άλλα των του κόσμου πραγμάτων.

---3. Αύτη δε εστίν η αρετή, ίνα τις εν τη διανοία αυτού σχολάση από του κόσμου.

Ου δύναται η καρδία γαληνιάσαι και αφάνταστος είναι, όσον αι αισθήσεις ενεργούσι τινά, ουδέ τα πάθη τα σωματικά καταργούνται, ουδέ οι πονηροί λογισμοί εκλείπουσιν άνευ της ερήμου.

'Εως αν κτήσηται η ψυχή μέθην εν τη πίστει του Θεού, εν τη υποδοχή της δυνάμεως της αισθήσεως αυτής, ούτε την ασθένειαν των αισθήσεων θεραπεύσει, ούτε δυνάμει δύναται πατήσαι την ύλην την ορατήν, ήτις εστί φραγμός των έσω, και ουκ αισθάνεται του αυτεξουσίου το λογικόν γέννημα.

Και ο καρπός αμφοτέρων ο εκλινισμός.

Άνευ της πρώτης, ουδέ η δευτέρα όπου δε η δευτέρα ουκ ορθοποδεί, εκεί η τρίτη ως εν χαλινώ δέδεται.

---4. Όταν μεν η χάρις πληθυνθή εν ανθρώπω, τότε εν τω πόθω της δικαιοσύνης ο φόβος του θανάτου ευκαταφρόνητος αυτώ γίνεται και αιτίας πολλάς ευρίσκει τις εν τη ψυχή αυτού, ότι δει υπέρ του φόβου του Θεού υποφέρειν την θλίψιν.

Και όσα δοκούντα βλάπτειν το σώμα και αιφνιδίως επί την φύσιν επέρ­χονται και ακολούθως εις το παθείν ετέθησαν, ως ουδέν λογί­ζονται εν οφθαλμοίς αυτού εν συγκρίσει των ελπιζομένων από του νυν.

Και ου δυνατόν χωρίς παραχωρήσεως των πειρασμών γνώναι ημάς την αλήθειαν.

Πληροφορίαν δε περί τούτου εκ της διανοίας ακριβώς ευρίσκει και ότι πρόνοιαν πολλήν έχει ο Θεός έπι τον άνθρωπον και ουκ εστίν άνθρωπος, μη ων υπό την πρόνοιαν αυτού, και μάλιστα επί τους εξελθόντας ζητήσαι αυ­τόν και βαστάζοντας τα πάθη υπέρ αυτού, δακτυλοειδώς θεωρεί λαμπρώς.

---5. Όταν δε η στέρησις της χάριτος πληθυνθή εν ανθρώπω, τότε πάντα τα ρηθέντα εναντία ευρίσκονται πλησίον και η γνώσις μείζων της πίστεως δια την εξέτασιν και η πεποίθησις του Θεού ουκ εν παντί πράγματι επιτυγχάνει και ούτως ουδέ η πρόνοια του Θεού περί τον άνθρωπον νομίζεται, αλλά υπό των ενεδρευόντων του εν σκοτομήνη κατατοξεύσαι αυτών τα βέλη ενδελεχώς ενεδρεύεται εν τούτοις ο τοιούτος.

---6. Αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου, ο φόβος του Θεού, και ούτος συν τω μετεωρισμώ τίνων εν τη ψυχή διαμείναι ου πείθεται.

Διασκεδάζεται γαρ η καρδία εκ της ηδο­νής του Θεού εν τη διακονία των αισθήσεων.

Δέδενται γαρ, φησίν, αι έσω έννοιαι εν τη αισθήσει αυτών εν τοις αισθητηρίοις τοις διακονούσιν αυταίς.

---7. Δισταγμός καρδίας επεισάγει τη ψυχή δειλίαν, η δε πίστις και εν τη εκκοπή των μελών δύναται κρατύναι την προαίρεσιν.

Εν όσω ο πόθος της σαρκός υπερισχύει εν σοι, εύθραστος και απτόητος ου δυνήση γενέσθαι εκ των πολλών εναντιωμάτων των διαμενόντων πλησίον του ποθούμενου.

---8. Ο εφιέμενος της τιμής, ου δύναται στερηθήναι των αιτιών της λύπης.

Ουδείς εστίν άνθρωπος εν τη αλλοιώσει των πραγμάτων, όστις ου κτάται εν τη διανοία αυτού αλλοίωσιν προς το προκείμενον πράγμα.

Εάν η επιθυμία, φησί, γέννημα των αισθήσεων υπάρχη, σιωπησάτωσαν λοιπόν οι μετά περισπασμού την ειρήνην της διανοίας φυλάττειν ομολογούντες.

---9. Σώφρων εστίν, όστις ουκ εν τω κόπω και τω καιρώ της πάλης και του αγώνος λέγει, ότι παύονται εξ αυτού οι αι­σχροί λογισμοί, αλλ' ός τη αληθεία της καρδίας αυτού σωφρο­νίζει την θεωρίαν της διανοίας αυτού, του μη ατενίσαι αναιδώς τοις ακολάστοις λογισμοίς.

Και ότε η σεμνότης της συνειδήσε­ως αυτού μαρτυρεί εκ της θέας των οφθαλμών αυτού το πιστόν, η αιδώς ώσπερ καταπέτασμα εστί κρεμάμενη εν τω κρυπτώ χώρω των λογισμών.

Και ο σώφρων παρθένος γίνε­ται, και η αγνεία αυτού τηρούμενη εν πίστει τω Χριστώ.

---10. Ουκ εστί τι ούτως ικανόν προς αποτροπήν των προλήψεων της ακολασίας εκ της ψυχής και αποδιώκειν τάς κινουμένας μνήμας τάς επανισταμένας εν τη σαρκί και ποιούσας ταραχώδη φλόγα, ως το βαπτισθήναι εν τω ποθώ της μαθήσεως και καταδιώκειν οπίσω του βάθους των νοημάτων της θείας Γραφής.

Ότε οι λογισμοί καταβαπτισθώσι τη ηδονή της καταδιώξεως οπίσω της σοφίας της τεθησαυρισμένης εν τοις λόγοις, εν τη δυνάμει εν η απομάσσεται εξ αυτών την φανέρωσιν, καταλιμπάνει οπίσω του νώτου αυτού ο άνθρωπος τον κόσμον και πάντα τα εν αύτω λανθάνει και πάσας τάς μνήμας, τάς ενεργούσας εικόνας της σωματώσεως του κόσμου, εξαλεί­φει εκ της ψυχής και πολλάκις και εκ της χρείας των εξ έθους λογισμών, των επισκεπτόντων την φύσιν.

Και αύτη η ψυχή εν εκστάσει διαμένει εν ταίς καιναίς απαντήσεσι, ταις εκ της θαλάσσης των μυστηρίων των Γραφών.

---11. Και πάλιν εάν ο νους νήχηται επί την επιβολήν των υδάτων, ήτοι της θαλάσσης των θείων Γραφών, και μη δυνηθή εις όλον το βάθος βυθίσαι τα νοήματα αυτού, του κατανοήσαι όλους τους θησαυρούς τους εν τω βυθώ αυτής, αρκετόν αυτώ αύτη η μελέτη εν τω πόθω αυτής, του εμποδίσαι αυτούς μη δραμείν προς την φύσιν του σώματος, καθώς τις των θεοφόρων έφησε.

Διότι η αρδία χαύνη εστί και ου δύναται υποφέρειν τάς κακίας τάς απαντώσας από των έξω και των έσω πο­λέμων.

Και οίδατε, ότι ο κακός λογισμός βαρύς εστί, και εάν η καρδία μη ασχοληθή εν τη γνώσει, ου δύναται υπομείναι την ταραχήν της ορμής του σώματος.

---12. Και καθάπερ το βάρος του σταθμού τη οξύτητι της ροπής του ζυγού προς την ταραχήν των ανέμων, ούτως η αιδώς και ο φόβος τη ροπή της διανοίας.

Και κατά την αναλογίαν της λείψεως του φόβου και της αιδούς αιτία γίνεται τω νοί ρέμβεσθαι αεί και ενταύθα ώσπερ το αυτεξούσιον κατά την αναλογίαν της αποστάσεως τον φόβον εκ της ψυχής, ταράσσεται ο ζυγός της διανοίας ώδε κακείσε.

Λοιπόν, ώσπερ αι πλάστιγγες του ζυγού, υπό του βαρυτάτου σταθμίου βαρυνθείσαι, ουκ ευχε­ρώς υπό της του πνεύματος πνεύσεως ο ζυγός σαλεύεται, ούτω και η διάνοια, βαρυνθείσα υπό του φόβου του Θεού και της αιδούς, ου ραδίως τρέπεται υπό των σαλευόντων αυτήν.

Και καθ' όσον η λείψις του φόβου εν τη διανοία γένηται, κατά τοσούτον κυριεύεται υπό της τροπής και της αλλοιώσεως.

Σοφίσθητι του είναι θεμέλιον εν τη οδοιπορία σου τον φόβον του Θεού, και εν ολίγαις ημέραις αποκαθίστασαι εν τη πύλη της βασιλείας χωρίς κυκλεύσεως οδού.

---13. Εν πάσι τοις συναντώσι σοι εν ταίς Γραφαίς ανάκρινον τον σκοπόν του λόγου, του βαθύναι σευατόν και κατανοήσαι εν μεγάλη διαγνώσει το βάθος των νοημάτων των άγιων.

Οι εκ της θείας χάριτος εν τη πολιτεία αυτών οδηγούμενοι του φωτισθήναι, άει αισθάνονται ως ακτίνος τίνος νοητής διαπορευομένης εν μέσω των στίχων των γεγραμμένων και διακρινούσης έπροσθεν της διανοίας των ψιλών λόγων εκ των πραγμάτων των λεγομένων εν μεγάλη διανοία τη ψυχική συνέσει.

---14. Άνθρωπος αναγινώσκων εν μεγάλοις στίχοις ψιλώς, ψιλούται και η καρδία αυτού και σβέννυται εκ της αγίας δυ­νάμεως της παρεχούσης τη καρδία γλυκυτάτην γεύσιν εν κατα­νοήσει ψυχής θαυμαστή.

---15. Εκαστόν τι προς το συγγενές αυτού τρέχειν είωθε.

Και ψυχή, έχουσα μέρος Πνεύματος, όταν άκούση ρήματος του έχοντος έγεκρυμμένην εν έαυτω δύναμιν πνευματικήν, δια­πύρως έλκει την ύπόθεσιν αυτού.

Ου πάντα άνθρωπον εξυπνίζει εις το θαυμάζειν πράγμα πνευματικώς λεγόμενον και έχον εν εαυτώ εγκεκρυμμένην δύναμιν μεγάλην.

Ο λόγος ο περί αρε­τής χρήζει καρδίας σχολαζούσης από της γης και της ομιλίας αυτής.

Ανθρώπου δε, ούτινος η διάνοια μοχθεί εν τη φροντίδι των παρερχομένων, τα της αρετής πράγματα ουκ εξυπνίζουσι τον λογισμόν αυτού προς πόθον και ζήτησιν της κτήσεως αυ­τών.

Η λύσις η εκ της ύλης προτερεύει τη γενέσει αυτής του προς Θεόν δεσμού, ει και πολλάκις εν τη οικονομία της χάριτος ευρίσκεται προλαμβάνων ούτος εκείνης εν τισιν, ως πόθος κα­λύπτει πόθον.

Η τάξις του έθους της οικονομίας άλλη εστί παρά την τάξιν την κοινότητος των ανθρώπων.

Σύ δε την κοινήν τάξιν φύλαξον.

Εάν δε προλάβη εν σοι η χάρις, αυτής εστί τούτο' ει δε μη, εν τη οδώ των πάντων ανθρώπων, εν η ώδευσαν κατά την αναλογίαν της διαδοχής, ανάβηθι εις την ανάβα­σιν του πνευματικού πύργου.

---16. Έκαστον τι ενεργούμενον εν τη θεωρία και πληρούμενον δι' εντολής της υπέρ αυτού, αθεώρητόν εστίν όλον τοις του σώματος οφθαλμοίς.

Και έκαστον τι εν τη πράξει ενεργού­μενον, σύνθετον εστίν, ότι η εντολή η μία μόνη, ήγουν η πράξις, των αμφοτέρων δείται, της θεωρίας και της πράξεως, ένεκα των σωματικών και των ασωμάτων.

Η σύνθεσις γαρ των εκατέρων μία εστί.

Τα έργα τα φροντίζοντα της καθαρότητος ουκ αναχαιτίζουσι την αίσθησιν της μνήμης των παρελθόντων εγκλημάτων, αλλά την λύπην της μνήμης εκ της διανοίας λαμβάνουσι, και γίνεται από του νυν η της μνήμης διάβασις εν τη διανοία επωφελώς.

Πλεονεκτεί η πλεονεξία της ψυχής εν τη κτήσει της αρετής το μέρος της ορατής επιθυμίας του ομοζύγου σώματος.

Πάν πράγμα το μέτρον κοσμεί.

Χωρίς γαρ μέτρου, και τα νομιζόμενα καλά είναι, εις βλάβην μεθίστανται.

---17. Θέλεις κοινωνήσαι τω Θεώ εν τω νοί σου εν τη λήψει της αισθήσεως εκείνης της ηδονής, της μη καταδεδουλωμένης ταίς αισθήσεσιν; Ακολούθησον τη ελεημοσύνη, ήτις, όταν ευρέθη ένδον σου, εικονίζεται εν σοι εκείνο το κάλλος το άγιον, εν ω ωμοιώθης.

Το καθολικόν του πράγματος της ελεημοσύ­νης, εν ου καιρώ τινι μεσιτευομένω προς την ενότητα της δόξης της λαμπρότητος, της θεότητος κοινωνίαν εμποιεί τή ψυχή.

---18. Η ένωσις η πνευματική εστί μνήμη ασφράγιστος, ήτις εν διαπύρω πόθω αδιαστάτως εν τη καρδία πυρσεύεται, εκ της διαμονής της προς τάς εντολάς δύναμιν λαμβάνουσα προς τον δεσμόν, ου καταχρηστικώς, ουδέ φυσικώς.

Εκεί γαρ ευρίσκει ύλην τη ψυχική θεωρία επιστηριχθήναι υπ' αυτήν υποστατικώς.

Δια τούτο έρχεται εις έκπληξιν η καρδία του καμμύσαι τάς δίπλας αισθήσεις αυτής, τάς σαρκικάς και τάς ψυχικάς.

Ουκ εστίν άλλη τρίβος προς την πνευματικήν αγάπην, ήτις ει­κονίζει την αόρατον εικόνα, εάν μη πρώτον άρξηται τις του οικτειρήσαι, καθώς είρηκεν ο Κύριος ημών, προς την τελειότητα του Πατρός.

Και γαρ ούτως ενετείλατο τοις υπακούουσιν αυτώ, του θείναι τούτο θεμέλιον.

---19. Άλλος εστίν ο λόγος της πράξεως, και άλλος ο καλός λόγος.

Και χωρίς πείρας των πραγμάτων, οίδεν η σοφία κοσμήσαι τους λόγους αυτής και του λαλήσαι αλήθειαν μη γινώσκουσα αυτήν και του φανερώσαι περί της αρετής, και αυτός μηδέποτε λαβών πείραν του έργου αυτής.

---20. Ο λόγος ο εκ της πράξεως, ταμείον της ελπίδος, και η άπρακτος σοφία, παραθήκη αισχύνης.

Ώσπερ τεχνίτης εστί ζωγραφών το ύδωρ εν τοις τοίχοις και ου δύναται το ύδωρ εκείνο την δίψαν αυτού αναψύξαι, και ώσπερ άνθρωπος θεωρών ενύπνια καλά, ούτω και ο άπρακτος λόγος.

Ο εκ της πείρας του έργου αυτού λάλων περί αρετής, μεταδίδωσι τω ακούοντι αυτού, ώσπερ τις μεταδίδωσιν εκ του χρήματος της πραγματείας αυτού, και ώσπερ εκ των κτημάτων αυτού σπείρει την διδασκαλίαν εις τα ώτα των ενωτιζόντων αυτόν και ανοίγει το στόμα αυτού εν παρρησία μετά των πνευματικών αυτού τέκνων, καθώς ο γηραιός Ιακώβ τω σώφρονι Ιωσήφ έφη «ιδού, δέδωκά σοι εν μέρος περισσότερον των αδελφών σου, όπερ έλαβον εκ των Αμορραίων τω ξίφει μου και τω τόξω μου».

---21. Εκάστω ανθρώπω, έχοντι πολιτείαν μεμολυσμένην, η πρόσκαιρος ζωή ποθεινή αύτω εστί και τω τούτου δευτέρω, τω εστερημένω γνώσεως.

Καλώς είρηκέ τις, ότι ο φόβος του θανάτου λυπεί άνδρα καταγινωσκόμενον υπό της συνειδήσεως αυτού, ο δε έχων μαρτυρίαν αγαθήν εν εαυτώ, ούτος εφίεται του θανάτου ώσπερ ζωής.

Μη ψήφισης τινά σοφόν αληθινόν, τον υπέρ ταύτης της ζωής τη δειλία και τω φόβω καταδουλούντα αυτού την διάνοιαν.

Όλα τα αγαθά και τα κακά, τα συμβαίνοντα τη σαρκί, ενύπνια λογίζου είναι ου εν τω θανάτω γαρ μόνω έχεις λυθήναι εξ αυτών, αλλά πολλάκις προ του θανάτου καταλιμπάνουσι σε και απέρχονται.

Εάν δε τίνα εξ αυτών εχωσί τίνα κοινωνίαν εν τη ψυχή σου, αυτά νόμιζε έχειν κτήματα σου εις τον αιώνα τούτον και εις τον μέλλοντα μετά σου υπάγουσι.

Και εάν ώσι καλά, ευφραίνου και ευχαρίστησον τω Θεώ εν τη διανοία σου, εάν δε ώσι κακά, έσο περίλυπος και στέναξον και ζήτησον την απαλλαγήν εξ αυτών, εν όσω εί εν τω σώματι.

Έκαστον αγαθόν ενεργούμενον εν σοι νοητώς και εν τω κρύπτω, έχε αυτό ακριβώς.

Ότι το βάπτισμα και η πίστις γεγόνασι σοι μεσίται προς αυτό, εν οίς εκλήθης υπό του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου εις τα αγαθά έργα αυτού,συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι.

---22. Ω η δόξα και τιμή και ευχαριστία και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.


ΛΟΓΟΣ Β':

ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΑΓΗΣ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΑΡΡΗΣΙΑΣ

‘Οταν αγαπήσωμεν φυγείν εκ του κόσμου και ξένοι των κοσμικών γενέσθαι, ουδέν ούτως ημάς χωρίζει εκ του κόσμου, ουδέ θάνατοι τα πάθη εξ ημών και διεγείρει και ζωογονεί ημάς εις τα πνευματικά, ως το πένθος και ο καρδιακός πόνος ο μετά διακρίσεως.

Πρόσωπον γαρ αιδήμονος, μιμείται την ταπείνωσιν του ηγαπημένου.

Και πάλιν ουδέν ημάς ποιεί συναναστραφήναι τω κοσμώ και τοις εν τω κοσμώ και τοις εν αύτω μεθυσταίς και ασώτοις, και ουδέν ημάς χωρίζει των θησαυρών της σοφίας και της γνώσεως των Θεού μυστηρίων, ως ο γελοιασμός και ο μετά παρρησίας μετεωρισμός, και τούτο εστί το επιτήδευμα του δαίμονος της πορνείας.

Επειδή δε σου πεπείραμαι της φιλοσοφίας, ω αγαπητέ, παρακαλώ σε εν αγάπη, παραφυλάττεσθαι εκ της επήρειας του εχθρού, ίνα μη εν τη ευτραπελεία των λόγων ψυχράνης την ψυχήν σου εκ της θέρμης της αγάπης του Χριστού, του δια σε χολής γευσαμένου επί του ξύλου του Σταυρού, και αντί της γλυ­κείας εκείνης μελέτης και της προς Θεόν παρρησίας εμπλήση αυτήν φαντασιών πολλών και σου εγρηγορότος, καθεύδοντος δε, αιχμαλώτιση αυτήν τοις ατόποις ενυπνίοις, ων την δυσοσμίαν οι άγιοι Άγγελοι του Θεού ουκ ανέχονται, Και γένη άλλοις ολίσθημα και σεαυτώ σκόλοψ.

Παραβίασε ούν σεαυτόν μιμήσασθαι την ταπείνωσιν του Χριστού, ίνα μάλλον εξαφθή το πυρ το εν σοι παρ' αυτού καταβληθέν, εν ω εκριζούνται πάσαι αί κινήσεις του κόσμου, αι αποκτείνουσαι τον καινόν άνθρωπον και μιαίνουσαι τάς αυλάς του Κυρίου του αγίου και δυνατού.

Ε γώ γαρ θαρρώ λέγειν, κατά τον άγιον Παύλον, «ότι ναός Θεού έσμεν».

Αγνίσωμεν ούν τον αυτού ναόν, ως αυτός αγνός εστίν, ίνα επιθυμήση κατασκηνώσαι εν αυτώ.

Αγιάσωμεν αυτόν, ως και αυτός άγιος εστί, και κοσμήσωμεν αυτόν εν ασιν έργοις αγαθοίς και τιμίοις.

Θυμιάσωμεν αυτόν τω θυμιάματι της αναπαύσεως του θελήματος αυτού δια καθαρός Και καρδιακής προσευχής, ην τη κοινωνία των κοσμικών συνεχών κινήσεων κτήσασθαι αδύνατον) και ούτως επισκιάσει τη ψυχή η νεφέλη της δόξας αυτού και διαυγάσει το φως της μεγαλωσύνης αυτού ένδοθεν της καρδίας.

Και εμπλησθήσονται χαράς και ευφροσύνης πάντες οι οικήτορες του σκηνώματος του Θεού, οι δέ αναιδείς και αναίσχυντοι τη φλογί του αγίου Πνεύματος εκλείψουσιν.

Ονείδιζε ούν σαυτόν, αδελφέ, διαπαντός Και λέγε· Ουαί μοι, ω αθλία ψυχή, ήγγικε σου η εκ του σώματος διάλυσις.

Ίνα τι ευφραίνη εις ταύτα α σήμερον μέλλεις καταλείψαι και ων της θέας στερηθήση εις τους αιώνας; Πρόσεχε τοις εμπροσθέν σου και διαλογίζου α έπραξας, πώς και τίνα εισί, και μετά τίνος διήνυσας τας ημέρας της ζωής σου, ή τις εδέξατο τον κόπον της εργασίας της γεωργίας σου, και τίνα εύφρανας εν τη ση παλαίστρα, ίνα προς απάντησιν σου εξέλθη εν τω καιρώ της εξόδου σου.

Τίνα δε έτερψας εν τω σω δρόμω, ίνα εν τω λιμένι αυτού αναπαυθής.

Τίνος δε χάριν εταλαιπώρησας κοπιώσα, ίνα φθάσης εις αυτόν εν χαρά, τίνα τε εκτήσω φίλον εν τω μέλλοντι αίωνι, ίνα σε άρτι υποδέξηται εν τη εξόδω σου, εν ποίω αγρώ εθητεύσω, Και τις ο μέλλων σοι παρασχείν το μίσθωμα εν τη δύσει του ηλίου του χωρισμού σου.

Συ εξέτασαν σαυτήν, ω ψυχή, και βλέπε προς ποίαν γήν η μερίς σου και, εί διεπέρασας τον αγρόν τον καρποφορούντα πικρίαν τοις γεωργούσιν αυτόν, κράξον και βόησον εν στεναγμώ και αδημονία, τα αναπαύοντα τον Θεόν σου όπερ τας θυσίας και τα ολοκαυτώματα.

Βρυέτω το στόμα σου οδυνηράς φωνάς, αίς οι άγιοι Άγγελοι επιτέρπονται.

Βάψον σου τας παρειάς εν τω κλαυθμώ των ομμάτων σου, ίνα επαναπαύσηταί σοι το άγιον Πνεύμα και απολούση σε του ρύπου της κακίας σου.

Εξιλέωσαι σου τον Κύριον εν δάκρυσιν, ίνα προς σε παραγένηται.

Επικάλεσαι Μαρίαν και Μάρθαν διδάξαι σε πενθικάς φωνάς, βόησον τω Κυρίω.

Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, Ο επί Λαζάρου κλαύσας και δάκρυα λύπης και συμπαθείας στάξας έπ' αυτώ, δέξαι δάκρυα πικρίας μου.

Τοις πάθεσί σου, τα πάθη μου θερά­πευσαν.

Τοις τραύμασί σου, τα τραύματα μου ιάτρευσον τω αίματι σου, το αίμα μου καθάγνισον και συγκέρασον τω σώμα­τι μου την όσμην του ζωοποιού σου σώματος.

Η χολή, ην παρά των έχθρων εποτίσθης, γλυκάναι μου την ψυχήν από της πι­κρίας, ης με ο αντίδικος επότισε.

Το σώμα σου το επί ξύλου Σταυρού τανυθέν, διαπετάσαι μου τον νουν προς σε, τον υπό των δαιμόνων κάτω ελκυσθέντα.

Η κεφαλή σου, ην επί του Σταυρού έκλινας, υψώσαι μου την κεφαλήν την κολαφισθείσαν υπό των αντιπάλων.

Αι πανάγιοι σου χείρες αι καθηλωθείσαι υπό απίστων εν τω Σταυρώ, αναγαγετωσάν με προς σε εκ του χάσματος της απώλειας, ως υπέσχετο το πανάγιόν σου στόμα.

Το πρόσωπον σου το δεξάμενον ραπίσματα και εμπτύσματα υπό των καταράτων, στιλβωσάτω μου το πρόσωπον το χρανθέν εν ταίς ανομίαις.

Η ψυχή σου, ην επί του σταυρού ων τω Πατρί σου παρεδωκας, οδηγησάτω με προς Σε εν τη χάριτι σου.

Ούκ έχω καρδίαν οδυνηράν προς αναζήτησίν σου, ουκ έχω μετάνοιαν, ουδέ κατάνυξιν, τα επανάγοντα τα τέκνα προς την ιδίαν κληρονομίαν.

Ουκ έχω, Δέσποτα, δάκρυον παρακλητικόν.

Εσκότισται μου ο νους εν τοις βιωτικοίς και ουκ ισχύει ατενίσαι προς σε εν οδύνη.

Έψυκται μου η καρδία εκ του πλήθους των πειρασμών, και ου δύναται θερμανθήναι τοις δάκρυσι της προς σε αγάπης.

Αλλά συ, Κύριε Ιησού Χρίστε ο Θεός, ο θησαυρός των αγαθών, δώρησαί μοι μετάνοιαν ολόκλήρον και καρδίαν επίπονον, ίνα εξέλθω ολοψύχως εις αναζήτησίν σου.

Χωρίς γαρ σου, παντός αγαθού ξενωθήσομαι.

Χάρισαι ουν μοι, ω αγαθέ, την χάριν σου.

Ο Πατήρ, ο προαγαγών σε εκ των κόλπων αυτού αχρόνως και αϊδίως, ανακαινισάτω εν εμοί τάς μορφάς της σης εικόνος.

Κατέλιπόν σε, μη με εγκαταλίπης.

Εξήλθον από σου, έξελθε εις αναζήτησίν μου και εισάγαγε με εις την νομήν σου και σογκαταρίθμησον με τοις προβάτοις της εκλεκτής σου ποίμνης και διάθρεψόν με συν αυτοίς εκ της χλόης των θείων μυστηρίων σου, ων η καθαρά καρδία καταγώγιον σου υπάρχει και καθοράται εν αυτή η έλλαμψις των σων αποκαλύψεων, ήτις εστί παράκλησις και αναψυχή των κοπιασάντων δια Σε εν ταις θλίψεσι και ταις παντοδαπαίς αικίαις.

Ης τίνος ελλάμψεως και ημείς αξιωθείημεν χάριτι και φιλανθρωπία Σου του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.

ΛΟΓΟΣ Γ':

ΠΕΡΙ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΟΤΙ ΟΥ ΔΕΙ ΔΕΙΛΙΑΝ ΚΑΙ ΦΟΒΕΙΣΘΑΙ, ΑΛΛΑ ΣΤΗΡΙΖΕΣΘΑΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑΝ ΤΗ ΕΙΣ ΘΕΟΝ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙ ΚΑΙ ΘΑΡΡΕΙΝ ΤΗ ΑΔΙΣΤΑΚΤΩ ΠΙΣΤΕΙ ΩΣ ΕΧΟΝΤΑΣ ΦΡΟΥΡΟΝ ΚΑΙ ΦΥΛΑΚΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ

Εάν ποτέ ευρέθης της αναχωρήσεως άξιος, της εχούσης ελαφρά τα φορτία εν τη βασιλεία της ελευθερίας αυτής, μη κατεπείξη σε ο λογισμός του φόβου κατά την συνήθειαν αυτού εν πολλοίς τρόποις της αλλοιώσεως των λογισμών και της αναστροφής αυτών, άλλα μάλλον έσο πιστεύων, ότι ο φύλαξ σου μετά σευατου εστί, και πληροφορήθητι εν τη σοφία σου ακριβώς, ότι συ μετά πάσης της κτίσεως υπό ενί Δεσπότη έστέ, ενΙ νεύματι τα πάντα κινούντι και σαλεύοντι και πραύνοντι και οικονομούντι, καί ουδείς σύνδουλος δύναται βλάψαι τινά των συνδούλων αυτού, δίχα της επιτροπής του προνοούντος των πάντων και διϊθύνοντος, και ευθέως ανάστα και θάρσει.

Και εάν εδόθη η ελευθερία τισίν, άλλ ούκ εν παντί πράγματι.

Ούτε γαρ οι δαίμονες, ούτε τα θηρία φθαρτικά, ούτε οι εν κακία άνθρωποι δύνανται πληρώσαι το θέλημα αυτών εις φθοράν και απώλειαν, ει μη το του κυβερνώντος επιτρέψειε βούλημα και δοίη τόπον ποσότητος· ου γαρ την ελευθερίαν επιτρέπει ελθείν εις ενέργειαν άπασαν.

ει γαρ τούτο ην, ουκ είχε ζήσαι πάσα σαρξ.

Ουκ εά γαρ ο Κύριος την κτίσιν αυτού, ίνα πλησίαση αύτη η των δαιμόνων εξουσία και των ανθρώπων και ενεργήση εν αυτή το θέλημα αυτών.

Δια τούτο λέγε αεί τη ψυχή σου, Έχω φύλακα φυλάσσοντά με και ου δύναται τι των κτι­σμάτων φανήναι ενώπιον μου μόνον, ει μη άνωθεν γένηται κέ­λευσμα.

Πίστευσον δε, ως ουδέ θεαθήναι τοις οφθαλμοίς σου και τοις ώσιν ακουτίσαι σου τάς αυτών απειλάς τολμώσιν.

ει γαρ είχον επιτροπήν άνωθεν εκ του επουρανίου, ουκ ην ανάγκη λόγου και λόγων, αλλά τω εαυτών θελήματι και το έργον επηκολούθει.

Πάλιν δε λέγε σεαυτώ, ότι, ει το θέλημα εστί του Δεσπότου μου το κατεξουσιάσαι τους πονηρούς του πλάσματος, ουδέ εγώ τουτί δέχομαι δυσχερώς, ώσπερ τις μη θέλων καταργήσαι το θέλημα του Κυρίου αυτού.

Και ούτως εν τοις πειρασμοίς σου χαράς πλησθήση, ως τις γνους και ακριβώς αισθηθείς, ότι το νεύμα του Δεσπότου διακυβερνώ σε και διευθύνει σε.

Λοιπόν στήριξον την καρδίαν σου εν τω πεποιθέναι προς Κύριον και μη φοβηθης, μήτε από φόβου νυκτερινού μήτε από βέλους πετωμένου ημέρας.

Ή πίστις γαρ, φησι, του δικαίου, η προς τον Θεόν, εξημεροί τα θηρία τα άγρια, ως τα πρόβατα.

Ουκ ειμί, φησί, δίκαιος, ίνα πεποιθώς ω επί Κύριον.

Αλλά συ αληθώς δια την εργασίαν της δικαιοσύνης εξήλθες εις την έρημον την πλήρη θλίψεων και δια τούτο υπήκοος εγένου τω θελήματι του Θεού.

Λοιπόν ματαίως κοπιάς, όταν βαστάζης τούτους τους κόπους, ούχ ότι ο Θεός θέλει τον κόπον των ανθρώπων, ει μη συ προσφέρης αυτώ θυσίαν αγάπης την σεαυτού θλίψιν.

Ταύτην την διάκρισιν δεικνύουσι πάντες οι αγαπώντες τον Θεόν, θλίβοντες εαυτούς υπέρ της εις αυτόν αγά­πης.

οι γαρ ευδοκούντες εν τω φόβω του Θεού ζήσαι εν Χριστώ Ιησού, θλίψιν αίρουσι και διωγμόν υπομένουσι.

Κακείνος εν εξουσία γενέσθαι ποιεί αυτούς των εαυτού κρυ­πτών θησαυρών.

Περί προκοπής της εκ των πειρασμών γινομένης τοις μετά ευχαριστίας και ανδρείας αυτούς υπομένουσιν.

Είπε γαρ τις των αγίων, ότι ην τις των αναχωρητών γέρων τίμιος, και απήλθον προς αυτόν άπαξ και ήμην εν λύπη εκ των πειρασμών.

Αυτός δε ην ασθενών κατακείμενος, και ότε ησπασάμην αυτόν, εκάθισα προς αυτόν και είπον αυτώ: Εύξαι υπέρ εμού, πάτερ, ότι πάνυ λυπούμαι εκ των πειρασμών των δαιμόνων.

Ό δε ανοίξας τους οφθαλμούς αυτού, προσέσχε μοι και είπε· Τέκνον, συ νεώτερος εί και ουκ αφίησιν ο Θεός επί σε πειρασμούς.

Καγώ είπον αυτώ· Και νεώτερος ειμί, πειρασμούς δε ισχυρών έχω αν­δρών.

Κακείνος πάλιν είπε·Λοιπόν θέλει σε ο Θεός σοφίσαι.

Κάγώ είπον Πώς σοφίσει με; εγώ γαρ καθ' ημέραν γεύομαι του θανάτου.

Κακείνος αύθις· Ο Θεός, είπε, αγαπά σε, σιώπα.

Μέλλει ο Θεός δούναι σοι την χάριν αυτού.

Έφη δε πάλιν Γνώθι, τέκνον, ότι τριάκοντα χρόνους πόλεμον μετά των δαιμόνων εποίησα, και τον εικοστόν παραδρομών, ου εβοηθήθην το σύνολον.

Ηνίκα δε και τον πέμπτον τούτον παρελάσας ετύγχαναν, ηρξάμην ευρίσκειν ανάπαυσιν και, οδώ του χρόνου βαδίζοντος, επληθύνετο.

Του δε εβδόμου παραρρυέντος και του μετ' αυτόν επιστάντος ογδόου, εις πλήθος επετείνετο πλείον.

Παρατρέχοντος δε και του τριακοστού και προς το τέλος καταφθάνοντος, ήδη, ούτως εκραταιώθη η ανάπαυσις, ως μηδέ το μέτρον αυτής εις όσον προέβη γινώσκειν με.

Και επέφερεν ότι· Ότε αναστήναι θελήσω εις την λειτουργίαν μου, μίαν δόξαν λειτουργήσαι αφίεμαι, εις δε τα λοιπά, εάν στώ τρεις ημέρας, εις έκπληξιν μετά του Θεού γίνομαι και του κόπου ουδ' όλως αισθάνομαι.

Ιδού το έργον του πολλού καιρού, ποίαν ανάπαυσιν απλήρωτον απεγέννησεν.

Ότι η φυλακή της γλώσσης ου μόνον εξυπνίζει τόν νουν προς τον Θεόν, αλλά και τη εγκρατεία συμβάλλεται.

Ην τις των πατέρων και ην εσθίων δεύτερον της εβδομάδος, και είπεν ημίν, ότι εν τη ημέρα, εν η λαλώ τινι, τον κανόνα της νηστείας κατά την συνήθειαν μου ου δυνατόν μοι φυλάξαι, άλλ' αναγκάζομαι καταλύσαι.

Και ενοήσαμεν, ότι η φυλακή της γλώττης ου μόνον εξυπνίζει τον νουν προς τον Θεόν, αλλά καΙ τοις έργοις τοις φανεροίς, τοις δια του σώματος ενεργουμένοις, ισχύν μεγάλην κρυπτώς παρέχει εις το τελεσθήναι αυτά, φωτίζει τε και εν τη κρυπτή εργασία, καθώς είπον οι Πατέρες ότι η φυλακή του στόματος εξυπνίζει την συνείδησιν προς τον Θεόν, εάν εν γνώσει τις σιωπά.

Ούτος ο άγιος συνήθειαν είχε πολλήν εις την αγρυπνίαν της νυκτός· Έλεγε γαρ, ότι την νύκτα εκείνην, καθ' ην ίσταμαι έως πρωί, μετά την ψαλμωδίαν αναπαύομαι, μετά δε το του ύπνου εξυπνισθήναί με, εν εκείνη τη ημέρα γίνομαι ούτως, ως άνθρωπος τις μη ων εν τω κόσμω τούτω, και λογισμοί γήινοι εν τη καρδία μοο ουδαμώς αναβαίνουσιν, ουδέ των ωρισμένων κανόνων χρείαν έχω, άλλ' εν τη εκπλήξει γίνομαι όλην την ημέραν εκείνην.

Εν μιά ούν των ημερών ήμην εσθίων, τεσσάρων παρελθουσών πρότερον, μηδενός το παράπαν γευσάμενος, και ότε ανέστην εις την των εσπερινών λειτουργίαν και ούτως ίνα γεύσωμαι, έστην εν τη αυλή του κελλίου μου, ότε ην ήλιος πολύς και αρξάμενος μόνον εις μίαν δόξαν, ησθήθην της λειτουργίας μου, και έκτοτε έμεινα μη γινώσκων όποι τυγχάνω και ήμην ούτως, έως του ανατείλαι πάλιν τον ήλιον εις την επιούσαν ημέραν και θερμάναι το πρόσωπον μου.

Και τότε, ότε ο ήλιος επί πλείον εβάρυνέ μου και κατέκαυσε μου το πρόσωπον, εστράφη ο νους μου προς εμέ, και ιδού είδον, ότι άλλη ημέρα εστί, και ηυχαρίστησα τω Θεώ, ότι πόσον η χάρις αυτού υπερεκχείται επί τον άνθρωπον.

Και εις ποίαν μεγαλωσύνην αξιοί τους καταδιώκοντας αυτόν Λοιπόν αυτώ μόνω πρέπει η δόξα και η μεγαλοπρέπεια εις τους αιώνας των αιώνων.

ΛΟΓΟΣ Δ':

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ο λόγος του Κυρίου ο αληθινός, όν είρηκεν, ότι ου δύναται τις μετά του πόθου του κόσμου την αγάπην κτήσασθαι του Θεού, ουδέ μετά της κοινωνίας αυτού δυνατόν κοινωνίαν κεκτήσθαι προς τον Θεόν, ουδέ συν τη μερίμνη αυτού έχειν την μέριμναν του Θεού.

Όταν ταύτα τα του Θεού καταλείψωμεν δια την κενοδοξίαν, ή πολλάκις δια την ένδειαν της χρείας του σώματος, κλίνουσι πολλοί εξ ημών εις άλλα, οίτινες εξωμολογήσαντο εργάσασθαι τα της βασιλείας των ουρανών και ου μνημονεύουσι της επαγγελίας του Κυρίου, ης είρηκεν Εάν πάσαν μέριμναν υμών ποιήσητε περί της βασιλείας των ουρανών, ου στερήσω υμάς των της χρείας της φύσεως της ορωμένης, αλλ' έρχεται υμίν πάντα μετά των λοιπών.

Ου γαρ αφήσω υμάς μεριμνήσαι περί αυτών.

Περί των αψύχων πετει­νών των δι' ημάς κτισθέντων μεριμνά, και ημών αμελήσειεν; Ουδαμώς.

Τω μεριμνώντι εις τα πνευματικά, ή περί τίνος εξ αυτών, τα σωματικά ευτρεπίζονται αυτώ χωρίς της περί αυτά μερίμνης προς την στενοχωρίαν αυτών και προς τον καιρόν, ο δε εν τοις σωματικοίς μεριμνών πέρα του δέοντος, ακουσίως εκπίπτει και του Θεού.

Εάν δε ημείς σπουδάσωμεν μεριμνήσαι είς ταύτα, τα δια το όνομα του Κυρίου, αυτός μεριμνά και περί των αμφοτέρων, κατά το μέτρον του αγώνος ημών.

Όμως ημείς την πείραν του Θεού, μη εν τοις σωματικοίς ζητήσωμεν, αντί των έργων των ψυχών ημών, αλλά περί της ελπίδος των μελλόντων τρέψωμεν πάντα τα έργα ημών.

Ό γαρ προσάπαξ εξ αγάπης της ψυχής εαυτού εκδούς εαυτόν είς αρετήν και επιθυμήσας την εργασίαν αυτής τελειώσαι, ου μεριμνά πάλιν περί των σωματικών, είτε είσίν, είτε και μη, περί ων πολλάκις παραχωρεί πειραθήναι εν τοις τοιούτοις τους ενα­ρέτους και εκ παντός τόπου αφίησιν εξυπνισθήναι κατ’ αυτών και πλήττει αυτούς εν τω σώματι αυτών, κατά τον Ιώβ, και εισφέρει αυτούς είς πτωχείαν και είς αποστασίαν της ανθρωπότητος, και πλήττει αυτούς είς άπερ κέκτηνται, μόνον δε ταίς ψυχαίς αυτών ου προσεγγίζει βλάβη.

Ου δυνατόν γαρ, εν τη οδώ της δικαιοσύνης όταν οδεύωμεν, μη απαντήσαι ημίν στυγνότητα, και το σώμα εν νόσοις μη κάμνειν και πόνοις, και αναλλοίωτον μένειν, είπερ εν τη αρετή ζην αγαπήσομεν.

Άνθρωπος δε διάγων εν τω εαυτού θελήματι, εν φθονώ ή εν αφανισμώ της ψυχής αυτού ή εν τινι άλλω των βλαπτόντων αυτόν, κατάκρισιν έχει.

Εάν δε, ότε πορευθείη εν τη οδώ της δικαιοσύνης και ποιείται την πορείαν αυτού προς τον Θεόν, πολλούς τε τους ομοίους αύτω κέκτηται και απαντήση τι των τοιούτων, ου πρέπει αύτω εκκλίναι εξ αυτής, αλλά μετά χαράς υποδέξασθαι δει ανεξετάστως και ευχαριστήσαι τω Θεώ, ότι έπεμψεν αύτω την χάριν ταύτην, και ηξιώθη δι' αυτόν είς πειρασμόν εμπεσείν και κοινωνός γενέ­σθαι των παθημάτων των Προφητών τε και Αποστόλων και των λοιπών Αγίων, των όπερ της οδού ταύτης υπομεινάντων τάς θλίψεις, είτε εξ ανθρώπων έλθωσιν, είτ' εκ δαιμόνων, ειτ' εκ του σώματος.

Χωρίς γαρ νεύματος Θεού ελθείν ταύτα και παραχωρηθήναι ουκ ενδέχεται, ίνα γενηται αύτω αφορμή είς δικαιοσύνην.

Ού δυνατόν γαρ άλλως πως ποιήσαι τον Θεόν ευεργετηθήναι τον επιθυμήσαντα είναι προς αυτόν, ή ενέγκαι αυτώ πειρασμούς υπέρ της αληθείας, δια το μη δύνασθαι τούτον ποι­ήσαι εαυτόν αξιωθήναι της μεγαλωσύνης ταύτης, αντί των θείων τούτων εισελθείν είς πειρασμούς και χαρήναι χωρίς χα­ρίσματος παρά του Χριστού.

Μαρτυρεί δε τούτο ο άγιος Παύ­λος.

Τοσούτον γαρ τούτο το πράγμα μέγα εστίν, ως φανερώς καλείν αυτό χάρισμα, το παρασκευάζεσθαι τίνα υπέρ της είς Θεόν ελπίδος παθείν.

Λέγει γάρ «τούτο εκ του Θεού εδόθη ημίν, το, ου μόνον είς Χριστόν πιστεύειν, αλλά και το, υπέρ αυτού πάσχειν».

Και ώσπερ ο άγιος Πέτρος έγραψεν εν τη εαυτού επιστολή, ότι «όταν πάσχητε υπέρ της δικαιοσύνης, μακάριοι έστε, ότι κοινωνοί των παθημάτων του Χριστού γεγόνατε».

Λοιπόν ούχ όταν γένη εν πλατυσμώ χαίρειν σε δέον, επί δε ταίς θλίψεσι τω προσώπω επιστυγνάζειν και ως αλλοτρίας της οδού του Θεού ταύτας λογίζεσθαι.

Εξ αιώνος γαρ και από γε­νεών εν σταυρώ και θανάτω πατείται η τρίβος αυτού.

Πόθεν δε σοι τούτο; Ίνα μάθηση, ως έξωθεν της οδού του Θεού ει και εξ αυτής λείπη* ουχί κατ' ίχνος των αγίων εθέλεις οδεύσαι ή άλλην οδόν ιδίαν εαυτώ βούλει σκευάσαι και απαθώς διατρίψαι εν αυτή.

Η οδός του Θεού σταυρός καθημερινός εστίν.

Ουδείς γαρ εν τω ουρανώ ανήλθε μετά ανέσεως.

Την γαρ ταύτης οδόν γινώσκομεν όποι και καταλύει.

Τον εν όλη καρδία εκδύντα εαυτόν τω Θεώ, ουδέποτε βούλεται ό Θεός αμέριμνον είναι.

Τούτο δε μεριμνάν υπέρ της αληθείας.

Αλλά και εκ τούτου γινώσκεται, ότι εκ του Θεού προνοείται, όταν πέμψη αύτω αεί λύπας.

Οι εν πειρασμοίς διάγοντες, ουδέποτε παραχωρούνται υπό της προνοίας ελθείν εις τας χείρας των δαιμόνων.

Μάλι­στα εάν τους πόδας καταφιλώσι των αδελφών και σκεπάζωσι τας αιτίας αυτών και κρύπτωσιν αυτάς, ως τας εαυτών.

Ο θέλων εν τω κόσμω τούτω είναι αμέριμνος και τούτο επιθυμών και τη αρετή διατρίβειν επιποθών, ούτος κενός εστίν εκ ταύτης της οδού.

Οι δίκαιοι γαρ ου μόνον τω εαυτών θελήματι αγωνί­ζονται εν τοις αγαθοίς έργοις, αλλά και υπό των πειρασμών ακουσίως εν μεγάλω αγώνι τυγχάνουσι, πείρας ένεκεν της υπομονής αυτών.

Ψυχή γαρ η κατέχουσα τον φόβον του Θεού, ου φοβείται εκ τίνος βλάπτοντος αυτήν σωματικώς.

Ότι εν αυτώ ελπίζει από του νυν, και εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.

ΛΟΓΟΣ Ε':

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΝΕΣΘΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΘΟΛΟΥΝΤΩΝ ΤΟΝ ΝΟΥΝ

Πολλήν ό Θεός δέδωκε τοις άνθρώποις την τιμήν τη διπλή μαθήσει, δι' ης αυτοίς εχαρίσατο, και πανταχόθεν αυτοίς ήνοιξε θύραν κεκλεισμένην, του εισελθείν εις την σωτηριώδη επίγνωσιν.

Θέλεις δε μάρτυρα πιστόν των ειρημένων; Σύ εις εαυτόν γενού, και ου μη απόλλη.

Ει δε και έξωθεν βούλει τούτο γνώναι, έχεις άλλον διδάσκαλον και μάρτυρα οδηγούντα σε απλανώς προς την οδόν της αληθείας.

Νους εμπεφυρμένος ου δύναται φυγείν την λήθην, και η σοφία την εαυτής θύραν τω τοιούτω ουκ ανοίγει.

Ο δυνη­θείς καταλαβείν εν ακριβεί γνώσει προς ποίαν ισότητα το πέ­ρας των πάντων περαιούται, προς αποταγήν των βιωτικών άλλου διδασκάλου ου δέεται.

Ο υπό Θεού δοθείς εν πρώτοις φυ­σικός νόμος τω ανθρώπω η θεωρία εστί των κτισμάτων αυτού, ο δε δια γραμμάτων νόμος μετά την παράβασιν προστεθείται.

Ο μη μακρύνων εαυτόν των αιτίων των παθών εκουσίως, ακουσίως υπό της αμαρτίας ανθέλκεται.

Ταύτα δε είσι τα αίτια της αμαρτίας.

Ο οίνος και αι γυναίκες και ο πλούτος και η ευεξία του σώματος.

Ούχ ότι φυσικώς αμαρτίαι είσι ταύτα, αλλ΄ ότι η φύσις εξ αυτών ευκόλως κλίνει προς τα πάθη της αμαρτίας, και δια τούτο εκ τούτων οφείλει ο άνθρωπος παραφυλάττεσθαι σπουδαίως.

Εάν διαπαντός της σης ασθενείας μνημονεύης, ου μη διαβης τον όρον της παραφυλακής.

Παρά μεν ανθρώποις βδελυκτή η πενία, παρά δε Θεώ πολύ πλέον ψυχή υψηλοκάρδιος και νους μετέωρος παρά μεν ανθρώποις τίμιος ο πλούτος, παρά δε τω Θεώ ψυχή τεταπεινωμένη.

Όταν θέλης αρχήν ποιήσασθαι καλής εργασίας, πρώτον ετοίμασον σεαυτόν προς τους πειρασμούς τους επαγόμε­νους σοι και μη διστάσης τη αληθεία.

Έθος γαρ εστί τω εχθρώ, όταν ίδη τινά μετά θερμής πίστεως αρξάμενον αγαθής πολιτείας, προσυπαντάν αυτώ ποικίλοις και φοβεροίς πειρασμοίς, ίνα, εντεύθεν εις φόβον ελθών, ψυγήσοιτο της καλής προαιρέσεως και ουδαμώς έξοι θέρμην προσεγγίσαι τη θεαρέστω εργασία.

Ούχ ότι δε τοιαύτην έχει δύναμιν ο αντικείμε­νος (επεί ουκ αν τις εδύνατο ποτέ ποιείν το αγαθόν), συγχωρείται δ' όμως υπό του Θεού, ως επί του δικαίου Ιώβ μεμαθήκαμεν.

Συ ούν ετοίμασον σεαυτόν ανδρείως απαντήσαι τοις πειρασμοίς τοις επαγομένοις ταις αρεταίς, και τότε της εργασίας τού­των άρξαι.

Εί γαρ μη προευτρεπίσθης προς την των πειρα­σμών απάντησιν, της των αρετών εργασίας απόσχου.

Άνθρωπος διστάζων βοηθόν είναι της καλής εργασίας Θεόν, ούτος υπό της ιδίας σκιάς εκφοβείται, και εν τω καιρώ της ευθηνείας και της πλησμονής εκπεινός εστί, και εν τη οικεία γαλήνη ζάλης πληρούται.

Ο δε πεποιθώς επί τω Θεώ, στερεούται την καρδίαν και επί πάντας ανθρώπους φανείται αυτού το τίμιον και ο έπαινος αυτού ενώπιον των εχθρών αυτού.

Αι του Θεού εντολαί υπέρ πάντας τους θησαυρούς του κό­σμου, και ο ταύτας κτησάμενος εντός αυτού ευρίσκει τον Θεόν.

Ο αεί κοιταζόμενος εν φροντίδι του Θεού, τούτον ταμειούχον εκτήσατο, και ο επιθυμών αυτού τα θελήματα, τους επουρανίους Αγγέλους έξει οδηγούς.

Ο φοβούμενος τάς αμαρ­τίας, απροσκόπως διαπεράσει την περίφοβον πορείαν και εν καιρώ σκοτώδει έμπροσθεν και ένδοθεν αυτού φως ευρίσκει.

Του φοβουμένου τάς αμαρτίας ο Κύριος διαφυλάσσει τα διαβή­ματα, και εν καιρώ ολισθήματος προφθάσαι αυτόν το του Θεού έλεος.

Ο λογιζόμενος τα πλημμελήματα αυτού μικρά είναι, πί­πτει εις χείρονα των πρώτων, και επταπλασίως αποτίσει την δίκην.

Σπείραι την ελεημοσύνην εν ταπεινώσει, και θερίσεις έλεον εν τη κρίσει.

Εν οίς απώλεσας το αγαθόν, εν αυτοίς πάλιν κτήσαι αυτό.

Οβολόν χρεωστείς τω Θεώ; Ου δέχεται εκ σου άντ' αυτού μαργαρίτην.

Οίον, την σωφροσύνην απώλεσας; Ου δέχεται εκ σου ελεημοσύνην ο Θεός, σου επιμένοντος τη πορνεία.

Διότι τον αγιασμόν του σώματος θέλει από σου.

Επεί παρέβης την εντολήν, μη δοκών την κτήσιν καταλελοιπέναι του κόσμου, υπέρ άλλων πολεμήσεις; Το φυτόν κατέλιπες, και άλ­λοις ήλθες πολεμείν; Είπεν ο άγιος Εφραίμ, ότι εν καιρώ θέρους, ουκ εν τοις ιματίοις του χειμώνας τω καύσωνι ανταγωνίζη.

Ούτως έκαστος ο σπείρει, τούτο και θερίσει, και παν αρρώστημα τοις οικείοις φαρμάκοις θεραπεύεται.

Και συ τυχόν υπό του φθόνου νικώμενος, τι τω ύπνω πολεμήσαι σπουδάζεις; Εν όσω μικρόν και ανθηρόν το παράπτωμα, εκτίλον αυτό, πριν πλατυνθή και περκάση.

Μη αμελήσης, όταν μικρόν σοι φαίνηται το ελάττωμα επεί ύστερον ευρήσεις αυτό δεσπότην απάνθρωπον και ως παις δέσμιος Έμπροσθεν αυτού δραμη.

Ο δε εξ αρχής κατά του πάθους ανταγωνιζόμενος, ταχέως αυτού κατακυριεύσει.

Ο δυνάμενος υπενεγκείν την αδικίαν μετά χαράς, καιτοι υπό χείρα έχων το αποκρούσασθαι, ούτος θεόθεν την πα­ράκληση εδέξατο δια της εις αυτόν πίστεως.

Και ο μετά ταπεινοφροσύνης τάς κατ’ αυτού κατηγορίας υπομένων, ούτος προς την τελείωσιν κατήντησε και υπό αγίων Αγγέλων θαυμάζεται.

Ουδεμία γαρ άλλη τοιαύτη αρετή μεγάλη και δυσκατόρθωτος.

Μη πιστεύσης σεαυτώ, ότι δυνατός ει, έως αν πειρασθής και εύρης σεαυτόν αναλλοίωτον.

Ούτω και εν πασι δοκίμασον σεαυτόν.

Κτήσαι πίστιν ορθήν εν σεαυτω, όπως κατα­πατήση τους εχθρούς σου, και έχε τον νουν σου αμετέωρον και μη θαρρήσης τη ση δυνάμει, ίνα μη παραχωρηθής εις την της φύσεως ασθένειαν.

Μηδέ τη ση γνώσει πιστεύσης, ίνα μη, μεσιτεύσας ο εχθρός τη εαυτώ πανουργία, παγίδευση σε.

Έχε την γλώσσαν πραείαν, και ου μη σοι παντελώς ατιμία προσυπαντήση.

Κτήσαι γλυκέα τα χείλη, και πάντας φίλους έξεις.

Μη καυχήση ποτέ εν γλώσση σου εν τοις έργοις σου, ίνα μη καταισχυνθής.

Έκαστον γαρ πράγμα, εις ο καυχάται ο άνθρωπος, εν τούτω παραχωρεί αυτώ ο Θεός αλλοιωθήναι, ίνα ταπεινωθή και μάθη την ταπείνωσιν.

Δια τούτο δει σε πάντα τη του Θεού προγνώσει παραχωρείν και μη πιστεύειν, ότι εστί τι εν τώδε τω βίω αναλλοίωτον.

Ούτω δε γενόμενος, διαπαντός το σον όμμα προς τον Θεόν ανάτεινε ότι η σκέπη του Θεού και η πρόνοια κύκλοι έπι πάντας ανθρώπους.

Ούχ οράται δε, ει μη υπό των καθαρισάντων εαυτούς από της αμαρτίας και εν τω Θεώ και μόνω εχόντων την μελέτην αυτών διηνεκώς.

Εξαιρέτως δε φανερούται τούτοις η πρόνοια του Θεού, όταν εισέλθωσιν εις πειρασμόν μέγαν υπέρ του Θεού.

Τότε γαρ ταύτης αισθάνονται, ωσανεί τοις σωματικοίς οφθαλμοίς ορώντες αυτήν, έκαστος κατά την αναλογίαν και αιτίαν του συμβαίνοντος πειρασμού, όπως προς ανδρείαν τους αγωνιστάς αλείψη, ως επί του Ιακώβ και Ιησού του Ναυή και των τριών Παίδων και Πέτρου και των λοιπών αγίων, οις εν ανθρωπίνω σχήματι τινι εφαίνετο, θαρσοποιούσα και στηρίζουσα προς την ευσέβειαν.

Ει δε λέγεις ταύτα τοις άγίοις οικονομικώς δεδόσθαι παρά του Θεού, και ιδίως των τοιούτων οπτασιών ηξιούντο, εστωσάν σοι προς ανδρείας υποδείγματα οι άγιοι μάρτυρες, οίτινες πολλάκις μεν πολλοί, ενίοτε δε εις καθείς, και εν πολλοίς τόποις και διαφόροις, δια Χριστόν ηγωνίσαντο και τη εν αυτοίς εληλυθυία δυνάμει ανδρείως υπέμειναν πηλίνοις σώμασι τάς ζέσεις του σιδήρου και τάς παντοδαπάς κολάσεις, πράγματα υπέρ φύσιν.

Τοις τοιούτοις γαρ φανερώς εφαίνοντο οι άγιοι Άγγελοι, ίνα μάθη έκαστος, ότι δαψιλώς η θεία πρόνοια επ' εκείνους πρόεισι, τους κατά πάντα τρόπον και πάντα πειρασμόν και πάσαν θλίψιν δι' αυτόν υπομένοντας, προς επίδειξιν της αυ­τών ανδραγαθίας και αισχύνην των εχθρών αυτών.

Και γαρ όσον οι άγιοι ταίς τοιαύταις οπτασίαις ηνδρίζοντο, τοσούτον οι υπεναντίοι τη αυτών καρτερία εθυμομάχουν και εμαίνοντο.

Και τίγρη λέγειν περί τε ασκητών, των του κόσμου ξένων και αναχωρητών, οίτινες την έρημον επόλισαν, και Αγ­γέλων εποίησαν σκήνωμα καταγώγιον, προς ους αεί εφοίτων, δια την της πολιτείας αυτών κατάστασιν και ως ενός Δεσπότου υπασπισταί κατά καιρόν αλλήλοις ως συνασπισταί συνεγίνοντο; Οίτινες πάσας τάς ημέρας της ζωής αυτών την ερημίαν ησπάζοντο, και εν όρεσι και σπηλαίοις και ταίς οπαίς της γης την κατοίκησιν είχον, δια την προς τον Θεόν αγάπην.

Και κα­θώς τα γήινα καταλιπόντες, τα ουράνια ηγάπησαν και Αγγέλων μιμηταί γεγόνασι, κατά τούτο δικαίως και αυτοί οι άγιοι Άγγε­λοι την αυτών θέαν ουκ απέκρυψαν εξ αυτών και την τούτων θέλησιν επλήρουν πάσαν.

Αλλά και κατά καιρούς αυτοίς εφαίνοντο, το όπως χρή αυτούς πολιτεύεσθαι διδάσκοντες.

Και ποτέ μεν απορούμενα τινά αυτοίς εσαφήνιζον, ποτέ δε οι άγιοι τούτους επηρώτωντο δέον.

Και ποτέ μεν καθ’ οδόν πλανωμένους τούτους ωδήγουν, ποτέ δε πειρασμοίς περιπεσόντας ελυτρούντο.

Και ποτέ μεν, αιφνιδίου συμπτώματος και κινδύνου επερχομένου, εκ μέσου τούτους διήρπαζον, ως εξ όφεως ή πέτρας ή σχίδακος ή λίθου βολής, ποτέ δε, φανερώς του εχθρού πολεμούντος τοις αγίοις, οφθαλμοφανώς εδείκνυντο και προς βοήθειαν αυτών απεστάλθαι έλεγον και θάρσος και ευτολμίαν και παραψυχήν αυτοίς ενεποίουν.

Και άλλοτε μεν ιάσεις δι' αυτών επετέλουν, ενίοτε δε αυτούς τους αγίους πάθεσι τισιν εμπεσόντας ίωντο.

Και ποτέ μεν, τα σώματα αυτών ασιτεία καταπεσόντα, αφή χει­ρός ή λόγοις υπέρ φύσιν ενεδυνάμουν και ενίσχυον, ποτέ δε τροφήν αυτοίς προσεκόμιζον, άρτους, εσθ' ότε και θερμούς και άλλα τινά προσφάγια.

Και τισί μεν αυτών την μετάστασιν προεδήλουν, τισι δε και τον τρόπον της μεταστάσεως.

Και τι δει πολλά καταριθμείν, τα την προς ημάς των αγίων Αγγέλων αγάπην παριστώντα και την εις τους δικαίουςάπασαν επιμέλειαν; και γαρ ως τίνες αδελφοί των μικρότερωνμείζονες, ούτως ημών προνοούνται.

Είρηται δε ταύτα, ίνα πάς τις μάθη, «Ότι εγγύς Κύριος πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αληθεία», και όσην πρόνοιαν ποιείται είς τους εκδεδωκότας εαυτούς τη αυτού ευαρεστήσει και ολοκαρδίως αύτω ακολουθούντας.

Εάν πιστεύσης, ότι ο Θεός πρόνοιαν σου ποιήται, τι μεριμνάς και φροντίζεις περί πρόσκαιρων και των της σαρ­κός σου χρειών; Ει δε ου πιστεύεις, ότι πρόνοιαν σου ποιείται ο Θεός, και δια τούτο φροντίζεις εκτός αυτού τα περί της χρείας σου, ταλαιπωρότερος ει πάντων ανθρώπων.

Και ίνα τί και ζής η και ζήση; «Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και αυ­τός σε διαθρέψει», και «ου μη πτοηθής πτόησιν επερχομένην σοι».

Ο καθάπαξ εαυτόν αφιερώσας τω Θεώ, εν αναπαύσει νοός διάγει.

Εκτός ακτημοσύνης ου δύναται η ψυχή ελευθερωθήναι εκ της ταραχής των λογισμών, και εκτός της ησυχίαςτων αισθήσεων, της ειρήνης της διανοίας ουκ αισθηθήσεται.

Εκτός του εισελθείν είς πειρασμούς, την σοφίαν του Πνεύμα­τος ου μη τις κτήσηται και εκτός επιπόνου αναγνώσεως, την λεπτότητα των λογισμών ου γνώσεται και εκτός γαλήνης των λογισμών, ο νους εν αποκρύφοις μυστηρίοις ου κινηθήσεται και εκτός της δια πίστεως πεποιθήσεως, ου δύναται η ψυχή μετά θάρσους κατατολμήσαι των πειρασμών και εκτός δε πεί­ρας της σκέπης του Θεού εναργούς, ελπίσαι η καρδία επ' αυτόν ου δύναται και εκτός του γεύσασθαι την ψυχήν των παθημάτων του Χριστού εν γνώσει, κοινωνίαν μετ' αυτού ου μη σχή.

Τούτον άνθρωπον του Θεού λογίζου είναι, τον δια πολλήν ευσπλαγχνίαν εαυτόν θανατώσαντα της αναγκαίας χρεί­ας.

Ο γαρ ελεών πτωχόν, τον Θεόν έχει μεριμνώντα περί αυ­τού, και ο δι' αυτόν πτωχεύων, εύρε θησαυρούς ανελλιπείς.

Ο Θεός ου χρήζει τινός, ευφραίνεται δε όταν ίδη τινά αναπαύοντα την εικόνα αυτού και τιμώντα αυτήν δι' αυτόν.

Όταν τις αιτήσηται εκ σου όπερ έχεις, μη είπης εν τη καρδίασου, ότι εάσω τούτο τη ψυχή μου, ίνα αναπαύσωμαι εν αυτώ, και ο Θεός μέλλει αυτώ χορηγήσαι αλλαχόθεν την χρείαν αύτου.

Αδίκων γαρ εστί τα ρήματα ταύτα και μη γινωσκόντων τον Θεόν.

Δίκαιος και χρηστός άνθρωπος την εαυτού τιμήν ου δίδωσιν άλλω, ουδέ τον της χάριτος καιρόν απράκτως συγχω­ρήσει παρελθείν.

Ο μεν πτωχός και επιδεής άνθρωπος χορηγείται υπό Θεού, συ δε απεστράφης την εκ Θεού τιμήν σου και εμάκρυνας την χάριν αυτού από σου, στρέψας τον πένητα.

Όταν ούν δώς, ευφραίνου και ειπέ Δόξα σοι ο Θεός, ότι ηξίωσας με ευρείν τίνα αναπαύσαι.

Ει δε ουκ έχεις ο δώσεις, μάλλον χάρηθι και ειπέ ευχαριστών τω Θεώ' Ευχαριστώ σοι ο Θεός μου, ότι έδωκας μοι ταύτην την χάριν και την τιμήν, του πτωχεύσαι υπέρ του ονό­ματος σου, και ηξίωσας με γεύσασθαι της θλίψεως της εν τη οδώ των εντολών σου τεθείσης, εν τε αρρω­στία και πτωχεία, καθώς εγεύσαντο οι άγιοι σου, οι περιπατήσαντες εν τη οδώ ταύτη.

Και όταν ασθενής, ειπέ Μακάριος ο αξιωθείς υπό του Θεού πειρασθήναι εν οίς κληρονομούμεν την ζωήν.

Τάς γαρ αρρωστίας δια την υγείαν της ψυχής επάγει ο Θεός.

Είπε γαρ τις των αγίων Τούτο εσημειωσάμην, ότι μοναχός μη θεαρέστως δουλεύων τω Κυρίω και μη σπουδαίως αγωνιζόμενος εις την σωτηρίαν της εαυτού ψυχής, αλλ' αμελώς περί την άσκησιν των αρετών διακείμενος, πάντως παραχωρείται υπό του Θεού πειρασμοίς περιπεσείν, ίνα μη αργήση και εκ της πολλής αργίας αυτού νεύση επί τα χείρονα.

Δια τούτο γούν επιρρίπτει ο Θεός πειρασμούς έπι τους ράθυ­μους και αμελείς, ίνα εν τούτοις μελετώσι και μη εν τοις ματαίοις ποιεί δε τούτο ο Θεός αεί εν τοις αγαπώσιν αυτόν, ίνα παιδεύση και σοφίση και διδάξη αυτούς το θέλημα αυτού.

Και όταν δεηθώσιν αυτού, ουκ εισακούει αυτών ταχέως, έως αν ατονήσωσι και μάθωσιν ασφαλώς, ότι εκ της αμελείας και ραθυμίας αυτών συμβέβηκεν αυτοίς ταύτα.

Γέγραπται γαρ, «όταν εκτείνητε τάς χείρας υμών προς με, αποστρέψω τους οφθαλμούς μου αφ' υμών.

Και εάν πληθύνητε την δέησιν, ουκ εισακούσομαι υμών».

Και γαρ, ει και περί άλλων τούτο είρηται, άλλ' ουν περί των εγκαταλιμπανόντων την οδόν του Κυρίου γέγραπται.

Επειδή δε τον Θεόν πολυέλεον είναι φάσκομεν, τίνος ένεκεν εν τοις πειρασμοίς κρούοντες διηνεκώς και δεόμενοι,ουκ εισακουόμεθα, αλλά την ημών δέησιν παρορά; Ή πάντωςδιδασκόμεθα τούτο παρά του Προφήτου λέγοντος, «ου μικρά η χειρ Κυρίου του εξελέσθαι, ουδέ βαρήκοος εστί του ακούσαι, αλλ' αι αμαρτίαι ημών διεχώρισαν ημάς άπ' αυτού και αι ανομίαι ημών απέστρεψαν το πρόσωπον αυτού, του μη εισακούειν»; Μνημόνευε του Θεού εν παντι καιρώ, και μνημονεύει σου και αυτός, όταν εμπέσης εις κακά.

Η φύσις σου δεκτική των παθών γέγονε και του παρόντος κόσμου οι πειρασμοί πολλοί γεγόνασι, και ουκ απέχουσιναπό σου τα κακά, άλλ' ενδοθέν σου βρυουσί σοι και υποκάτωτων ποδών σου.

Εκ του τόπου, εν ω έστηκας, μη εξέλθης, και όταν ο Θεός επινεύση, ελευθερωθήση τούτων.

Και καθάπερ εγγίζουσιν αλλήλοις τα βλέφαρα, ούτω και οι πειρασμοί εγγύς των ανθρώπων είσί.

Ταύτα δε ωκονόμησεν ό Θεός εν σοφία, δια την σήν ωφέλειαν, όπως επιμόνως κρούης την θύραν αυτού και τω φόβω των θλιβερών ενσπαρή η μνήμη αυτού εν τη ση διανοία και πλησιάσης αυτώ δια των εντεύξεων και αγιασθή σου η καρδία τη διηνεκεί αυτού μνήμη.

Και δεομένου σου, εισακούσεται σου, και μαθήση, ότι ο Θεός εστίν ο εξαιρούμενος σε, και αισθηθήση του πλάσαντός σε και προνοούντος και φυλάττοντος και του δια σε διττόν κόσμον πεποιηκότος' ένα μεν ως διδάσκαλον και παιδευτήν πρόσκαιρον, έτερον δε ως πατρικόν δόμον και σήν κληρονομίαν αιώνιον.

Ουκ εποίησέ σε ο Θεός ανεπίδεκτον των λυπηρών, ίνα μη,της θεότητος εφιέμενος, κληρονομήσης όπερ και ο πρινεωσφόρος, ύστερον δε δια της επάρσεως Σατανάς γενόμενος,εκληρονόμησεν.

Ομοίως δε ουδέ ακλινή και ακίνητόν σε εποίησεν, ίνα μη γένη ως η των αψύχων φύσις, και γένηταί σοι τα αγαθά ακερδή και άμισθα, ως τοις αλόγοις τα φυσικά πλεονε­κτήματα τα κτηνώδη.

Οπόση γαρ ωφέλεια και ευχαριστία και ταπείνωσις εντίκτεται εκ της των σκολόπων τούτων επαγω­γής, πάσι ράδιόν εστί καταμαθείν.

Φανερόν ούν εστίν, ότι το αγωνίσασθαι εις τα αγαθά και εκκλίναι από των κακών, εν ημίν εστί.

Και η τιμή και ηατιμία, αι εκ τούτων γινόμεναι, εις ημάς αναφέρονται.

Τη μενγαρ ατιμία αισχυνόμενοι φοβούμεθα, τη δε τιμή την ευχαριστίαν τω Θεώ προσάγομεν και προς την αρετήν επεκτεινόμεθα.

Τού­τους τους παιδαγωγούς σοι ο Θεός επλήθυνεν, ίνα μη, ελεύθε­ρος ων εξ αυτών και ανεπίδεκτος των θλιβερών και υπεράνω παντός φόβου, επιλάθη Κυρίου του Θεού σου και εκκλίνης απ' αυτού και εμπέσης εις πολυθεϊαν, καθώσπερ και άλλοι πολλοί, καίτοι ομοιοπαθείς σοι όντες και τοις τοιούτοις λυπηροίς μαστιζόμενοι, εν μια καιρού ροπή δια πρόσκαιρον και ευτελή εξουσίαν και ευεξίαν, ου μόνον εις πολυθείαν εξέπεσον, αλλά και εαυτούς αφρόνως θεομηνίσαι κατετόλμησαν.

Τούτου ούν χάριν εν τοις θλιβεροίς συνεχώρησέ σε είναι.

Ενίοτε δε ίνα μη, εκκλίνας, παροργίσης αυτόν και τη επαγωγή της τιμωρίας εξολοθρεύση σε από προσώπου αυτού.

Εώ γαρ λέγειν την ασέβειαν και τάς λοιπάς βλασφημίας τάς τικτομένας εκ της του βίου ευημερίας και αφοβίας, καν τα προειρημένα μη τολμήση τις ειπείν.

Τούτον χάριν δια τε των παθών και των λυπηρών επλήθυνε την μνήμην αότού εν τη καρδία σου και τω φόβω των εναντίων εξύπνισε σε προς την της ευσπλαγχνίας αυτού πύλην, και δια της εκ τούτων απολυτρώσεως και αιτίας την προς αυτόν αγάπην σοι εγκατέσπειρε.

Καταβαλών δε την αγάπην, τη της υιοθεσίας τιμή προσήγγισέ σε και την πλουσίαν αυτού χάριν, οπόση εστίν, επιδείκνυσί σοι.

Πόθεν γαρ εγίνωσκες την τοιαύτην αυτού πρόνοιαν και κηδεμονίαν, εί μη σοι τα εναντία συνέβαινον; Διότι ως επί το πλείστον εκ τούτων δυνατόν πληθυνθήναι την αγάπην του Θεού εν τη ψυχή σου, του­τέστιν εκ της κατανοήσεως των αυτού χαρισμάτων και της μνήμης του πλήθους της προνοίας αυτού.

Ταύτα σοι πάντα τα αγαθά εκ των λυπηρών γεννώνται, ίνα μάθης ευχαριστείν.

Λοιπόν μνημόνευε του Θεού, ίνα σου και αυτός πάντοτε μνημόνευση, και μνημονεύσας και διασώσας σε, λήψη παρ' αυτού πάντα μακαρισμόν.

Μη έπιλάθου αυτού, μετεωριζόμενος εν τοις ματαίοις, ίνα μη σου έπιλάθηται εν τω καιρώ των πολέμων σου.

Εν τη ση εύθηνίφ γενού αύτω υπή­κοος, ίνα εν ταίς θλίψεσι σχής προς αυτόν παρρησίαν, δια της καρδιακής και επιμόνου προς αυτόν εντεύξεως.

Καθάρισον σεαυτόν ενώπιον Κυρίου διαπαντός, έχων την μνήμην αυτού εν τη καρδία σου, ίνα μη, χρονίσας έξωθεν της μνήμης αυτού, απαρρησίαστος γένη όταν εισέλθης προς αυ­τόν διότι η παρρησία η προς τον Θεόν εκ της προς αυτόν συνεχούς ομιλίας γίνεται και της πολλής προσευχής.

Η προς αν­θρώπους σχέσις και διαμονή δια του σώματος εστίν, η δε προς Θεόν σχέσις δια της ψυχικής μνήμης και της των δεήσεων προσοχής και ολοκαυτώσεως, εκ δε της πολλής διαμονής της αυτού μνήμης, προς έκπληξιν και θαύματα κατά καιρόν μετατίθεται «ευφρανθήσεται γαρ καρδία ζητούντων τον Κύριον».

Ζητήσατε τον Κύριον, ώ κατάδικοι, και κραταιώθητε τη ελπίδι, ζητήσατε το πρόσωπον αυτού δια μετανοίας, αγιασθήσεσθε τω αγιασμώ του προσώπου αυτού και των αμαρτιών υμών αποκαθαρισθήσεσθε.

Δράμετε προς Κύριον, όσοι εν αμαρτίαις υπεύθυνοι, τον δυνάμενον συγχωρείν αμαρτή­ματα και παροράν πλημμελήματα μεθ' όρκου γαρ είρηκε δια του Προφήτου λέγων «ζω εγώ, λέγει Κύριος- ου βούλομαι τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν» και πάλιν «όλην την ημέραν διεπέτασα τάς χείρας μου προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα».

Και πάλιν «ίνα τι θανάτω αποθνήσκετε, οίκος Ισραήλ;» «επιστράφητε προς με, και επιστραφήσομαι προς υμάς» · και πάλιν «εν η αν ημέρα επιστραφή ο αμαρτωλός από της οδού αυτού και επιστρέψη προς Κύριον και ποίηση κρίμα και δικαιοσύνην, των ανομιών αυτού ου μη μνησθώ ζών δε ζήσεται, λέγει Κύριος, και ο δίκαιος, εάν εγκα­ταλείψη την δικαιοσύνην αυτού και αμαρτήσας αδικήση, της δι­καιοσύνης αυτού ου μη μνησθώ, άλλ' ολίσθημα θήσω ενώπιον αυτού και εν τω σκότει των έργων αυτού αποθανείται επιμείνας αυτοίς».

Τίνος ένεκεν; Διότι ό αμαρτωλός ου σκελισθήσεται τη εαυτού αμαρτία η αν ημέρα επιστρέψη προς Κύριον.

Και του δικαίου η δικαιοσύνη ου λυτρώσεται αυτόν, η αν ημέρα αμάρτη, ει γε επιμείνη τω τοιούτω αμαρτήματι.

Και τω Ιερεμία δε ούτως είρηκεν ο Θεός «ανάλαβε συ μεμβράνην και όσα αν σοι είπον γράψον από των ημε­ρών Ιωσίου του βασιλέως Ιούδα μέχρι της σήμερον πάντα τα κακά, όσα σοι είπον επάξαι τω λαώ τούτω, ίνα, ακούσας και φοβηθείς, καταλείψη άνθρωπος την οδόν αυτού την πονηράν και επιστραφέντες μετανοήσωσι και αφέλωμαι τάς αμαρτίας αυτών».

Και η σοφία είπεν «ο κρύπτων την αμαρτίαν αυτού, ου χρησιμεύσει, ο δε ομολογών τάς εαυτού αμαρτίας και διαπεράσας αυτάς, ελέους τεύξεται παρά του Θεού».

Και ο Ησαίας φησίν «εκζητήσατε τον Κύριον και ευρόντες, επικαλέσασθε αυτόν και προσεγγίσαντες, καταλειψάτω την ιδίαν οδόν ο αμαρτωλός και ο άδικος ανήρ τάς εαυτόν ενθυμήσεις, και επιστράφητε προς με, καγώ ελεήσω υμάς αι γαρ ενθυμήσεις μου ου κατά τάς υμετέρας ενθυμήσεις, ουδέ αι οδοί μου κατά τάς υμετέρας οδούς.

Εάν ούν ακούσητε μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε.

Δεύτε προς με και υπακούσατε μου, και ζήσεσθε τη ψυχή υμών».

Όταν φυλάξης τάς οδούς Κυρίου και ποιήσης τα θελήματα αυτού, τότε έλπισον επί Κύριον και επικάλεσαι αυ­τόν, και επιβοωμένου σου ερεί σοι, «ιδού πάρειμι».

Επελθόντος τω αδίκω πειρασμού, ουκ έχει πεποίθησιν επικαλέσασθαι τον Θεόν, ουδέ προσδοκήσαι την εξ αυ­τού σωτηρίαν.

Διότι εν ημέραις αναπαύσεως αυτού εμακρύνθη από του θελήματος του Θεού.

Πριν του πολέμου άρξη, επιζήτησον την συμμαχίαν, και προ του αρρωστήσαι, αναζήτησον τον θεραπευτήν.

Και πριν επέλθη σοι τα θλιβερά, πρόσευξαι, και εν τω καιρώ των λυπηρών ευρήσεις αυτόν και επακούσεταί σου.

Προ του σε ολισθήσαι, επικάλεσαι και δεήθητι, και προ του σε εύξασθαι, ετοίμασον τάς υποσχέσεις, τα εντεύθεν φημι εφόδια.

Η κιβωτός του Νώε εν τω καιρώ της ειρήνης κατεσκευάσθη και προ εκατοστού έτους τα ξύλα αυτής εφυτεύετο, εν δε τω καιρώ της οργής, οι μεν άδικοι απώλοντο, τω δε δικαίω σκέπη εγένετο.

Στόμα άδικον δια προσευχής εμφράττεται.

Η γαρ κατάγνωσις της συνειδήσεως απαρρησίαστον ποιεί τον άνθρωπον.

Καρδία αγαθή καταφέρει δάκρυα μετά χαράς εν τη προσευχή.

Οις ο κόσμος νενέκρωται, ούτοι τάς επηρείας μετά χαράς υπομένουσιν.

Οίς δε ζή ο κόσμος, ούτοι ου δύνανται αδικίαν υπομείναι, αλλ' η υπό της κενοδοξίας νικώμενοι οργίζον­ται και ταράττονται αλόγως κινούμενοι ή υπό της λύπης αλίσκονται.

Ω, πώς δυσκατόρθωτος εστίν η τοιαύτη αρετή και πόσην δόξαν κέκτηται παρά τω Θεώ! Ο θέλων την αρετήν ταύτην κατορθώσαι, ήγουν το αδικείσθαι και μακροθυμείν, χρήζει μακρυνθήναι των ιδίων αυτού και ξενητεύσαί διότι ου δύναται αυτήν εν τη ιδία πατρίδι κατορθώσαι.

Των γαρ μεγά­λων και δυνατών εστίν υπομείναι της αρετής ταύτης την αλγηδόνα, μέσον των ιδίων όντων, και οις ο κόσμος ούτος τέθνηκε, πάσης της παρούσης παρακλήσεως απελπίσασιν.

Ώσπερ ή χάρις πλησιάζει τη ταπεινοφροσύνη, ούτω και τηυπερηφανία οδυνηροί συμβάσεις.

Οφθαλμοί Κυρίου επί τους ταπεινόφρονας του ευφράναι αυτούς, πρόσωπον δε Κυρίουκατ' ενώπιον υπερηφάνων, του ταπεινώσαι αυτούς.

Η ταπείνωσις δια παντός δέχεται παρά Θεού το έλεος, τη δε σκληροκαρδία και ολιγοπιστία συναντήματα φοβερά προσυπαντώσι.

Σμίκρυνον σεαυτόν εν πασι προς πάντας ανθρώπους, και υψωθήση επάνω των αρχόντων του αιώνος τούτου.

Προκατάλαβε πάντας δια του σου ασπασμού και της προσκυνήσεως, και τιμηθήση υπέρ τους δωροφορούντας χρυσίον σουφείρ.

Εξευτέλισον σευατόν, και όψει την δόξαν του Θεού ενσευατώ.

Όπου γαρ βλαστάνει η ταπείνωσις, εκεί η τουΘεού δόξα βρύει.

Εάν φανερώς εξουδενωθήναι αγωνίση υπό πάντων ανθρώπων, ποιείν σε δοξασθήναι ό Θεός, εάν δε εν τη 5 καρδία σου, δείκνυσί σοι ο Θεός την δόξαν αυτού.

Γενού ευκαταφρόνητος εν τη μεγαλωσύνη σου, και μη μέγας εν τη ελαχιστία σου.

Σπούδασον του καταφρονηθήναι, και της τιμής του Θεούεμπλησθήση.

Μη ζήτησης τιμηθήναι, πεπληρωμένος ωνέσωθεν τραυμάτων.

Ψέξον την τιμήν, ίνα τιμηθής, και μη αγαπήσης αυτήν, ίνα μη ατιμασθής.

Ο τρέχων όπισθεν της τιμής, φεύγει από έμπροσθεν αυτού, και ο φεύγων αυτήν, καταδιώξεται αυτόν και κήρυξ γίνεται πάσιν ανθρώποις της ταπεινώσεως αυτού.

Ει καταφρονείς σεαυτου, ίνα μη τιμηθής, ο Θεός δημο­σιεύσει σε, ει δε δια την αλήθειαν ψέξεις σεαυτόν, επιτρέπει ο Θεός πάσι τοις κτίσμασιν αυτού επαινέσαι σε, και ανοίξουσιν έμπροσθεν σου την θύραν της δόξης του πλαστουργού σου και επαινέσουσί σε.

Διότι συ εν αληθεία κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν αυτού υπάρχεις.

Άνθρωπον ταίς μεν αρεταίς διαλάμποντα, τοις δε ανθρώποις ευτελή φαινόμενον, φωτεινόν μεν τω βίω, σοφόν δετη γνώσει, και ταπεινόν τω πνεύματι, τις τεθέαται; Μακάριος οταπεινών εαυτόν εν πασιν, ότι υψωθήσεται.

Ο γαρ δια τον Θεόν ταπεινών εαυτόν εν πασιν και σμικρύνων, υπό του Θεού δοξάζεται και ο δια τον Θεόν πεινών και διψών, μεθύσει αυ­τόν ο Θεός των αγαθών αυτού.

Και ο δια τον Θεόν γυμνητεύων, ενδύεται υπ' αυτού στολήν αφθαρσίας και δόξης, και ο δι' αυτόν πτωχεύων, τω αληθινώ αυτού πλούτω παρακαλείται.

Εξουδένωσον σεαυτόν δια τον Θεόν και, σου αγνοούντος, πληθυνθήσεταί σου η δόξα εν πάση τη ζωή σου.

'Εχε σεαυτόν αμαρτωλόν, ίνα δικαιωθής εν πάση τη ζωή σου.

Γίνου ιδιώτης εν τη σοφία σου, και μη φανής σοφός, ιδιώτης ων.

Και εάν τον αφελή και αμαθή η ταπείνωσις υψοί, πόσης οίει τιμής τοις μεγάλοις και τιμίοις πρόξενον γίνεσθαι; Φεύγε την κενοδοξίαν, και δοξασθήση, και φοβήθητι τηνυπερηφανίαν, και μεγαλυνθήση.

Ου τοις υιοίς των αν­θρώπων διεμηνύθη η κενοδοξία, ουδέ η υψηλοφροσύνη τω γέ­νει των γυναικών.

Ει εκουσίως απετάξω πάσι τοις βίου πράγμασι, περί μηδανιμού πράγματος μηδαμώς μετά τίνος φιλονεικήσης.

Εί την κενοδοξίαν εβδελύξω, φεύγε τους αγρεύοντας αυτήν.

Φεύγε τους φιλοκτήμονας, ως και το κτάσθαι.

Μάκρυ­ναν σεαυτόν από των σπαταλώντων, ως και από της σπατά­λης.

Φεύγε τους ακόλαστους, ως και την ακολασίαν.

Ει γαρ η ψιλή των είρημενων μνήμη ταράττει την διάνοιαν, πόσω μάλ­λον η θεωρία και η μετ' αυτών διαγωγή; Προσέγγισον τοις δικαίοις, και δι' αυτών τω Θεώ πλησιάσεις.

Συναναστρέφου τοις έχουσι ταπείνωσιν, και μάθηση τους τρόπους αυτών.

Εί γαρ η θεωρία των είρημενων ωφέλιμος, πόσω μάλλον η διδασκαλία του στόματος αυτών; Αγάπησον τους πτωχούς, ίνα δι' αυτών και συ τεύξη του ελέους.

Μη προσέγγισης τοις φιλονείκοις, ίνα μη αναγκασθής έξω γενέσθαι της σης γαλήνης.

Μη αηδώς φέρε τάς δυσοσμίας των αρρώστων, και μάλιστα των πενήτων, επειδή και συ σώμα περίκεισαι.

Μη επιπλήξης τους τεθλιμμένους τη καρδία, ίνα μη τη ράβδω αυτών μαστιχθής και ζητήσης παρακαλούντας, και ου μη εύρης.

Μη εκφαυλίσης τους ηκρωτηριασμένους, ότι πάντες εις τον άδην ισοτίμως πορευσόμεθα.

Αγάπησον τους αμαρτωλούς, μίσησον δε τα έργα αυτών, και μη καταφρόνησης αυτών δια τα ελαττώματα αυτών, μη ποτέ και συ πειρασθής εν οίς είσι.

Μνήσθητι, ότι κοινωνός ει της γεηράς φύσεως, και πάσιν ευ ποιεί.

Μη επίπληττε τους δεομένους της σης ευχής, και των μαλθακών λόγων τήςπαρακλήσεως μη απο­στέρει, ίνα μη απόλωνται και απαιτηθής τάς ψυχάς αυτών, άλλα μίμησαι τους ιατρούς, οίτινες τα θερμότερα πάθη ιώνται τοις ψυχροτέροις φαρμάκοις, και τα ψυχρότερα τοις εναντίοις.

Ανάγκασον σεαυτόν, όταν υπαντήσης τω πλησίον σου, ίνα τίμησης αυτόν υπέρ το μέτρον αυτού.

Φίλησον δε τάς χεί­ρας αυτού και τους πόδας, και κράτησον αύτάς πολλάκις μετά πολλής τιμής και επίθες αυτάς επί τους οφθαλμούς σου και επαίνεσον αυτόν και εις άπερ ουκ έχει.

Όταν δε χωρισθή από σου, λάλησον περί αυτού πάν αγαθόν, και ει τι τίμιον.

Εν γαρ τούτοις και τοις τοιούτοις έλκεις αυτόν εις το αγαθόν και αναγ­κάζεις αυτόν αίσχύνεσθαι εκ της προσηγορίας, ης προσηγόρευσας αυτόν, και σπείρεις εις αυτόν σπέρματα αρετής.

Εκ δε της τοιαύτης συνήθειας, ης σεαυτόν εθίζεις, τυπούται εν σοι τύπος αγαθός, και ταπείνωσιν πολλήν κτήση εν σεαυτω, και χωρίς κόπου κατορθοίς τα μεγάλα.

Ου μόνον δε τούτο, άλλα και εάν έχη τινά ελαττώματα, τιμώμενος υπό σου, ευχερώς δέχεται παρά σου την θεραπείαν, αισχυνόμενος εκ της τιμής, ης εποίησας αυτώ.

Ούτος ο τρόπος έστω σοι αεί, το ευπροσήγορον και τιμητικόν είναι προς πάντας, και μη παροξύνης τινά ή ζηλώσης, μήτε δια πίστιν μήτε δια τα έργα αυτού τα κακά, αλλά φύλαττε σεαυτόν, του μη μέμψασθαι ή έλεγξαι τινά εν τινί έχομεν γαρ κριτήν απροσωπόληπτον εν ουρανοίς.

Ει δε θέλεις επιστρέψαι αυτόν προς την αλήθειαν, λυπήθητι υπέρ αυτού και μετά δακρύων και αγάπης είπε αυτώ λόγον ένα ή δύο,και μη πυρωθής τω θυμώ κατ' αυτού, και όψεται εν σοι σημείον έχθρας.

Η γαρ αγάπη ουκ οίδε θυμούσθαι ή παροξύνεσθαι ή μέμφεσθαι τίνα εμπαθώς.

Ένδειξις της αγάπης και της γνώσεως εστίν η ταπεινωσις, ήτις τίκτεται από συνειδήσεως αγαθής.

Εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΣΤ':

ΠΕΡΙ ΩΦΕΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ισχυρός εστίν αληθώς και δυσχερής και δύσκολος ο αγών γινόμενος εν τοις πράγμασι, και όσον εάν δύνηται ο άνθρωπος γενέσθαι αήττητος και ισχυρός, όταν πλησιάσωσιν αύτω αι των προσβολών αιτίαι, των πολέμων και των αγώνων, φόβος προσκολλάται αυτώ και ταχύς εις πτώσιν γίνεται, πολύ πλέον της απαντήσεως του φανερού πο­λέμου του διαβόλου.

Διότι, όσον ου μακρύνεται ο άνθρωπος εξ ων η καρδία αυτού πτοείται, αεί γίνεται τω εχθρώ αυτού τόπος κατ' αυτού, και εάν μικρόν νυστάξη, ευχερώς απόλλυσιν αυτόν.

Όταν γαρ η ψυχή κρατηθή εν ταίς βλαβεραίς απαντήσεσι του κόσμου, αύται αι απαντήσεις γίνονται αυτή σκόλοπες, και ωσανεί φυσικώς ηττάται, όταν αυταίς υπαντήση.

Και τοίνυν οι Πατέρες ημών οι αρχαίοι, οι πορευθέντες εν ταύταις ταίς τρίβοις, επισταμένοι ως ουκ εν παντι καιρώ ο νους έρρωται, ουδέ δύναται ίστασθαι εν τάξει μιά ακλινώς και τηρείν την εαυτού φρουράν, γίνεται δε εν καιρώ μη δύνασθαι κατιδείν εις τα βλάπτοντα αυτόν, διεσκέψαντο εν σοφία και ημφιάσαντο την ακτημοσύνην ως όπλον, την εκ πολλών αγώνων ελευθέραν υπάρχουσαν, καθώς γέγραπται, ίνα ούτω δια της ενδείας αυτού ο άνθρωπος εξειλήσαι δυνηθείη εκ πολ­λών παραπτωμάτων.

Και απήλθον εις την έρημον, εν ή ουκ εστί πράγματα, άπερ εισίν αιτίαι των παθών, ίνα μηδέ όταν ώρα γένηται αυτούς ασθενήσαι, εύρωσι τάς αιτίας των πτώσε­ων, λέγω δη του θυμού και της επιθυμίας και της μνησικακίας και της δόξης, άλλ' ίνα ταύτα τε και τα λοιπά τούτων ελαφρά γένωνται, δια την έρημον εκείνην.

Εν αυτή γαρ ωχύρωσαν εαυτούς και ετείχισαν, ως πύργω ακαταμαχήτω, και τότε ηδυνήθησαν έκαστος αυτών τελειώσαι τον εαυτού αγώνα εν ησυχία, όπου αι αισθήσεις ούχ εύρον βοήθειαν συγγενέσθαι τω αντιπαλαίοντι ημάς εν τη απαντήσει των βλαπτόντων.

Κρείσσον γαρ ημίν θάνατος εν τω αγώνι, ή ζήσαι εν τω πτώματι.

ΛΟΓΟΣ Ζ΄:

ΠΕΡΙ ΤΑΞΕΩΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΗΚΟΝΤΩΝ ΑΥΤΟΙΣ

Αύτη εστίν η τάξις η σώφρων και Θεώ προσφιλής, το μή περιβλέπειν τοις οφθαλμοίς ώδε κακείσε, αλλά πάντοτε τοις έμπροσθεν επεκτείνεσθαι και μη αργολογείν, αλλά τα μόνα αναγκαία λαλείν και ενδύμασι πενιχροίς αυταρκείσθαι προς την χρείαν του σώματος, και ούτω τοις βρώμασι τοις συνιστάνουσι το σώμα κεχρήσθαι και μη τη γαστριμαργία.

Μεταλαμβάνειν από πάντων προς ολίγον και μη τα μεν εκφαυλίζειν, τα δε εκλέγεσθαι και εκ τούτων θέλειν εμπλήσαι την γαστέρα.

Μείζων πάσης αρετής η διάκρισις.

Οίνου δε, χωρίς ετέρων ή εκτός ασθενείας ή αδυναμίας, μη μεταλαμβάνης.

Μη εκκόψης τον λόγον του λαλούντος και ως απαίδευτος αντιφθέγξη, αλλ’ ως σοφός πάγιος ίσο.

Και όπου δ' αν ευρέθης, μικρότερον σεαυτόν λογίζου και υπηρέτην των αδελφών σου.

Μή γύμνωσης έμπροσθεν τινός τι των μελών σου, μη δε προσέγγισης σώματι τίνος, εκτός αναγκαίας αιτίας- μηδέ τω σώματι τω σώ τίνα προσεγγίσαι εάσης, χωρίς εύλογου, ως έφην, αιτίας.

Έκκλινον από της παρρησίας, ως από θανάτου.

Κτήσαι δε σώφρονα τάξιν τω ύπνω σου, ίνα μη απομακρυνθή από σου η δύναμις η περιφρουρούσα σε, όπου δ' αν κοιμηθής, εί δυνατόν μηδεις σε θεάσηται.

Πτύελον έμπροσθεν τίνος μη ρί­ψης, εάν δε σοι βήξ επέλθη καθημένω, στρέψον σου το πρό­σωπον εις τουπίσω, και ούτω βήξον.

Μετά σωφροσύνης φάγε και πίε, ως πρέπει τέκνοις Θεού.

Μή εκτείνης σήν χείρα του λαβείν τι άπ' έμπροσθεν των εταίρων σου άναιδώς.

Εάν δε καθίση μετά σου ξένος, πρότρεψον αυτόν άπαξ και δις εις το φαγείν και ευτάκτως παράθες τη τραπέζη και μη τεταραγμένως.

Ευτάκτως κάθισον και συνεσταλμένως, μη γυμνών τι των μελών σου.

Όταν χασμάσαι, σκέπαζε σου το στόμα, του μη θεαθήναι, κρατήσαντος γαρ τάς αναπνοάς σου, παρελεύσεται.

Εάν εισέλθης εις το κελλίον του σου επιστάτου ή φίλου ή μαθητού, παραφυλάττου τους σους οφθαλμούς, του μη ιδείν τι των όντων εκεί, εάν δε αναγκασθής υπό του λογισμού, πρόσχες, ίνα μη υπακούσης και ποίησης τούτο· ο γαρ εν τούτοις αναιδώς διακείμενος, ξένος εστί του μοναχικού σχήματος και του Χριστού, του τούτο το σχήμα χαρισαμένου ημίν.

Μη πρόσχης τοις τόποις, εν οις κέκρυπται τα σκεύη του κελλίου του φίλου σου.

Μετά γαλήνης άνοιξον σήν θύραν και κλείσον, και την του εταίρου σου.

Μη αιφνιδίως προς τίνα εισέλθης, αλλά, κρούσας έξωθεν και προτραπείς, τότε είσελθε ευλαβώς.

Μη σπουδάσης εν τω σώ βαδίσματι, εκτός αναγκαίας χρείας κατεπειγούσης σε.

Γενού τοις πασιν υπήκοος ενπαντι έργω αγαθώ, ίνα μη γένηται έργον διαβολικόν.

Εν πραότητι πάσι διαλέγου και μετά σωφροσύνης προς πάντας ατένισον και μη εμπλήσης σους οφθαλμούς από προσώπου τινός.

Πορευόμενος εν τη οδώ, μη προκαταλάβης τους μείζονάς σου, εάν δε προκαταληφθη ο εταίρος σου, μικρόν προλαβών, έκδεξαι τούτον.

Ο γαρ μη ποιών ούτως, άφρων εστί και χοίρω μη έχοντι νόμον παραπλήσιος.

Εάν λαλήση ο εταίρος σου τισιν απαντήσασιν, εκδέχου αυτόν και μη κατεπείγης τούτον.

Ο υγι­ής λεγέτω τω ασθενούντι προ του καιρού, Ποιήσωμεν την χρείαν.

Μή έλέγξης τινά εν τινι παραπτώματι, αλλά σεαυτόν ήγου πασιν υπεύθυνον και του πταίσματος αίτιον.

Πάν έρ­γον ευτελές ποιείν μετά ταπεινοφροσύνης μη απαναίνου μήτε μην παραιτού.

Εάν δε παραβιασθής γελάσαι, μη απαναίνου, μη φανώσι σου οι οδόντες.

Εάν δε αναγκασθής λαλήσαι γυναιξί, στρέψον σου το πρόσωπον εκ της θέας αυτών, και ούτως αυταίς διαλέγου.

Από δε κανονικών απέχου, ως από πυρός και ως από παγίδος διαβόλου, εκ τε της απαντήσεως αυτών και συνομιλίας και θέας, ίνα μη ψυχρανθη η καρδία σου εκ της αγάπης του Θεού και χράνης σου την καρδίαν τω βορβόρω των παθών, καν ώσι σου αδελφαί κατά σάρκα, ως από ξένων σαυτόν παρατήρησαι.

Εκ της μίξεως της μετά των ίδιων σου παραφυλάττου, ίνα μη ψυχρανθη ή καρδία σου εκ της αγάπης του Θεού.

Τάς μετά νεωτέρων παρρησίας και συντυχίας φεύγε ως φιλίαν διαβόλου.

Ένα έχε συνόμιλον και συμμύστην, τον φοβούμενον τον Θεόν και έαυτω προσέχοντα πάντοτε, πτωχόν μεν όντα εν τω κατασκηνώματι αυτού, πλούσιον δε εν τοις του Θεού μυστηρίοις.

Από παντός κρύψον τα σα μυστήρια και τάς σας πράξεις και τους σους πολέμους.

Μη καθίσης άνευ επιρριπταρίου έμπροσθεν τίνος, εκτός ανάγκης μετά δε σωφροσύνης είς την αναγκαίαν χρείαν έξελθε, ως ευλαβούμενος τον διατηρουντά σε Άγγελον, και μετά φόβου Θεού διατέλεσον και ανάγκασον σευατόν έως θανάτου, καν η καρδία σου απαρέσκηται.

Κρείσσον σοι φαγείν ιόν θανάσιμον ή μετά γυναικός εσθίειν, καν γένηταί σου μήτηρ ή αδελφή.

Κρείσσόν σοι συνοικήσαι δράκοντι ή συγκαθεύδειν νεωτέρω και συσκεπασθήναι, καν γένηταί σου αδελφός κατά σάρκα.

Εάν είπη σοι πορευομένω εν όδω τις σου μείζων, "Έρχου ίνα ψάλωμεν', μη παράκουσης αυτού.

Εάν δε μη είπη, τη μεν γλώττη σιώπησον, τη δε ση καρδία τον Θεόν δοξολόγησον.

Μη αντιστής τινι περί τίνος μήτε μαχεσθής μήτε ψεύση μήτε ομνύης επί τω ονόματι Κυρίου του Θεού σου.

Καταφρονήθητι, και μη καταφρόνησης.

Αδικήθητι, και μη αδικήσης.

Κρείσσον διαφθαρήναι τα σωμα­τικά μετά του σώματος, ή ζημιωθήναι τι των της ψυχής.

Εν κρίσει μετά τίνος μη εισέλθης, άλλ' υπόμεινον κατακριθείς, ακατάκριτος ων.

Μη αγαπήσης τη ση ψυχή τι των κοσμικών, άλλ' υποτάγηθι τοις ηγεμόσι και άρχουσι, και της μετ' αυτών μίξεως απέχου.

Αύτη γαρ παγίς εστί, παγιδεύουσα τους αμελεστέρους εις απώλειαν.

Ω γαστρίμαργε, ο την ιδίαν ζητών θεραπεύσαι γαστέρα, κρείσσον σοι βαλείν εν τη ση κοιλία άνθρακα πυρός, ή τα τηγανίσματα των ηγουμένων και αρχόντων.

Επίχεε σου έπι πάντας το έλεος και γενου συνεσταλμένος από πάντων.

Εκ της πολυλογίας σαυτόν παρατήρησον αύτη γαρ σβέννυσι εκ της καρδίας τας νοεράς κινήσεις τας εκ Θεού φυομένας.

Φεύγε του δογματίσαι ως από λέοντος ατάκτου μήτε μην μετά των τροφί­μων της εκκλησίας είς τούτο συνεισέλθης μήτε μετά των αλλό­τριων.

Και είς τας πλατείας των αργίλων ή μαχίμων μη περάσης, ίνα μη εμπλησθή σου η καρδία θυμού και κατακυρίευση της ψυχής σου το της πλάνης σκότος.

Υπερηφάνω μη συνοί­κησης, ίνα μη του αγίου Πνεύματος η ενέργεια αρθή από της ψυχής σου και γένηται οικητήριον παντός πονηρού πάθους.

Ταύτας τάς παραφυλακάς εάν φύλαξης, ώ άνθρωπε, και ασχολήσης σεαυτόν διαπαντός εν τη μελέτη του Θεού, εν αλήθεια οψεταί σου η ψυχή εν εαυτή το φως του Χριστού και εις τον αιώνα μη σκοτάση.

Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας.

Αμήν

ΛΟΓΟΣ Η':

ΠΕΡΙ ΤΑΞΕΩΣ ΛΕΠΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ

Πρόσεχε σεαυτώ, ώ αγαπητέ, αεί και ίδε εν τη συνεχεία των έργων σου και τάς θλίψεις τάς συναντώσας σοι και την χωράν της ερήμου της διαγωγής σου και την λεπτό­τητα του νοός σου μετά της στρυφνότητος της γνώσεως σου και το μήκος το πολύ της ησυχίας σου μετά των φαρμάκων των πολλών, ήτοι των πειρασμών, των εκ του αληθινού ιατρού επαγόμενων προς υγείαν εκείνου του έσω ανθρώπου, εν καιρώ δη, εκ των δαιμόνων και εν καιρώ εν νόσοις και εν πόνοις του σώματος και εν καιρώ, εν πτοήσει των νοημάτων της ψυχής σου εν ταίς μνήμαις ταίς δειναίς ταίς μελλούσαις είναι εις τα έσχατα εν καιρώ δε, εν τω κεντρισμώ και περιδέσμω της χά­ριτος της θερμής και των γλυκέων δακρύων και της χαράς του πνεύματος μετά των λοιπών, ίνα μη πληθύνω τους λόγους.

Άρα εν πασι τούτοις εντελώς καθοράς, ότι το έλκος σου ήρξατο υγιαίνειν και σφραγίζεσθαι; Τούτο δε εστίν, άρα τα πάθη ήρξαντο ασθενείν; Θού τεκμήριον και είσελθε εν έαυτώ διαπαντός και ίδε ποια μεν των παθών οράς, ότι ησθένησαν κατενώπιον σον, ποια δε εξ αυτών απώλοντο και απέστησαν παντελώς, και ποία εξ αυτών ήρξαντο σιωπάν εκ της υγιείας της ψυχής σου και ουχί εκ της αποστάσεως των πτοούντων, και ποια εκ της διανοίας έμαθε κραταιούσθαι και ουχί εκ της στερήσεως των αίτιων.

Και πρόσεχε πάλιν εί άρα βλέπεις παντελώς εντός της σήψεως του έλκους σου, ότι ήρξατο σάρξ ζώσα ανέρχεσθαι, όπερ εστίν η ειρήνη της ψυχής και ποία μεν των παθών ακολούθως και ηπειγμένως εκβιάζονται, και εν ποίω καιρώ και καιρώ και ει είσι ταύτα σωματικά ή ψυχικά ή σύνθετα και σύμμικτα, και εί ως ασθενή εν τη μνήμη κινούνται σκοτεινώς ή ισχυρώς κατά της ψυχής επανίστανται, και εί άρα ως εξουσιάζοντα ή κλεψιμαίω τρόπω, και πώς προ­σέχει αυτοίς ο νους ο βασιλεύς, ο εξουσιάζων των αισθήσεων.

Όταν κύψωσι και συνάψωσι πόλεμον, πολεμεί μετ' αυτών και εξατονείν αυτά ποιεί εν τη ισχύϊ εαυτού ή ουδέ πάλιν εν οράσει καθορά αυτά και ψηφίζει αυτά; Και ποια μεν αυτών απηλείφησαν εκ των παλαιών, ποια δε νεωστί επλάσθησαν; Και τα πάθη δε εν εικονισμώ κινούνται ή εν αισθήσει χωρίς εικονι­σμών, και εν μνήμη χωρίς πάθους και διαλογισμώ εκτός ερεθι­σμού; Και εκ τούτων πάλιν δυνατόν γνώναι το μέτρον της ψυχής, πώς ίσταται.

Εκείνα μεν τα πρώτα κατάστασιν ου πεφθάκασι.

Διότι ακμήν άγων επίκειται τη ψυχή, καν και ισχυρότητα κατ' αυτών δεικνύει.

Ταύτα δε, καθώς είπεν η Γραφή, εν χρήσει «εκάθισε», λέγουσα, «Δαβίδ εν τω οίκω αυτού, και ανέπαυσεν αυτόν ο Θεός εκ των περικύκλω αυτού πάντων».

Ταύτα ου περί ενός των παθών νοήσεις, αλλά και μετά των παθών των φυσικών, της επιθυμίας και του θυμού, και τα πάθη της φιλο­δοξίας της εικονιζούσης τα πρόσωπα και φανταζούσης και είς επιθυμίαν και έφεσιν διεγειρούσης και το πάθος της φιλαργυρίας αύθις, όταν κοινωνή αυτώ η ψυχή κρυπτώς, καν και ου πείθηται είς έργον ελθείν, αλλά τα είδωλα των της φιλαργυρίας πραγμάτων εν τη όλη της συναγωγής του πλούτου εικονίζη εν τω νοί και την ψυχήν πείθη μελετήσαι εν αυτοίς και πόθον εμποιή κτήσασθαι αυτά μετά των λοιπών.

Ουχί πάντα τα πάθη εν προσβολή πολεμούσιν.

Έστι γαρ πάθη, τάς θλίψεις μόνον δεικνύοντα τη ψυχή αμέλεια και ακηδία και λύπη, ουκ εν προσβολή ουδέ εν ανέσει προσβάλλουσιν, αλλά βάρος μόνον επιτιθέασι τη ψυχή.

Η δε ισχύς της ψυχής εν νίκη κατά των εν προσβολή πολεμούντων δοκιμάζε­ται, και τούτων πάντων γνώσιν λεπτήν και τεκμήρια χρή τω άνθρώπω έχειν, όπως αισθηθή είς έκαστον βήμα, ο τίθησι, που έφθασε και εν ποία χώρα ήρξατο η ψυχή αυτού πατήσαι, εν τη γη του Χαναάν ή έξωθεν του Ιορδάνου.

Πρόσεχε δε και τούτο.

Εάν δια του φωτός της ψυχής ικανή η γνώσις προς διάκρισιν τούτων ή εν σκότει διακρίνη αυτά ή παντελώς εστέρηται εκ των τοιούτων, ευρίσκεις άρα παντελώς, ότι ήρξατο ο λογισμός καθαρεύεσθαι; Δίδωσι τόπον ο μετεωρισμός εν τη διανοία κατά την ώραν της προσευχής; Και ποιον άρα πάθος ταράσσει εν τω προσεγγίσαι τη προσευχή την διάνοιαν; Αισθάνη εν σεαυτώ, ότι ή δύναμις της ησυχίας επεσκίασεν επί την ψυχήν εν επιεικείς και γαλήνη και ειρήνη, ην παρά το έθος είωθε γεννάν τη διανοία; Αρπάζεται ο νους αεί έξωθεν του θελήματος εις τάς εννοίας των ασωμάτων, εις άπερ ουκ επετράπησαν αί αισθήσεις ερμηνεύσαι αυτά; Εξάπτεται εν σοι εξαίφνης χαρά, η κατασιγάζουσα την γλώσσαν; Εν τη ανομοίω τρυφή εαυτής βρύει εκ της καρδίας αεί ηδονή τις και έλκει τον νουν όλον εξ όλου; Ανεπαισθήτως κατά καιρόν και καιρόν εμπίπτει εις όλον το σώμα τρυφή τις και αγαλλίασις, άπερ γλώσσα σαρκί­νη ου δύναται αυτά εξειπείν, έως αν πάντα τα επίγεια σποδόν και σκύβαλα ηγήσηται, εν τη μνήμη ταύτη.

Εκείνη γαρ η πρώτη η της καρδίας· εν καιρώ εν ώρα της προσευχής και εν καιρώ εν τη αναγνώσει και εν καιρώ πάλιν εκ της διηνεκούς μελέτης και του μήκους της διανοίας θερμαίνεται ο νους.

Αύτη δε η εσχάτη, ως τα πολλά έξωθεν τούτων και ποσάκις εν έργω παρέργω, και είς τα πολλά των νυκτών εν τω αυτώ τρόπω ότε μεταξύ του ύπνου και της εγρηγόρσεως, ως υπνών και ως μη υπνών και ως εγρηγορώς και ουκ εγρηγορώς επισυμβαίνει.

Όταν δε επιδημήση τω ανθρώπω εκείνη η τρυφή η σφύζουσα εν όλω τω σώματι αυτού, ούτω νομίζει ότι ο τοιούτος εν εκείνη τη ώρα, ως ουκ εστίν άλλο τι ή των ουρανών βασιλεία ή τούτο.

Βλέπε πάλιν εί η ψυχή εκτήσατο δύναμιν ψιλούσαν τάς μνήμας τάς αισθητάς εν τη δυνάμει της ελπίδος της κατακρατούσης της καρδίας, και κραταιούσαν τάς αισθήσεις τάς εσωτικάς εν ανερμηνεύτω πληροφορίας πείθοι και εί εξυπνίσθη η καρδία, χωρίς της περί αυτής προνοίας αιχμαλωτισθήναι των επιγείων, εν τη απαύστω διηγήσει μετά της εργασίας αυ­τής της αδιαλείπτου, της ούσης μετά του Σωτήρος ημών.

Κτήσαι γνώσιν της διαφοράς της κλήσεως αυτής και της διηγήσεως, όταν ακούσης.

Ταχέως δε γεύσασθαι τούτων ποιεί τη ψυχή η μη διακοπτόμενη ησυχία εν τη αδιαλείπτω ερ­γασία αυτής και διαμενούση.

Απόλλυνται γαρ πάλιν μετά την εύρεσιν αυτών εκ της αμελείας των δεχόμενων, και εν μακρώ χρόνω αύθις ούχ ευρίσκονται.

Εν τούτοις γαρ τολμά τις του ει­πείν, τεθαρρηκώς τη μαρτυρία της συνειδήσεως αυτού, όπερ είπεν ο μακάριος Παύλος φάσκων, «πεπεισμαι, ότι ούτε θάνα­τος ούτε ζωή, ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα, ούτε τα λοιπά άλλα, χωρίσαι με της αγάπης δύνανται του Χριστού» ούτε γαρ θλίψεις αί του σώματος και μετ' αυτών αί της ψυχής, ούτε λι­μός, , ου διωγμός, ου γυμνότης, ου μόνωσις, ουκ εγκλεισμός, ου κίνδυνος, ου μάχαιρα, αλλ' ουδέ οι άγγελοι του Σατανά, ούτε αί δυνάμεις αυτού εν τοις κακοίς τρόποις των μηχανημάτων, ούτε η καταργουμένη δόξα εν τη εαυτής προσβολή, τη προσβαλλούση αυτώ, ούτε συκοφαντίαι και μέμψεις εν κολαφισμώ δωρεάν και μάτην γινόμεναι.

Εαν δε ταύτα, ώ αδελφέ, κατά τίνα τρόπον πλεονάζειν ή υστερείν, θεωρείσθαι εν τη ψυχή σου ουκ ήρξαντο, οι κά­ματοι σον και αί θλίψεις και η ησυχία σου άπασα μόχθος εστίν ανόνητος και ουδέ, εάν θαυμάσια εν ταίς χερσί σου εργάζωνται και τους νεκρούς ανιστώσιν, είς ομοίωσιν τούτων λογίζονται.

Και δη αρτίως κίνησον την ψυχήν σου και εν δάκρυσι πείσον τον σώζοντα τα πάντα αφαιρείν τον βήλον της θύρας της καρ­δίας σου και την σκότωσιν της καταιγίδος των παθών εκτίλαι του ένδοθεν στερεώματος, του αξιωθήναι σε ιδείν την ακτίνα της ημέρας, ίνα μη γένη ως νεκρός καθήμενος εν σκοτώσει είς τους αιώνας.

Αγρυπνία διηνεκής μετά αναγνώσεως και μετάνοιαι συνεχείς εκ διαδοχής γινόμεναι υπό τίνος ου χρονίζουσι δού­ναι ταύτα τα αγαθά τοις ούσι σπουδαίοις.

Και ο εύρων, εν τού­τοις εύρεν αυτά, Καί οι θέλοντες πάλιν ταύτα ευρείν, χρήζουσιν εμμείναι τη ησυχία, συνάμα τη έργασίφ τούτων, και προς τούτοις μη δεσμευθήναι την αυτών διάνοιαν εν τινι, μηδέ εν ανθρώπω εκτός της ψυχής εαυτών, εν τη εργασία δε αυτής τη ένδον εράζεσθαι.

Αλλά και εν αυτοίς τοις έργοις, επ' ενίοις τούτων ευρίσκομεν μερικώς εγγύς ημών αίσθησιν ακριβή, δι' ης και περί των λοιπών βεβαιούμεθα.

Ο εν τη ησυχία καθήμενος και πείραν της χρηστότητος λαβών του Θεού, ου χρήζει πολλής πιθανότητας, αλλ' ουδέ κατά τίνα τρόπον απιστίας νοσεί η ψυχή αυτού, ως οι διστάζοντες τη αληθεία.

Η μαρτυρία γαρ της εαυτού διανοίας ικανοί πείσαι εαυτόν υπέρ απείρους λόγους, πείρας όντας χωρίς.

Τω δε Θεώ ημών είη δόξα και μεγαλοπρέπεια είς τους αιώνας.

Αμήν

ΛΟΓΟΣ Θ':

ΠΕΡΙ ΤΑΞΕΩΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΣΥΝΤΟΜΙΑΣ ΤΕ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΤΕ ΚΑΙ ΠΟΙΩ ΤΡΟΠΩ ΤΙΚΤΟΝΤΑΙ ΑΙ ΑΡΕΤΑΙ ΕΞ ΑΛΛΗΛΩΝ

Εκ της εργασίας της βιαίας τίκτεται η θέρμη η άμετρος, η πυρπολουμένη εν τη καρδία εκ θερμών ενθυμήσεων, των καινώς επιπολευουσών τη διανοία.

Αύτη δε η ερ­γασία και η φυλακή λεπτύνουσι τον νουν εν τη θέρμη αυτών και παρέχουσιν αύτω όρασιν, και αύτη η όρασις τίκτει τους θερμούς λογισμούς, ους προείπον, εν τω βάθει της οράσεως της ψυχής, ήτις καλείται θεωρία.

Αύτη δε η θεωρία τίκτει την θέρμην και εκ της θέρμης ταύτης, της εκ της χάριτος της θεω­ρίας επιγινομένης, γεννάται η επιρροή των δακρύων.

Εξ αρχής μεν μικρόν κέρδος, τουτέστιν εν μια ημέρα πολλάκις επέρχεται τω ανθρώπω δάκρυα και αύθις ελλείπει, και εκ τούτου άρχεται το άπαυστον δάκρυον και εκ των απαύστων δακρύων δέχεται η ψυχή την ειρήνην των λογισμών, εκ δε της ειρήνης των λογισμών υψούται εις την καθαρότητα του νου, δια δε της του νου καθαρότητας έρχεται ο άνθρωπος εις το βλέπειν τα μυστήρια του Θεού.

Διότι η καθαρότης εν τη από των πολέμων ειρήνη κεκρυμμένη εστί.

Μετά δε ταύτα φθάνει ο νους ιδείν αποκαλύψεις και σημεία, ως είδεν Ιεζεκιήλ ο προφήτης, άπερ εικονίζει τάς τρεις τάξεις, δι' ας προσεγγίζει τω Θεώ η ψυχή.

Τούτων απάντων αρχή η προς Θεόν αγαθή πρόθεσις και τα είδη των έργων της ησυχίας, τα αμετάτρεπτα, άπερ τίκτεται εκ της πολλής εκκοπής και του μακρυσμού των βιωτικών.

Ου τοσούτον δε αναγκαίον εστί τα είδη τούτων των έργων καθ' έκαστον ειπείν, διότι τοις πάσιν εισίν εγνωσμένα.

Όμως, επειδή αζήμιος πέφυκεν η τούτων έκθεσις τοις εντυγχάνουσιν, επικερδής δε μάλλον, ως έγωγε φημί, ουκ οκνητέον εκθέσθαι ταύτα.

Άτινά εισίν η πείνα, η ανάγνωσις, η ολόνυκτος και νήφουσα αγρυπνία, κατά την εκάστου δύναμιν, και το πλήθος των μετανοιών, όπερ ποιείν χρειώδες εν τε ταίς ώραις της ημέ­ρας και εν νυκτί πολλάκις.

Έστω δε το ελάχιστον τριάκοντα ποιήσαι μετανοίας εφάπαξ και μετέπειτα προσκυνήσαι τον τίμιον σταυρόν και αναχωρήσαι.

Είσι δε τίνες, οίτινες προστιθέασι τω μετρώ τούτω κατά την εαυτών δύναμιν.

Άλλοι εν μια ευχή ποιούσι τρεις ώρας, έχοντες τον νουν νήφοντα και ρίπτον­τες εαυτούς χωρίς βίας και μετεωρισμού λογισμών επί πρόσωπον.

Και ταύτα τα δύο είδη δηλούσι και εμφαίνουσι του πλούτου το πλήθος της χρηστότητας, ήτοι της χάριτος, ήτις εκάστω των ανθρώπων κατά την οικείαν αξίαν διαιρείται.

Τίς δε ο τρόπος της ετέρας προσευχής και της εν αυτή τε διαμονής της ελευθέρας από της βίας, ου δίκαιον ελογισάμην εμφανίσαι, ουδέ λόγοις γλώττης και χαραγμαίς εκφέρειν αυτής την τάξιν, ίνα μη, ο αναγινώσκων και μηδέν ευρεθείς καταλαβών ων αναγινώσκει, νομίση ανόνητα είναι τα γεγραμμένα, ή, εάν ευρέθη, ειδώς ταύτα, γένηται εξευτελίζων τον μη ειδότα την των πραγμάτων τάξιν.

Και εκ τούτου μέν μέμψις, εκ δε του ετέρου γέλως.

Και ευρεθήσομαι βάρβαρος εν τοις τοιούτοις πράγμασι, κατά το του Αποστόλου λόγιον, όπερ περί του προφητεύοντος είρηκεν.

Ο ούν επιθυμών μαθείν ταύτα, διοδευέτω εν τη οδώ τη προγεγραμμένη και ακόλουθον ποιείτω την εργασίαν τη διανοία.

Και όταν εν τούτοις γένηται εν έργω, αυτός αφ' εαυτού μαθήσεται και ου δεηθήσεται πάντως του διδάξοντος.

Καθέζου, γαρ φησίν, εν τω κελλίω σου, και αυτό καθ' αυτό πάντα σε διδάξει.

Τω δε Θεώ ημών είη δόξα εις τους αιώνας.

Αμήν.

ΛΟΓΟΣ Ι΄:

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝ ΤΙΝΙ ΔΙΑΦΥΛΑΤΤΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΛΛΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΙΣ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑΣ

Δει τον μοναχόν είναι εν πασι τοις εαυτού σχήμασι και πράγμασι τύπον ωφελείας τοις ορώσιν αυτόν, όπως εκ των πολλών αρετών αυτού των διαλαμπουσών ως ακτινών, βλέποντες οι της αληθείας εχθροί και μη βουλόμενοι, ομολογήσωσιν, ότι εστί τοις Χριστιανοίς ελπίς σωτηρίας βε­βαία και αμετάπτωτος, πανταχόθεν τε επιδράμωσι προς αυτόν ως καταφυγών όντα, ώστε υψωθήναι το κέρας της Εκκλησίας κατά των εχθρών αυτής και πολλούς κινηθήναι προς ζήλον της αυτού αρετής και του κόσμου εξελθείν, και γενέσθαι αυτόν αιδέσιμον εν πάσιν εκ του κάλλους της πολιτείας αυτού.

Καύχημα γαρ της Χριστού Εκκλησίας η μοναχική πολιτεία.

Δει ούν τον μοναχόν έχειν σχήματα ωραία εκ πάντων των μερών αυτού, ήγουν υπεροψίαν των ορωμένων, ακριβή ακτημοσύνην, καταφρόνησιν τελείαν της σαρκός, νηστείαν υψηλήν, διαμονήν εν τη ησυχία, ευταξίαν των αισθήσεων, οράσεως παραφυλακήν, πάσης έριδος περί πράγματος του αιώνος τούτου εκκοπήν, την εν λόγοις βραχύτητα, την εκ μνησικακίας καθαρότητα, την μετά διακρίσεως απλότητα, ακεραιότητα και αφελότητα καρδίας μετά συνέσεως και εντρεχείας και αγχινοίας.

Τό γινώσκειν, ότι περιττή η παρούσα ζωή και ευπετής, και ότι εγγύς εστίν η ζωή εκείνη η αληθινή και πνευματική.

Το μη γινώσκεσθαι υπό των ανθρώπων ή καταγινώσκεσθαι.

Το μη δεσμεύειν εαυτόν εν εταιρία και ενώσει τίνος των ανθρώπων.

Το έχειν τον τόπον της οικήσεως ήσυχον.

Το φεύγειν αεί τους ανθρώπους και αδιαλείπτως εγκαρτερείν ταίς προσευχαίς και ταίς αναγνώσεσι.

Το μη αγαπάν την τιμήν, μηδέ χαίρειν ξενίοις.

Το μη δευσμεύειν εαυτόν τη ζωή ταύτη.

Το υπομένειν γενναίως τους πειρασμούς.

Το απαλλαγήναι των κοσμικών εφέσεων και της εξερευνήσεως και μνήμης των πραγμά­των αυτών.

Το διηνεκώς φροντίζειν και μελετάν εις την χωράν την αληθινήν.

Το έχειν το πρόσωπον στυγνόν και ερρικνωμένον.

Το δακρύειν διηνεκώς νυκτός και ημέρας.

Και το πάντων τούτων πλέον, το φυλάσσειν την ιδίαν σωφροσύνην και καθαρεύειν από της γαστριμαργίας και από των μικρών και από των μεγάλων.

Αύται γαρ εισίν αι αρεταί του μοναχού, ως συντόμω ειπείν, αι μαρτυρούσαι αυτώ την από του κόσμου παντε­λή θνήσιν και την προς τον Θεόν εγγύτητα.

Δει ούν ημάς φροντίζειν αυτών εν παντί καιρώ και κτήσασθαι αυτάς.

Εάν δε τις είπη, Τις ην η χρεία του κατά μέ­ρος ορίζειν αυτά και μη καθόλου και εν συντόμω περί αυτών ειπείν, Ερώ, ότι τούτο αναγκαίως γέγονεν, ίνα, όταν ζήτηση εν τι των ειρημένων εν τη ψυχή αυτού ο επιμελούμενος της ζωής αυτού και εύρη ότι ενδεής εστίν ενός τούτων των ωρισμένων, γνώσεται εντεύθεν το ελάττωμα αυτού εν πάση αρετή, και έσται αυτώ αυτή η τάξις εν μέρει υπομνήματος.

Όταν δε κτήσηται τα ωρισμένα άπαντα εν εαυτώ, τότε και η γνώσις των λοιπών, ων ουκ εμνήσθην, δοθήσεται αυτώ.

Και έσται τοις ανθρώποις τοις αγίοις αίτιος δοξολογίας της εις Θεόν.

Καντεύθεν ετοιμάσει τη ψυχή αυτού τόπον ανέσεως προ του εξελθείν αυτόν εκ τούδε του βίου.

Τω δε Θεώ ημών είη δόξα είς τους αιώνας.

Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΙΑ':

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΗ ΔΕΙΝ ΤΟΝ ΔΟΥΛΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΝ ΠΤΩΧΕΥΣΑΝΤΑ ΑΠΟ ΤΩΝ ΚΟΣΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΞΕΛΗΘΟΤΑ ΕΙΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΙΝ ΑΥΤΟΥ, ΔΙΑ ΤΟ ΜΗ ΕΦΘΑΚΕΝΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΙΝ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ, ΦΟΒΩ ΤΟΥΤΟΥ ΠΑΥΣΑΣΘΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΨΥΧΡΑΝΘΗΝΑΙ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΤΗΣ ΤΙΚΤΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ ΑΥΤΩΝ. ΔΙ ΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΠΕΦΥΚΕΝ Ο ΝΟΥΣ ΦΥΡΕΣΘΑΙ ΕΝ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ

Τρείς εισί τάξεις, εν αις προκύπτει ο άνθρωπος.

Η τάξις των αρχαρίων, και η μέση, και η των τελείων.

Και ο μεν εν τη πρώτη τάξει ων, ει και το φρόνημα αυτόν είς το αγαθόν ρέπει, αλλ' ούν η κίνησις της διανοίας αυτού εν τοις πάθεσιν εστίν.

Η δε δευτέρα, μέση τίς εστίν εμπάθειας και απάθειας.

Και οι δεξιοί λογισμοί και οι εξ ευωνύμων εξίσης κι­νούνται εν αυτώ, και ου παύεται όλως βρύων το φως και το σκότος, ως ήδη είρηται.

Εάν δε παύσηται προς ολίγον από της συνεχούς αναγνώσεως των θείων Γραφών και της φαντασίας των θείων νοημάτων, εν οίς φανταζόμενος εξάπτεται εν τοις τρόποις της αληθείας κατά την εαυτού δύναμιν, μετά της παραφυλακής της έξωθεν, εξ ης γίνεται και η ενδοτάτη φυλακή και το έργον το ικανόν, μέλλει ανθέλκεσθαι είς τα πάθη.

Εαν δε θρέψη την φυσικήν αυτού θέρμην εν οίς έφην, και μη εάση την αναζήτησιν και την έρευναν και τον προς αυτά πόθον μακρόθεν, καν ούχ εώρακεν αυτά, άλλ' εκ του νεύματος της αναγνώσεως των θείων Γραφών τρέφων τους λογισμούς αυτού και συνέχων, ίνα μη κλίνωσιν είς τα αριστερά, και μη δέξηται σπόρον τινά διαβολικόν εν σχήματι αληθείας, φύ­λαξη δε μάλλον την εαυτού ψυχήν μετά πόθου και αιτήσηται τον Θεόν μετά εμπόνου προσευχής και υπομονής, αυτός παρέξει αυτώ την αίτησιν αυτού και ανοίξει αυτώ την θύραν αυτού,και μάλιστα δια την ταπείνωσιν αυτού.

Τα γαρ μυστήρια τοις ταπεινόφροσιν αποκαλύπτονται.

Εαν δε αποθάνη επί ταύτη τη ελπίδι, εί και μηδαμού θεάσηται την γήν εκείνην εκ του σύνεγγυς, αλλ' οίμαι, ότι η κληρονομία αυτού μετά των αρχαίων δικαίων έσται, των ελπισάντων φθάσαι την τελειότητα και μη θεασαμένων αυτήν, κατά το αποστολικόν λόγιον, ότι «επ' ελπίδι ειργάσαντο πάσας τάς ημέρας αυτών και εκοιμήθησαν».

Αλλά τι είπωμεν, εάν μη φθάση ο άνθρωπος εισελθείν είς την γήν της επαγγελίας, ήτις εστί τύπος της τελειώσεως, τουτέστιν καταλαβείν την αλήθειαν φανερώς, κατά το μέτρον της φυσικής δυνάμεως; Άρα δια τούτο κωλύεται από τούτου και μένει εν τη εσχάτη τάξει, ης πάσα η πρόθεσις επί τα αριστερά κέκλικεν: η και δια το μη καταλαβείν πάσαν την αλήθειαν, άρα εμμένει τη αγενότητι της εσχάτης τάξεως, ήτις ου γινώσκει, ουδέ επιθυμεί τούτων; ή πρέπει αυτόν υψωθήναι προς ταύτην την μέσην οδόν, ην έφην; Καν γαρ ουκ εθεάσατο αυτήν, ει μη ως δι ' εσόπτρου, άλλα ήλπισε μακρόθεν και δια ταύτης της ελπίδος συνετέθη τοις πατράσιν αυτού.

Και εί ουκ ηξιώθη της τελείας χάριτος εν­ταύθα, άλλα δια το πάντοτε αυτή ομιλείν και όλω τω νώ εν αυτή αναστρέφεσθαι και δια το κείσθαι εν τη επιθυμία αυτής όσον ζη, εδύνατο εκκόψαι τους λογισμούς τους πονηρούς, και ότι εν τη ελπίδι ταύτη η καρδία αυτού πεπληρωμένη εκ του Θεού εξέρχεται εκ του κόσμου τούτου.

Εάν οτιούν έχον ταπείνωσιν ευπρεπές πέφυκεν.

Η γαρ αδολεσχία του νοός η ασώματος είς τον πόθον του Θεού, ήτις οδηγείται εκ της κατανοήσεως των θείων Γραφών, περιφράττει την ψυχήν έσωθεν απ' έμπροσθεν των πονηρών λογισμών και τηρεί την διάνοιαν εν τη μνήμη των μελλόντων αγα­θών, ίνα μη χαυνωθή ο νους εν τη αμελεία, αυτού και σχολάση αντί των κρειττόνων είς την μνήμην των κοσμικών πραγμάτων.

Διότι εκ τούτων κατ' όλίων ψυχραίνονται αι θερμότητες των θαυμαστών κινήσεων αυτού, και εμπίπτει είς επιθυμίας ματαίας τε και αλόγους.

Τω δε Θεώ ημών είη δόξα.

ΛΟΓΟΣ ΙΒ':

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΩΣ ΟΦΕΙΛΕΙ Ο ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟΣ ΚΑΘΕΖΕΣΘΑΙ ΕΝ ΤΗ ΗΣΥΧΙΑ

Άκουσον, αγαπητέ, εάν θέλης, ίνα μη γένωνται τα έργα σου μάταια και αι ημέραι σου αργαί και στερούμεναι του κέρδους του ελπιζομένου τοις διακριτικοίς εν τη ησυχία.

Η είσοδος σου εν αυτή εν διακρίσει έστω αλλά μη εξ υποδοχής τινός, ίνα μη γένη ως οι πολλοί, αλλά γενέσθω σκο­πός τεθειμένος εν τη διανοία σου, ίνα προς αυτόν ευθύνης τα έργα της πολιτείας σου.

Και ερώτησον τους επί πλέον γινώσκοντας εκ πείρας και ουχί από γνώσεως μόνον, και μη παύση, έως ων γυμνασθής εν πάσαις ταίς τρίβοις των έργων αυτής.

Και πάν βήμα, όπερ τιθής, γίνου εξετάζων, εί εν τη οδώ πορεύη, ή έξωθεν αυτής εξέκλινας, εις μίαν τρίβον έξωθεν αυτής πορευόμενος.

Και μη πιστεύσης εκ των έργων μόνων των φα­νερών ότι τελειούται η ακριβής πολιτεία της ησυχίας.

Εαν επιθυμής ευρείν τι και φθάσαι αυτό εν τη εαυτού πείρα, γενέσθω σοι σημεία και τεκμήρια κρυπτώς εν τη ψυχή σου είς έκαστον βήμα, όπερ τιθής, και εξ αυτών μέλλεις γνώναι την αλήθειαν των Πατέρων ή την πλάνην του εχθρού.

Έστω δε σοι ταύτα τα ολίγα, έως αν σοφισθείης εν τη οδώ σου.

Ότε εν τη ησυχία βλέπεις εν τω νοί σου την διάνοιαν σου δυναμένην ελευθερίως ενεργείν εν τοις λογισμοίς τοις δεξιοίς και ουκ έστι βία αύτη εν τη εξουσία αυτής περί τίνος αυτών, γνώθι ότι η ησυχία σου ορθή εστί.

Καϊ πάλιν, όταν λειτουργής, εάν εν τη διαφορά της λειτουργίας σου πόρρω του μετεωρισμού κατά το δυνατόν υπάρχης και εξαίφνης κόπτηται ο στίχος εκ της γλώσσης σου και εκχέη κατά της ψυχής σου τάς πέδας της σιωπής έξωθεν της ελευθερίας αυτής και αύται έξακολουθούσι τη διαμονή, γνώθι, ότι είς τούμπροσθεν έρχη εν τη ησυχία σου και ήρξατο η πραότης διπλασιάζεσθαι εν σοι.

Η ησυχία γαρ η απλή μεταξύ της δικαιοσύνης ψεκτή εστίν.

Η πολιτεία η απλή ώσπερ μέλος μονογενές κεχωρισμένον εκ της βοηθείας των άλλων ψήφιζεται παρά τοις φιλοσόφοις και διακριτικοίς.

Και εάν πάλιν βλέπης τη ψυχή σου, εν εκάστω λογισμώ κινουμένω εν αυτή και πάση μνήμη και ταίς θεωρίαις ταίς εν τη ησυχία σου, πληρουμένους τους οφθαλμούς σου δα­κρύων και βρέχοντας κατά των παρειών σου χωρίς βίας, γνώθι, ότι ήρξατο γενέσθαι έμπροσθεν σου άνοιγμα του φρα­γμού, είς κατάλυμα των εναντίων.

Καϊ εάν ευρίσκης εν εαυτώ κατά καιρόν και καιρόν βαπτιζομένην την διανοιάν σου εντός σου, χωρίς προνοίας της περί αυτήν έξωθεν της τάξεως του έθους και διαμένη τι της ώρας ή όπερ εστί, και μετά ταύτα βλέπης τα μέλη σου ωσανεί εν ασθενεία πολλή και βασιλεύς η ειρήνη επί τους λογισμούς σου και αυτό σοι τούτο διαμένη αεί, γνώθι, ότι ήρξατο η νεφέλη επισκιάσαι επί την σκηνήν σου.

Εαν δε, όταν καιρόν ποίησης εν τη ησυχία, ευρίσκης εις την ψυχήν σον λογισμούς, σχίζοντας και εξουσιάζοντας αυτής, και ως εν βία παραλαμβάνηται εξ αυτών εν πάση ώρα και οδηγήται η διάνοια αυτής εν παντί καιρώ είς άπερ επράχθη υπ' αυτής ή επιθυμή εξετάσαι τα μάταια, γνώθι, ότι ματαίως κοπιάς εν τη ησυχία και εν τω μετεωρισμώ διάγει η ψυχή σου.

Και γίνονται αύτη αιτίαι έξωθεν ή από αμελείας της ένδον από των καθηκόντων, μάλλον δε εκ της αγρυπνίας και της αναγνώ­σεως, καί ευθέως κατάστησον το πράγμα σου.

Εαν δε, όταν εισέλθης εν ταίς ημέραις αυταίς, ούχ ευρίσκης ειρήνην εκ της οχλήσεως των παθών, μη θαυμάσης.

Εάν γαρ ο κόλπος του κόσμου, διαδραμουσών εξ αυτού των ακτι­νών του ηλίου, μετά ώραν μακράν εν θερμότητι διατελή, και η οσμή πάλιν των φαρμάκων και ο καπνός του μύρου, ο εκχεόμενος εν τω αέρι, ώραν μακράν διαμένει προ του διασκεδασθήναι και αφανισθήναι, πόσω μάλλον τα πάθη, τα ως δίκην κυνών ειωθότων εν μακέλλω λείξαι το αίμα, ηνίκα κωλυθείη της ύλης του έθους αυτών, ίστανται προ των θυρών υλακτούντα, έως αν διασκεδασθή η δύναμις της προτέρας αυτών συνηθείας; Ότε άρξεται η αμέλεια κλοπιμαίω τρόπω εισελθείν εν τη ψυχή σου και είς τα οπίσω στρέφεται εαυτής εν σκοτώσει και επλησίασεν ο οίκος πληρωθήναι σκοτώσεως, ταύτα τα τεκμήρια πλησιάζουσιν αισθάνη εν εαυτώ κρυπτώς, ότι εν τη πίστει σου ασθενείς και εν τοις ορατοίς πλεονεκτείς και η πεποίθησις σου μειούται και εν τω πλησίον σου ζημιούσαι και όλη η ψυχή σου πληρούται μέμψεως εν στόματι και καρδία κατά παντός ανθρώπου και πράγματος και εν οις πράγμασιν απαντάς εν τε λογισμοίς και αισθήσεσι και κατ' αυτού του Υψηλού και πτοή εκ της βλάβης του σώματος, δι' ης η μικροψυχία κατακυριεύσει σου εν πάση ώρα, και κατά καιρόν και καιρόν κινείται η ψυχή σου εν τω φόβω, ως και από της σκιάς σου δειλιάν και κατεπείγεσθαι.

Την πίστιν γαρ, ουχί την ως θεμέλιον της ομολογίας των πάντων λέγομεν, αλλά την δύναμιν εκείνην την νοητήν, την εν τω φωτί της διανοίας στηρίζουσαν την καρδίαν και εν τη μαρτυρία της συνειδήσεως κινούσαν εν τη ψυχή πολλήν πεποίθησιν προς τον Θεόν, ίνα μη αύτη φροντίζη εαυτής, αλλ' επί τον Θεόν επιρρίψη την φροντίδα αυτής αμερίμνως εν παντί, εκάλυψας εν τη απιστία.

Όταν δε είς το έμπροσθεν σου έλθης, ταύτα τα φανερά σημεία εν τη ψυχή σου ευρήσεις πλησίον.

Εν τη ελπίδι κραταιούσαι εν πάσι και εν τη ευχή πλουτήσεις, και ούχ υστερή ύλη κέρδους ποτέ εν τη διανοία σου, εν οις απαντάς άπασι, και αισθάνη της ασθενείας της ανθρωπινής φύσεως και εξ ενός τούτων εκ της υπερηφανίας φυλάττεσαι, και εν τω μέρει δε τω άλλω τα ελαττώματα καταφρονούντα του πλησίον εν τοις οφθαλμοίς σου.

Και γίγνη εν επιθυμία του εξελθείν εκ του σώματος εν τη εφέσει, εν η μέλλομεν έσεσθαι εν τω μέλλοντι.

Και πάντα τα συμβαίνοντα ημίν θλιβερά, τα συναντώντα σοι φανερώς και κρυπτώς, ευρίσκεις εν δικαιοσύνη.

Τα πάντα εγγύς σου εν πάση ακριβεία, τη απεχούση από της οιήσεως.

Και υπέρ πάντων εξομολόγησιν αποδώσεις και ευχαριστίαν.

Ταύτα τα σημεία των νηφόντων και παραφυλαττομένων και εν τη ησυχία διαμενόντων και την ακρίβειαν της πολιτείας επιθυμούντων φθάσαι.

Οί χαύνοι δε ου χρήζουσι τούτων των τεκμηρίων των λεπτών των ενέδρων των πτώσεων, δια το απέχειν αυτούς από των κρυπτών αρετών.

Ότε μία εκ τούτων παρακύψαι άρξεται εν τη ψυχή σου, νόησον αυτή τη ώρα εν ποίω μέρει ήρξω εκκλίνειν.

Ευθύς γαρ γινώσκεις ποίας συνοδίας εστίν.

Ό Θεός δώη ημίν γνώσιν αληθή.

Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΙΓ' :

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΤΙ ΩΦΕΛΙΜΟΣ ΤΟΙΣ ΗΣΥΧΑΣΤΑΙΣ Η ΑΡΓΙΑ ΤΩΝ ΦΡΟΝΤΙΔΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΖΗΜΙΟΣ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΕΞΟΔΟΣ

Άνθρωπος πολυμέριμνος, πράος και ησύχιος γενέσθαι ου δύναται.

Διότι αι αναγκαίαι αιτίαι των πραγμάτων, εν αις ταλειπωρεί, αναγκάζουσιν αυτόν κινείσθαι εν αυταίς και ασχολείσθαι εις αυτά άκοντα και μη βουλόμενον, και διασκορπίζουσι την γαλήνην αύτου και ησυχίαν.

Δει ούν τον μοναχόν κατέναντι του προσώπου τον Θεού στήσαι εαυτόν και αεί προς αυτόν το όμμα αυτού τείναι αμετατρεπτί, ει αληθώς βούλεται φρουρήσαι τον νουν αυτού και τάς μικράς κινήσεις τάς ερπούσας εν αυτώ καθαρίσαι και μεταβαλείν, και μαθείν μετά γαλήνης διαλογισμών διακρίναι τα εισερχόμενα και εξερχόμε­να αι γαρ πολλοί ασχολίαι των μοναχών τεκμήριον είσι της χαυνότητος αυτών προς ετοιμότητα της γεωργίας των εντολών του Χριστού και εκφαίνουσιν αυτών τα ελαττώματα προς τα θεια.

Χωρίς αμεριμνίας φως εν τη ψυχή σου μη ζήτησης μήτε γαλήνην και ησυχίαν εν τη χαυνότητι των αισθήσεων σου και όπου ασχολίαι πραγμάτων μη πληθύνης τάς ασχολίας σου, και ου μη εύρης ρεμβασμόν εν τω νώ σου ή εν τη ευχή σου.

Άνευ γαρ αδιάλειπτου προσευχής προσεγγίσαι τω Θεώ ου δύνασαι.

Το δε μετά τον κόπον της προσευχής ετέραν μέριμναν εμποιήσαι τω νω, σκορπισμόν τη διανοία απεργάζεται.

Τά δάκρυα και ο ραπισμός της κεφαλής εν τη προσευχή και το κυλινδείσθαι μετά θερμότητας, εξυπνίζουσι την θέρμην της γλυκύτητος αυτών ένδοθεν της καρδίας, και μετά επαινουμένης εκστάσεως πετάται η καρδία προς τον Θεόν και βοά, «εδίψησεν η ψυχή μου προς σε τον Θεόν, τον ισχυρόν, τον ζώντα.

Πότε ήξω και όφθήσομαι τω πρόσωπω σου, Κύριε;».

Ο εκ του οίνου τούτου πιών και μετά ταύτα στερηθείς αυτού, αυτός μόνος οίδεν εν ποία ταλαιπωρία κατελείφθη και τι αφηρέθη απ' αυτού χάριν της χαυνότητος αυτού.

Ω τί κακή η θέα και η ομιλία τοις εν ησυχία διάγουσιν! Εν αληθεία, ώ αδελφοί, πλέον των λελυμένων της ησυχίας.

Ότι καθάπερ η σφοδρότης του κρυστάλλου εξαίφνης επιπεσούσα τοις ακροδρύοις των φυτών ξηραίνει αυτά και αφανίζει, ούτω και αι συντυχίαι των ανθρώπων, καν μικροί παντελώς ώσι καί, ως το δοκούν, προς το αγαθόν εξενηνεγμέναι, ξηραίνουσι τα άνθη των αρετών τα νεωστι ανθήσαντα εκ της συγκράσεως της ησυχίας και κυκλούντα μετά απλότητος και τρυφερότητος τω φυτώ της ψυχής, τω φυτευθέντι επί τάς διεξόδους των υδάτων της μετανοίας.

Και ώσπερ η σφοδρότης της πάχνης, καταλαμβάνουσα τα νεωστί φυόμενα, κατακαίει αυτά, ούτω και η συντυχία των ανθρώπων την ρίζαν του νου, την άρξαμένην χλοηφορείν την των αρετών χλόην.

Και ει η ομιλία των κατά τι μεν εγκρατευομένων κατά τι δε ελαττώματα μικρά εχόντων βλάπτειν είωθε την ψυχήν, πόσω μάλλον η λαλιά και η θέα των ιδιωτών και μωρών, ίνα μη ειπώ των κοσμικών.

Ώσπερ γαρ ευγενής άνθρωπος και έντιμος, όταν μεθυσθή επιλανθάνεται της ιδίας ευγενείας και ατιμάζεται αυτού η κατάστασις και καταγελάται αυτού το τίμιον εκ των αλλότριων λογισμών, των επεισελθόντων αυτώ εκ της δυνάμεως του οίνου, ούτω και η σωφροσύνη της ψυχής θολούται υπό της θέας και της ομιλίας των ανθρώπων και επιλανθάνεται του τρόπου της παραφυλακής αυτής και απαλείφεται από της διανοίας αυτής ο σκοπός του θελήματος αυτής και εκριζούται απ' αυτής πασά βάσις καταστάσεως επαινουμένης.

Ει ούν η συντυχία και ο πλατυσμός, αι εν τω μετεωρισμώ επισυμβαίνουσαι τω όντι εν ησυχία, ή και η πλησίασις τούτων, ώστε ιδείν ή ακούσαι, επαρκούσι μόνον τούτω, τα εισ­ερχόμενα δια των πυλών της όψεως και της ακοής τα επεισιόντα προς ψυχρότητα και θόλωσιν της διανοίας από των θείων αύτω εμποιήσαι και εί η μικρά ώρα τοσαύτην ζημίαν δύναται τω εγκρατεί μοναχώ ποιήσαι, τι φήσομεν περί της διη­νεκούς απαντήσεως και του πολλού εν τούτοις εγχρονισμού; Η γαρ αναθυμίασις, η εκ της γαστρός ανιούσα, τον νουν ουκ εά δέξασθαι την θείαν επίγνωσιν, αλλά σκοτίζει αυτόν, ον τρόπον η εκ της υγρότητος της γης ανιούσα ομίχλη και σκοτούσα τον αέρα.

Και η υπερηφανία δε ου κατανοεί, ότι εν τη σκοτία διαπορεύεται και την έννοιαν της σοφίας ουκ οίδε.

Πώς γαρ και γνώναι έχει η εν τω σκοτασμώ αυτής υπάρχουσα; Δια τοι τούτο και τω εσκοτισμένω λογισμώ αυτής επαίρεται υπεράνω πάντων, ούσα ευτελεστέρα και ασθενεστέρα, και τάς οδούς Κυ­ρίου μη δυναμένη μαθείν.

Ο δε Κύριος κρύπτει εξ αυτής το θέ­λημα αυτού, καθότι εν τη οδώ των ταπεινών ουκ ηβουλήθη πορεύεσθαι.

Τω δε Θεώ ημών είη δόξα είς τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΙΔ':

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΓΙΝΟΜΕΝΗΣ ΤΟΙΣ ΟΔΕΥΟΥΣΙΝ ΕΝ ΤΗ ΟΔΩ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ ΤΗ ΥΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΕΤΑΓΜΕΝΗ

Ο συνελθών τω νω αυτού εν τη ησυχία πολιτεύεσθαι, ρυθμιζέτω εαυτόν και εν τη γεωργία και τάξει της ησυ­χίας διεξαγαγέτω το επίλοιπον των ημερών αυτού.

Όταν συμβή σοι, ως εστί σύνηθες τη τάξει της ησυχίας τη ωρισμένη υπό της θείας χάριτος, ένδοθεν συγκεχύσθαι τω σκότει την ψυχήν, και ώσπερ τάς ηλιακάς ακτίνας τάς καλυπτομένας από της γης εκ της αχλύος των νεφελών, προς ολίγον χρόνον στερηθήναι της πνευματικής παρακλήσεως και του φωτός της χάριτος, δια το επισκιάζον νέφος των παθών, και συσταλήναι από σου μικρόν την χαροποιόν δύναμιν και επισκιάσαι τω νω ασυνήθη αχλύν, μη ταραχθής τη διανοία και χείρα προτείνης τη αγνοία της ψυχής, άλλ' υπόμεινον και ανάγνωθι είς τάς βίβλους των διδασκάλων, και βίασαι σαυτόν εν τη ευχή και εκδέχου την βοήθειαν.

Ώσπερ γαρ αποκαλύπτεται το πρόσωπον της γης ταίς ακτίσι του ηλίου εκ της κατασχούσης σκοτίας του αέρος, ούτω δύναται και η ευχή λύσαι και διασκεδάσαι εκ της ψυχής τα νέφη των παθών και διαυγάσαι τον νουν τω φωτί της ευφροσύνης και της παρακλήσεως όπερ τίκτειν είωθεν εν τοις ενθυμήμασιν ημών, και μάλιστα όταν σχή ύλην εκ των θείων Γραφών και εγρήγορσιν στίλβουσαν τον νουν.

Η γαρ διηνεκής μελέτη εν ταίς γραφαίς των αγίων θαύματος ακατάληπτου και θείας ευφροσύνης την ψυχήν εμπίπλησι.

Τω δε Θεώ ημών είη δόξα είς τους αιώνας.

ΛΟΓΟΣ ΙΕ':

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ ΠΟΤΕ ΑΡΧΟΝΤΑΙ ΝΟΕΙΝ, ΠΟΥ ΕΦΘΑΣΑΝ ΕΝ ΤΟΙΣ ΕΡΓΟΙΣ ΑΥΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΑΠΕΡΑΝΤΩ ΘΑΛΑΣΣΗ, ΗΤΟΙ ΤΗ ΔΙΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ, ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΕΛΠΙΣΑΙ ΜΙΚΡΟΝ, ΟΤΙ ΗΡΞΑΝΤΟ ΔΙΔΟΝΑΙ ΑΥΤΟΙΣ ΟΙ ΚΟΠΟΙ ΑΥΤΩΝ ΚΑΡΠΟΥΣ

Λέγω σοι πράγμα, και μη διστάσης τούτον, μηδέ τοις λοιποίς μου λόγοις καταφρόνησης, ως ελαχίστου, διότι αληθείς οι παραδεδωκότες μοί είσιν.

Ότι αλήθειαν λέγω σοι και εν τούτοις τοις λόγοις μου και εν άπασιν.

Εάν κρέμασης σαυτόν από των βλεφάρων των οφθαλμών σου, έως αν φθάσης τα δάκρυα, μη νομίσης, ότι έφθασάς τι εν τη διαγωγή της πολιτείας σου.

Μέχρι γαρ της άρτι τω κοσμώ υπηρετούσι τα κρυπτά σου, τουτέστιν εν τη διαγωγή των κοσμικών ίστασαι και δια του έξω ανθρώπου εργάζη το έργον του Θεού, ο δε έσω άνθρωπος άκμην άκαρπος εστίν ο γαρ καρπός αυτού εκ των δακρύων άρχεται.

Όταν γαρ εις την χωράν αυτών φθάσης, τότε γίνωσκε, ότι εξήλθεν η διάνοια σου εκ της φυλακής του κόσμου τούτου και τέθεικε τον πόδα αυτής είς την πορείαν του καινού αιώνος και ήρξατο οσφραίνεσθαι του καινού αέρος εκείνου του θαυμαστού.

Και τότε άρχεται καταφέρειν τα δάκρυα.

Ήγγικε γαρ η κύησις του πνευματικού νηπίου, διότι η χάρις, η κοινή πάν­των μήτηρ, κατεπείγεται τεκείν τη ψυχή θείον τύπον μυστικώς προς το φως του μέλλοντος αιώνος.

Όταν δε φθάση ο καιρός του τοκετού, τηνικαύτα ο νους άρχεται κινείσθαι εν ενίοις των εκείσε, ώσπερ η αναπνοή, ην ανιμάται το βρέφος έσωθεν των μελών, εν οίς διατρέφεσθαι πέφυκε.

Και δια το μη υπομένειν όπερ ουκ εστίν αυτώ σύνηθες, εξαίφνης άρχεται κινείν το σώμα είς κλαυθμόν, μεμιγμένον τη του μέλιτος γλυκύτητι.

Και καθ' όσον τρέφεται το ένδοθεν βρέφος, κατά τοσούτον και η προσ­θήκη των δακρύων γίνεται.

Και αύτη η τάξις των δακρύων, ην έφην, ουκ εστίν εκείνη, η εκ διαλειμμάτων επισυμβαίνουσα τοις ησυχάζουσι διότι αύτη η παράκλησις η γινομένη από και­ρού είς καιρόν, παντί εστί γινομένω εν ησυχία μετά Θεού, και ποτέ μεν όντι εν τη θεωρία της διανοίας, ποτέ δε εν τοις λόγοις των Γραφών, ποτέ δε εν τη ομιλία της δεήσεως.

Αλλά περί ταύτης λέγω, της ούσης τω αδιαλείπτως δακρύοντι νυκτός και ημέρας.

Όστις δε εν αληθεία και ακριβεία εύρε την αλήθειαν των τρόπων τούτων, εν τη ησυχία ταύτην εύρε.

Γίνονται γαρ οί οφθαλμοί αυτού δίκην πηγής ύδατος μέχρι διετούς χρόνου ή και πλείω.

Μετά δε ταύτα εισέρχεται είς την ειρήνην των λογισμών, από δε της ειρήνης των λογισμών εισέρχεται εις εκείνην την κατάπαυσιν, περί ης είπεν ο άγιος Παύλος, καθώς χωρεί η φύσις μερικώς, από δε της ειρηνικής καταπαύσεως άρχεται ο νους θεωρείν τα μυστήρια.

Και τότε το άγιον Πνεύμα άρχεται αποκαλύπτειν αυτώ τα ουράνια, και ο Θεός οικεί εν αυτώ, και τον καρπόν του Πνεύματος διεγείρει εν αυτώ.

Και εκ τούτου αι­σθάνεται της αλλοιώσεως της μελλούσης υποδέξασθαι την φύσιν την εσωτέραν εν τη ανακαινίσει των όλων, αμυδρώς πως και ως εν αινίγματι.

Ταύτα έγραψα προς ανάμνησιν εμήν και παντός εντυγχάνοντος τώδε τω συγγράμματι, καθώς κατείληφα από τε της θεωρίας των Γραφών και των αληθινών στομάτων, και μικρόν άπ' αυτής της πείρας, ίνα μοι γένηται βοήθεια, δια των προσευχών των ωφελουμένων εξ αυτών.

Διότι ουκ ολίγον μόχθον κατεβαλόμην εις αυτά.

Άκουε δε πάλιν και ο μέλλω σοι λέγειν νυν, ο μεμάθηκα παρά αψευδούς στόματος.

Όταν εισέλθης εις την χωράν της ειρήνης των λογισμών, τότε το πλήθος των δακρύων αφαι­ρείται από σου, και μετά ταύτα έρχονται σοι τα δάκρυα εν μέτρω και καιρώ τω προσήκοντι.

Αυτή εστίν εν αληθεία η ακρίβεια, ως εν συντόμω ειπείν και παρά πάσης της Εκκλησίας πιστεύεται.


ΛΟΓΟΣ ΙΣΤ':

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ

Η άσκησις μήτηρ του αγιασμού εστίν, εξ ου γεννάται η πρώτη γευσις της αίσθήσεως των μυστηρίων του Χριστού, ήτις καλείται πρώτη τάξις της επιγνώσεως του Πνεύματος.
Μηδείς πλανήση εαυτόν και φαντασθή μαντείας.
Ψυχή γαρ η μεμιασμένη ουκ ανέρχεται εις καθαράν βασιλείαν, ουδέ συνάπτεται τοις πνεύμασι των αγίων.
Ξέσον το κάλλος της σωφροσύνης σου εν δάκρυσι και νηστείαις και τη καθ' εαυ­τόν ησυχία.
Θλίψις μικρά δια τον Θεόν γινομένη κρείσσων εστί μεγάλου έργου του αθλίπτως τελουμένου.
Διότι η εκούσιος θλίψις το δοκίμιον της πίστεως τη αγάπη ανατέλλει, το δε έργον της αναπαύσεως εκ του κάρου της συνειδήσεως γίνεται.
Δία τούτο εν θλίψεσιν εδοκιμάσθησαν οι άγιοι περί της αγάπης του Χριστού, και ουχί εν ανέσει.
Διότι το χωρίς κόπου γινόμενον έργον η δικαιοσύνη εστί των κοσμικών, οίτινες εκ των έξωθεν ποιούσιν ελεημοσύνην και ουκ εν εαυτοίς κερδαίνουσι.
Σύ δε, ώ αγωνιστά και μιμητά του πάθους του Χριστού, εν σεαυτώ αγώνισαι, ίνα αξιωθής γεύσασθαι της δό­ξης αυτόν.
«Είπερ γαρ συμπάσχομεν, και συνδοξαζόμεθα».
Ου συνδοξάζεται ο νους μετά του Ιησού, εάν μη συμπάσχη το σώμα όπερ του Χριστού.
Λοιπόν ο καταφρονών της ανθρωπίνης δόξης, ούτος εστίν ο της δόξης του Θεού αξιούμενος και δοξάζεται το σώμα αυτόν μετά της ψνχής.
Η γαρ δόξα τον σώματος υποταγή εστί σωφροσύνης μετά τον Θεον, η δόξα δε τον νου η θεωρία εστίν η αληθινή περί τον Θεον, Η αληθινή υποταγή διπλή εστίν, εν έργοις και ονειδίσεσι.
Όταν ούν πάσχη το σώμα, και η καρδία συμπάσχη αυτώ.
Εάν ου γινώσκης τον Θεόν, ου δυνατόν κινηθήναι εν σοι την αγάπην αυ­τόν, και ου δύνασαι αγαπήσαι τον Θεον, εάν μη ίδης αυτόν.
Η όρασις δε τον Θεόν εκ τον γινώσκειν αυτόν εστίν.
Ου προηγείται γαρ η θεωρία αυτόν της γνώσεως αυτόν.

Ευχή Αξίωσόν με, Κύριε, γινώσκειν σε και αγαπάν, ουκ εν τη γνώσει, τη εν τω σκορπισμώ του νου, τη εκ της γυμνασίας γινομένη, αλλ' αξίωσόν με εκείνης της γνώσεως, εν η ο νους, θεωρών σε, δοξάζει την φύσιν σου εν τη θεωρία τη κλεπτούση την αίσθησιν τον κόσμου από της διανοίας.
Αξίωσόν με υψωθήναι εκ της θέας του θελήματος της γεννώσης τάς φαντασίας, και ιδείν σε εν τη βία τον δεσμόν του σταυρού, εν τω μέρει τω δεντέρω της του νου σταυρώσεως, τον εν ελευθερία αποπανομένον από της ενεργείας των νοημάτων εν τη διηνεκεί σου θεωρία, τη υπέρ φύσιν.
Θες εν εμοί αύξησιν της αγά­πης σου, ίνα οπίσω του έρωτός σου έλθω εκ του κόσμου τούτου.
Κίνησον εν εμοί την κατανόησιν της ταπεινώσεως σου, εν η εν τω κόσμω ανεστράφης, εν τω καταλύματι, ω εφόρεσας εκ των μελών ημών, μεσιτεία της αγίας Παρθένου, ίνα, εν τη αδιαλείπτω και ανεπιλήστω μνήμη ταύτη, δέξωμαι μετά ηδο­νής την ταπείνωσιν της φύσεως μου.
Δύο τρόποι είσι του ανελθείν εν τω σταυρώ ο είς η σταύρωσις του σώματος, και ο δεύτερος το ανελθείν είς θεωρίαν.
Και ο μεν πρώτος εκ της ελευθερίας των παθών, ο δε δεύτερος εκ της ενεργείας των έργων γίνεται του πνεύματος.
Ούχ υποτάσσεται ο νους, εάν μη το σώμα υποταγή αυτώ.
Η βασιλεία του νου η σταύρωσις εστί του σώματος, και ούχ υποτάσσεται ο νους τω Θεώ, εάν μη υποταγή το αυτεξούσιον τω λογικώ.
Δύσκολον εστίν εκδούναι τίνα υψηλά τω έτι αρχαρίω όντι και νηπίω τη ηλικία.
«Ουαί σοι πόλις, ης ο βασιλεύς σου νεώτερος εστίν».
Ός τις υποτάξει εαυτόν τω Θεώ, εγγύς εστί του υποταγήναι αυτώ τα πάντα.
Τω γνόντι εαυτόν, η γνώσις των πάντων δίδοται αυτώ.
Το γαρ γινώσκειν εαυτόν, πλήρωμα της γνώσεως των απάντων εστί.
Και εν τη υποταγή της ψυχής σου υποταγήσεται σοι τα πάντα.
Εν τω καιρώ, εν ω η ταπείνωσις βασιλεύει εν τη διαγωγή σου, υποτάσσεται σοι η ψυχή σου και μετ' αυτής υποταγήσεται σοι τα πάντα διότι γεννάται εν τη καρδία σου ειρήνη εκ του Θεού.
Όσον δ' εί έξω ταύτης, ου μόνον εκ των παθών, αλλά και εκ των συμβάσεων συνεχώς μέλλεις καταδιωχθήναι.
Αληθώς, Κύριε, εάν μη ταπεινωθώμεν, ου παύη ταπεινών ημάς.
Η αληθής ταπείνωσις γέννημα εστί της γνώσεως, και η γνώσις η αληθινή γέννημα των πειρασμών

ΛΟΓΟΣ ΙΖ':

ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

ΚΑΙ ΤΙΣ Η ΙΣΧΥΣ ΕΚΑΣΤΟΥ ΑΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΚΑΣΤΟΥ ΑΥΤΩΝ Η αρετή η σωματική εν τη ησυχία το σώμα καθαίρει εκ της ύλης της εν αύτω, η δε αρετή της διανοίας ταπεινοί την ψυχήν και διυλίζει αυτήν εκ των διανοημάτων των χονδρών, των απολλυμένων, ίνα μη διαλογίζηται εν τούτοις εμπαθώς, αλλά μάλλον κινήται εν τη θεωρία αυτής.
Αύτη δε η θεωρία προσεγγίζει αυτήν είς την γύμνωσιν του νου, όπερ καλείται θεωρία άϋλος, και αύτη εστίν η πνευματική αρετή.
Αύτη γαρ επαίρει την διάνοιαν εκ των επιγείων και προσεγγίζει αυτήν τη πρώτη θεωρία του Πνεύματος και προς τον Θεόν συνιστά την διάνοιαν και την θεωρίαν της δόξης της ανεκλαλήτου, ήτις εστί κίνησις νοημάτων της μεγαλωσύνης της φύσεως αυτού και χωρίζει αυτήν, εκ του κόσμου τούτου και της αισθήσεως αυτού.
Και εκ τούτου προς την ελπίδα ημών εκείνην την αποκειμένην διαβεβαιούμεθα, και εν πληροφορία της τάξεως αυτής γινόμεθα.
Και τούτο εστίν η πεισμονή, περί ης ο Απόστολος είπε, τουτέστιν η πληροφορία, εν η ευφραίνεται ο νους νοητώς, ήτοι τη ελπίδι τη επαγγελθείση ημίν.
Τι δε εστί ταύτα και πώς έκαστον τούτων εστίν άκουσον.
Πολιτεία η σωματική η κατά Θεόν.
Σωματικά δε έργα καλείται τα γινόμενα είς την κάθαρσιν της σαρκός εν τη πράξει της αρετής δι' έργων φανερών, εν οίς διϋλίζηται τις εκ της ακαθαρσίας της σαρκός.
Η δε πολιτεία της διανοίας εστί το έργον της καρδίας, το γινόμενον απαύστως εν τη φροντίδι της κρίσεως, ήτοι της δικαιοσύνης του Θεού και των κριμάτων αυ­τού, και η αδιάλειπτος ευχή της καρδίας και η έννοια της προ­νοίας και της επιμελείας του Θεού, της εν τούτω τω κόσμω ομού γινομένης ειδικώς και ολικώς και το φυλάξαι τα πάθη τα κρυπτά, ίνα μη απαντήση τι εξ αυτών εν τη χώρα τη κρυπτή και πνευματική.
Τούτο το έργον της καρδίας, όπερ καλείται πο­λιτεία της διανοίας.
Εν τούτω τω έργω της πολιτείας, όπερ καλείται πράξις ψυχική, λεπτύνεται η καρδία και χωρίζεται από της κοι­νωνίας της ηφανισμένης ζωής, της παρά φύσιν ούσης.
Εξ ων άρχεται κινείσθαί ποτέ συνιέναι και διανοείσθαι εν τη θεωρία των αισθητών, των κτισθέντων είς την χρείαν και αύξησιν του σώματος, και πώς εν τη διανοία αυτών δίδοται δύναμις τοις τέσσαρσι στοιχείοις τοις εν τω σώματι.
Η δε πολιτεία η πνευματική εστί πράξις χωρίς αισθήσεων,και αύτη εστίν η υπό των Πατέρων γραφείσα, ην ότε οινόες των αγίων δέξονται, η τε υποστατική θεωρία και η παχύτης του σώματος εκ μέσου παραλαμβάνεται, και έκτοτε η θεωρία γίνεται νοητή θεωρίαν γαρ υποστατικήν καλών την κτίσιν της πρώτης φύσεως.
Και εκ ταύτης της θεωρίας της υποστατι­κής ευκόλως ανάγεται εις την επίγνωσιν της μοναδικής πολι­τείας, ήτις εστίν, εν τη εξηγήσει τη φανερά, το θαυμάσαι τον Θεόν.
Αύτη εστίν η κατάστασις η μεγάλη των μελλόντων αγαθών, η διδομένη εν τη ελευθερία της αθανάτου ζωής, εν τη δια­γωγή τη μετά την ανάστασιν.
Διότι ου παύεται η φύσις η ανθρωπίνη εκείσε αεί θαυμάζειν τον Θεόν και μη εννοούσα τι όλως περί των κτισμάτων.
Εί ην γαρ τι όμοιον τω Θεώ, είχεν αν κινηθήναι προς αυτό ο νους, ποτέ μεν εν τω Θεώ, ποτέ δε εν τούτω.
Επεί δε πάσα η ωραιότης των γινομένων εν τη καινότητι τη μελλούση κατωτέρα της ωραιότητας αυτού εστί, πώς δύναται η διάνοια εξελθείν τη θεωρία αυτής έξωθεν της του Θεού ωραιότητος; Τί ούν; το αποθανείν λυπεί αυτόν; Αλλά η βάρησις της σαρκός; άλλ' η μνήμη των ιδίων αυτού; άλλ' η χρεία της φύσεως; αλλ΄ αι συμφοραί; αλλ' αι εναντιώσεις, η με­τεωρισμός άγνωστος, ή ατελειότης της φύσεως, η εν τοις στοιχείοις περικύκλωσις, ή συντυχία τινός μετά τίνος, ή ακηδία, ή κατάκοπος μόχθος του σώματος; Ουδαμώς.
Αλλά ταύτα πάντα, εί και εν τω κοσμώ γίνονται, όμως εν τω καιρώ εκείνω, ότε εξαρθή το κάλυμμα των παθών εκ των οφθαλμών της διανοίας και κατόπτευση εκείνην την δόξαν, ευθύς υψούται η διάνοια εν εκπλήξει.
Και εί μη, ότι ο Θεός όρον τέθεικεν εν τη ζωή ταύτη τοις τοιούτοις πράγμασι πόσον δει βραδύνειν εν αυτοίς, και όμως, εί συνεχωρήθη εν πάση τη ζωή του ανθρώπου, ουκ είχον εξελθείν εκείθεν εκ της θεωρίας αυτών, πόσον μάλλον εκεί οπού ταύτα όλα ουκ είσιν (η αρετή γαρ εκείνη αόριστος εστί), και εν αυτοίς τοις πράγμασιν οποίο στατικώς εσόμεθα ένδοθεν βασιλικών αυλών, εί αξιωθώμεν δια της πολιτείας ημών; Πως ούν δύναται πάλιν η διάνοια εξελθείν και μακρυνθήναι εκ της θαυμαστής και θεϊκής θεωρίας εκείνης και πεσείν εν άλλω πράγματι; Ουαί ημίν, ότι ου γνωρίζομεν τάς ψυχάς ημών, ουδέ είς ποίαν πολιτείαν εκλήθημεν, και την ζωήν ταύτην της ασθενείας και την κατάστασιν των ζώντων και τάς θλίψεις του κόσμου και αυτόν τον κόσμον και τάς κακίας αυτού και τάς αναπαύσεις αυτού λογιζόμεθα, ότι εισί τι.
Ευχή Αλλ', ω Χριστέ, ο μόνος δυνατός, μακάριος ου η αντίληψις αυτού παρά σοι και αναβάσεις εν τη καρδία αυτού διέθετο.
Σύ, Κύριε, απόστρεψον τα πρόσωπα ημών εκ του κόσμου εν τη επιθυμία σου, έως αν ίδωμεν αυτόν όπερ εστί, και μη πιστεύσωμεν τη σκιά, ώσπερ τη αληθεία.
Καινοποιήσας, εγκαίνισον εν τη διανοία ημών, Κύριε, σπουδήν προ του θανάτου.
Όπως εν τη ώρα της εξόδου ημών γνώμεν, πώς ην η είσοδος ημών και η έξοδος είς τον κόσμον τούτον, έως αν τελειώσωμεν το έργον, είς ο εκλήθημεν κατά το θέλημα σου εν τη ζωή ταύτη πρώτον, και μετά ταύτα ελπίσωμεν εν διανοία πεπληρωμένη πεποιθήσεως δέξασθαι τα μεγάλα, κατά την επαγγελίαν των Γραφών, α ητοίμασεν η αγάπη σου εν τη δευτέρα καινουργία, ων η μνήμη αυτών φυλάττεται εν τη πίστει των μυστηρίων Περί καθάρσεως τον σώματος και της ψυχής και του νου Η κάθαρσις του σώματος εστίν οσιότης εκ του μολυσμού της σαρκός.
Η κάθαρσις της ψυχής εστίν η ελευθερία των κρυπτών παθών των εν τη διανοία συνισταμένων.
Η κά­θαρσις δε του νοός εστίν εν τη των μυστηρίων αποκαλύψει καθαίρεται γαρ εκ πάντων των υποπιπτόντων τη αισθήσει εν τω τρόπω της παχύτητος αυτών.
Και τα παιδία τα μικρά αγνά είσι τω σώματι και απαθή τη ψυχή, και ουδείς καλεί αυτά καθαρά τω νώ η καθαρότης γαρ του νου εστίν η τελειότης εν τη αναστροφή της ουρανίου θεωρίας της εκτός των αισθήσεων, κινουμένου εν τη δυνάμει τη πνευματική, των άνω κατακοσμήσεων, των αναριθμήτων θαυμάτων του ουρανίου κόσμου εκείνου, ων η διαγωγή μεμέρισται εξ αλλήλων των λεπτών εν τη αοράτω διακονία αυτών, των εν τη εννοία όντων των θεϊκών αποκαλύψεων, των συνεχών εν τη αλλοιώσει αυτών εν πάση ώρα.
Αυτός ο Θεός ημών αξιώσαι ημάς αεί θεωρείν αυτόν εν γυμνότητι νου, και μετά ταύτα αμέσως είς αιώνας αιώνων.
Αυτώ η δόξα, Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΙΗ':

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΣΟΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΤΡΟΝ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Έστι γνώσις προηγουμένη της πίστεως, και έστι γνώσις τικτομένη εκ της πίστεως.
Η γνώσις η προηγουμένη της πίστεως εστί γνώσις φυσική, η δε τικτομένη εκ της πίστεως γνώσις εστί πνευματική.
Εστί δε γνώσις φυσική διακρίνουσα το καλόν εκ του κακού, ήτις και καλείται διάκρισις φυσική, εν η γινώσκομεν το καλόν εκ του κακού φυσικώς άνευ μαθήσεως.
Ταύτην έθετο ο Θεός εν τη λογική φύσει, εκ δε της μαθήσεως αύξησιν και προσθήκην λαμβάνει.
Ουκ έστι τις ο ταύτην μη έχων.
Και αύτη η δύναμις της γνώσεως της φυσικής της λογικής ψυχής, η διάκρισις εστί του κάλου και του κάκου, η κι­νούμενη εν αυτή απαύστως.
Και οι στερηθέντες αυτής κάτωθεν της λογικής φύσεως εστίν, οι δε έχοντες ταύτην ορθώς εν τη ψυχική φύσει ίστανται και ουκ έχουσί τίνα αφανισμόν εν οίς έδωκεν ο Θεός τη φύσει προς τιμήν των λογικών αότού.
Τους δε ταύτην την διάγνωσιν απολέσαντας, την διακρίνουσαν το καλόν εκ του κακού, ονειδίζει ο Προφήτης λέγων «άνθρωπος εν τιμή ων, ου συνήκεν».
Η τιμή της λογικής φύσεως η διάκρισις εστίν, η διακρίνουσα το καλόν εκ του κακού.
Και δικαίως τους απολέσαντας ταύτην ωμοίωσε τοις ανοήτοις κτήνεσι, τοις μη έχουσι το λογικόν και διακριτικόν.
Εν ταύτη δυνατόν εστίν ημίν εύρειν την οδόν του Θεού.
Και αύτη εστίν η γνώσις η φυσική και αύτη προηγείται της πίστεως και αύτη οδός εστί προς τον Θεόν.
Και εν ταύτη γινώσκομεν το καλόν εκ του κακού διακρίναι και δέξασθαι την πίστιν.
Και μαρτυρεί η δύναμις της φύσεως, ότι πρέπει τω ανθρώπω πιστεύσαι τω παραγαγόντι εις την κτίσιν ταύτα πάντα και πιστεύσαι τοις λόγοις των εντολών αυτού και ποιήσαι αυτούς.
Και εκ του πιστεύσαι τίκτεται ο φόβος του Θεού, και ότε ακολουθήσει τοις έργοις και προς μικρόν ανέλθη προς εργασίαν, τίκτει την γνώσιν την πνευματικήν, ην είπομεν τίκτεσθαι εκ της πίστεως.
Η φυσική γνώσις ήτις εστίν η διάκρισίς του καλού και του κακού, η υπό του Θεού εντεθείσα τη φύσει ημών, αύτη πείθει ημάς, ότι δει πιστεύειν τω Θεώ, τω παραγαγόντι τα πάντα.
Και η πίστις ποιεί εν ημίν τον φόβον, και αναγκάζει ημάς ο φόβος μετανοήσαι και εργάσασθαι.
Και ούτω δίδοται η πνευματική γνώσις τω ανθρώπω, ήτις εστίν αίσθησις των μυστηρίων, ήτις γεννά την πίστιν της αληθούς θεωρίας.
Ούχ απλώς δε όντως εκ πίστεως μόνης ψιλής γεννάται η γνώσις η πνευμα­τική, άλλ' η πίστις φόβον Θεού γεννά και εν τω φόβω του Θεού, όταν αρξώμεθα ενεργείν εν αυτώ, εκ της ενεργείας του φόβου του Θεού τίκτεται η γνώσις η πνευματική, καθάπερ είπεν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ότι, ότε τις κτήσεται θέ­λημα ακόλουθον τω φόβω του Θεού και τη ορθή φρονήσει, τα­χέως λαμβάνει την αποκάλυψιν των κρυπτών.
Καλεί δε αποκάλυψιν των κρυπτών, την γνώσιν την πνευματικήν.
Ουχ ο φόβος δε του Θεού τίκτει ταύτην την γνώσιν την πνευματικήν (διότι όπερ ουκ εστίν εν τη φύσει κείμενον, γεννηθήναι ου δύναται), αλλά δόσις δίδοται αυτή η γνώσις τη εργασία του φόβου του Θεού.
Ηνίκα ερευνήσεις καλώς το έργον του φόβου του Θεού, ευρίσκεις ότι αύτη εστίν η μετάνοια και η γνώσις η πνευματική ενταύθα.
Αύτη εστίν ην είπομεν, ότι, όνπερ εν τω βαπτίσματι εδεξάμεθα τον αρραβώνα αυτού, δια της μετανοίας πάντως δεχόμεθα το χάρισμα αυτού.
Και το χάρισμα, όπερ είπομεν, ότι δια της μετανοίας λαμβάνομεν αυτό, αυτή εστίν η γνώσις η πνευματική, η δια της ενεργείας του φό­βου διδομένη δόσις.
Η πνευματική δε γνώσις εστίν η αίσθησις των κρυπτών, και όταν αισθηθή τις τούτων των αοράτων και κατά πολύ υπερβαλλόντων, εκ τούτων λαμβάνει όνομα της πνευματικής γνώσεως, και γεννάται εν τη αίσθήσει ταύτη τις πίστις άλλη, ουκ εναντία ούσα εκείνη τη πρώτη, αλλά βεβαιού­σα την πίστιν εκείνην.
Και καλούσιν αυτήν πίστιν της θεωρίας.
Έως εκεί η ακοή, νυν δε θεωρία, η δε θεωρία της ακοής ασφαλεστέρα υπάρχει.
Ταύτα πάντα εκ της γνώσεως εκείνης, της διακρινούσης το καλόν εκ του κακού, της εν τη φύσει ούσης, τίκτονται.
Και αυτή εστίν ο σπόρος ο αγαθός της αρετής, και ήδη ελέχθη.
Και ότε ταύτην την φυσικήν γνώσιν καλύψομεν τω θελήματι ημών τω φιληδόνω, εκ πάντων των αγαθών τούτων εκπίπτομεν.
Και ακολουθεί ταύτη τη φυσική γνώσει κέντησις διηνεκής της συνειδήσεως, μνήμη του θανάτου αδιάλειπτος, και φροντίς τις, βάσανος ούσα έως της εξόδου ταύτης.
Μετά ταύ­την, η λύπη, η κατήφεια, ο φόβος του Θεού, η αιδώς η εκ της φύσεως, η λύπη η υπέρ των αμαρτιών αυτού των προτέρων, η πρέπουσα σπουδή, η μνήμη της κοινής οδού, και φροντίς περί των εφοδίων αυτής, και αίτησις μετά πένθους παρά του Θεού καλώς εισελθείν είς την πύλην ταύτην, ήτις εστίν η διάβασις πάσης της φύσεως, καταφρόνησις κόσμου και πολύς αγών υπέρ της αρετής.
Ταυτά πάντα εν τη γνώσει τη φυσική ευρίσκεται.
Συγκρινέτω ούν τις τα έργα αυτού προς ταύτα.
Ότε γαρ ευρέθη άνθρωπος εν τούτοις, εν τη οδώ τη φυσική πορεύεται, και όταν υπεραρθή τούτων και φθάση είς την αγάπην, υπεραίρεται υπέρ την φύσιν και παρέρχεται εξ αυτού ο αγών και ο φόβος και ο κόπος και ο μόχθος εν πάσι ταύτα τα παρεπόμενα τη φυσική γνώσει, και ταύτα ευρίσκομεν εν εαυτοίς, όταν μη καλύψωμεν αυτήν τω θελήματι ημών τω φιληδόνω, και εν τούτοις γινόμεθα, έως αν φθάσωμεν την αγάπην, ήτις ελευθεροί ημάς εκ πάντων τούτων.
Εκ τούτων των ρηθέντων συγκρινέτω τις και εξεταζέτω εαυτόν εν ποίοις πορεύεται, εν τοις παρά φύσιν ούσιν, ή εν τοις κατά φύσιν, ή εν τοις υπέρ φύσιν.
Εκ των τρόπων των ρηθέντων φανερώς και ταχέως δύναται τις ευρείν την κυβέρνησιν της όλης ζωής αυτού.
Και όταν μη ευρεθή τοις κατά φύσιν ρηθείσιν υφ' ημών, ως ωρίσαμεν, και εν τοις υπέρ φύσιν ούσιν ούχ υπάρχη, δήλον εστίν, ότι εν τοις παρά φύσιν υπάρχει ερριμμένος.
Τω δε Θεώ ημών δόξα εις τους αιώνας.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΙΘ':

ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗΣ

Άνθρωπε ελάχιστε, θέλεις ευρείν την ζωήν; Την πίστιν και την ταπείνωσιν κράτησον εν εαυτώ, ότι εν αυταίς ευρίσκεις το έλεος και την βοήθειαν και λόγους εν καρδία εκ του Θεού λαλουμένους μετά του φύλακος του εν τω κρύπτω και εν τω φανερώ παραμένοντος σοι.
Θέλεις ταύτα κτήσασθαι, άπερ εισίν ομιλίαι της ζωής; Εν απλότητι πορεύθητι και μη εν γνώσει ενώπιον του Θεού.
Τη απλότητι η πίστις ακολουθεί, τη λεπτοτητι δε και τη αντιστροφή των λογισμών η οίησις, τη δε, απέχεσθαι του Θεού.
Ότε προσεγγίσεις ενώπιον του Θεού δια προσευχής, ούτω γενού εν τω λογισμω σου, ώσπερ μύρμηξ και ώσπερ τα ερπετά της γης, και ώσπερ βδέλλα και ως παιδίον ψελλίζον.
Και μη είπης έμπροσθεν αυτού τι εν γνώσει, αλλά τω νηπιάζοντι φρονήματι προσέγγισον τω Θεώ και πορεύθητι ενώπιον αυτού, ίνα αξιωθής της προνοίας εκείνης της πατρικής, της γι­νομένης υπό των πατέρων επί τα τέκνα αυτών τα νήπια.
Ερρέθη, «φυλάσσων τα νήπια ο Κύριος».
Προσεγγίζει ο νήπιος τω όφει και κρατεί αυτόν είς τον τράχηλον αυτού, και ου βλάπτει αυτόν.
Γυμνός πορεύεται ο νήπιος όλον τον χειμώνα, ότε άλλοι ενδεδυμένοι και εσκεπασμένοι, και υπεισέρχεται το ψύχος εν όλοις τοις εαυτού μέλεσιν.
Αυτός κάθηται γυμνός εν ημέρα ψύχους και κρύους και πάχνης, και ου πονεί.
Διότι το σώμα της ιδιωτείας αυτού κεκαλυμμένον εστίν εν άλλω ενδύματι αοράτω, εκ της προνοίας εκείνης της κρυπτής, της τηρούσης τα τρυφερά αυτού μέλη, ίνα μη εγγίση αυτοίς βλάβη εκ τίνος.
Νυν πιστεύεις, ότι εστί πρόνοια τις κρυπτή, ήτινι το τρυφερόν σώμα το έτοιμον ταχέως είς εκάστην βλάβην, δια την τρυφερότητα και ασθενή πολιτείαν αυτού, διαφυλάττεται εν μέσω των εναντίων και ου κατανοείται ύπ' αυτών; Φησι, «φυλάσσων τα νήπια ο Κύριος».
Και ου τούτους μόνον τους μικρούς τω σώματι, αλλά κάί τους εν κοσμώ σοφούς οντάς, τους καταλιμπάνοντας την γνώσιν αυτών και επ' έκεινην την σοφίαν την επαρκούσαν επερειδομένους και γινόμενους ως νηπίους εν τω εαυτών θελήματι και τότε μανθάνοντας έκεινην την σοφίαν την μη αισθανομένην εν έργοις γυμνασίας.
Και καλώς είπεν ο σοφός τα θεια Παύλος· «ο δοκών σοφός είναι εν τω κόσμω τούτω, γενέσθω μωρός, ίνα γένηται σοφός» όμως αίτησαι τον Θεόν, δούναι σοι φθάσαι το μέτρον της πίστεως.
Κάί εάν της τροφής αυτής αισθηθής εν τη ψυχή σου, ουκ εστί μοι δυσχερές ειπείν πάλιν, ότι ουκ έστι το κωλύον σε από του Χριστού.
Και ουκ ίστι σοι δυσχερές αιχμαλωτισθήναι εν πάση ώρα από των γηίνων, κάί λαβείν τούτον τον κόσμον τον ασθενή και τάς μνήμας των πραγμάτων αυτού.
Υπέρ τούτου άόκνως προσεύχου και εν θερμότητι ίκέτευσον ίο και εν σπουδή πολλή δεήθητι, έως αν λαβής.
Και πάλιν ου μη ατόνησης.
Άξιωθήση δε τούτων, εάν πρώτον βιάσης εαυτόν του έπιρρίψαι έπϊ τον Θεόν την μέριμνάν σου μετά πίστεως και ανταλλάξες την πρόνοιάν σου είς την πρόνοιαν αυτού.
Kαι τότε όταν ίδη το θέλημα σου, ότι εν πάση καθαρότητι του φρονήματος επίστευσας αυτώ τω Θεώ υπέρ εαυτόν και εβιάσω εαυτόν ελπίσας επί τον Θεόν πλέον της ψυχής σου, τότε εκείνη η δύναμις η άγνωστος υπό σου επισκηνοί επί σε.
Και αισθητικώς αισθηθήση της δυνάμεως του μετά σου ανενδοιάστως εκείνης της δυνάμεως, ης αισθανόμενοι πολλοί εισ­έρχονται είς το πυρ και ου φοβούνται, και έπι το ύδωρ πατούντες, ου διστάζουσι τω λογισμώ εαυτών, μήπως καταποντισθώσι.
Διότι ενισχύει η πίστις τάς αισθήσεις της ψυχής και ωσανεί τίνος αοράτου αισθάνεται, πείθοντος αυτόν μη προσέχειν τη οράσει των φοβερών πραγμάτων, μηδέ τη οράσει τη υπερβαλλούση των αισθήσεων βλέπειν.
Τάχα δοκεί σοι παντελώς, ότι την γνώσιν την πνευματικήν εκείνην εν ταύτη τη ψυχική γνώσει δέχεται τις; Και ου μόνον αδύνατον υποδεχθήναι εκείνην την πνευματικήν εν ταύτη τη γνώσει τη ψυχική, άλλ' ουδέ αισθήσει αισθηθήναι αυτής δυνατόν τινι ή αξιωθήναι αυτής των εν ταύτη σπουδαζόντων γυμνασθήναι.
Και εάν τίνες εξ αυτών θέλωσι προσεγγίσαι εκείνη τη γνώσει του Πνεύματος, έως ου απαρνήσωνται ταύτην και πάσαν αναστροφήν της λεπτότητος αυτής και την πολύπλοκον αυτής μέθοδον, και σταθώσιν είς το νήπιον αυτής φρόνημα, ουδέ προς ολίγον εκείνη προσεγγίσαι δύνανται.
Αλλά πολύς αναχαιτισμός γίνεται αυτοίς η συνήθεια αυτής και αι έννοιαι αυ­τής, έως αν κατά μικρόν και μικρόν εξάλειψη αυτά.
Η γνώσις εκείνη του Πνεύματος απλή εστί και εν λογισμοίς ψυχικοίς ουκ επιλάμπει.
Έως αν ελευθερωθή η διανοία εκ των πολλών λογισμών και έλθη είς μίαν απλότητα της καθαρότητος, ου μη δυνηθή αισθηθήναι της γνώσεως της πνευματικής.
Αύτη η τάξις της γνώσεως, το αισθηθήναι της τρυφής εκείνης της ζωής του αιώνος εκείνου.
Εντεύθεν τους πολλούς λογισμούς ψέγει.
Η δε γνώσις αύτη η ψυχική εκτός πλήθους λογισμών γνώναί τι άλλο, το εν τη απλότητι της διανοίας δεχόμενον ου δύναται, κατά τον λέγοντα «εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού ου δύνασθε».
Αλλ' ιδού οι πολλοί εις την τοιαύτην ιδιωτείαν ου φθάνουσι, και είς τα έργα αυτών τα αγαθά ελπίζομεν, ότι τετήρηται αυτοίς μέρος εν τη των ουρανών βασιλεία, καθώς εκ της συνέσεως των μακαρισμών των Ευαγγελίων, ων έθηκε διαφόρως, γνωσθήναι ημίν, ότι αλλοιώσεις πολλάς εν διαφόροις πολιτείαις εγνώρισεν ημίν εν αυτοίς τοις μακαρισμοίς.
Διό­τι έκαστος άνθρωπος είς όλα τα μέτρα εν πάση οδώ, η πορεύε­ται προς αυτόν, αυτός ανοίγει έμπροσθεν αυτού την πύλην της βασιλείας των ουρανών.
Αλλ' εκείνην την γνώσιν την πνευματικήν ου δύναται τις δέξασθαι, εάν μη στραφή και γένηται ως παιδίον.
Εντεύθεν γαρ αισθάνεται της τροφής εκείνης της βασιλείας των ου­ρανών.
Την βασιλείαν των ουρανών θεωρίαν πνευματικήν λέγουσιν ότι εστί.
Και αύτη ουκ εν τοις έργοις των λογισμών ευ­ρίσκεται, αλλ' εκ της χάριτος γευθήναι δύναται, και έως αν καθαρθή ο άνθρωπος, ουδέ ακούσαι αυτής καν ικανοί.
Διότι εκ μαθήσεως ουδείς δύναται αυτήν κτήσασθαι.
Εάν φθάσης την καθαρότητα της καρδίας την εκ πίστεως, ώ τέκνον, προσγινομένην, την εν ησυχία τη εκ των ανθρώπων, και λάθης την γνώσιν τούτου του κόσμου, ώστε σε μη αισθηθήναι αυτής, εξαίφνης ευρεθήσεται αύτη έμπροσθεν σου, χωρίς ερεύνης της περί αυτήν.
«Στήσον», φησί, «στήλην και επίχεε επ' αυτήν έλαιον, και ευρήσεις θησαυρόν εν τω κόλπω σου».
Εάν δε τη αγχόνη της γνώσεως της ψυχικής κρατηθής, ουκ άτοπον μοι ειπείν, ότι ευχερές σοι εκ των δεσμών του σιδήρου λυθήναι, ή εξ αυτής.
Και ουκ απέχεις αεί εκ των παγί­δων της πλάνης και ουδέποτε συνήσεις λαβείν παρρησίαν τε και πεποίθησιν προς τον Κύριον, και εν πάση ώρα κατά στόμα του ξίφους πορεύη και εκτός λύπης γενέσθαι παντελώς ου δυνήση.
Εν ασθένεια και απλότητι δεήθητι, ίνα ζήσης καλώς έμπροσθεν του Θεού και εκτός μερίμνης γενήση.
Καθάπερ γαρ ακολουθεί η σκιά τω σώματι, ούτω και τη ταπεινοφροσύνη το έλεος.
Λοιπόν, εάν εν τούτοις εθέλης αναστρέφεσθαι, μη δως χείρα τοις ασθενέσι λογισμοίς παντελώς.
Και εάν πάσαι αι βλάβαι και αι κακίαι και οι κίνδυνοι περικυκλώσωσι και εκφοβώσι σε, μη φροντίσης περί αυτών, μηδέ ψηφήσης αυτά.
Εάν άπαξ επίστευσας τω Κυρίω τω αύταρκουντι προς φυλακήν σου, και εάν πορεύση οπίσω αυτού, μη πάλιν φροντίσης εις τι των τοιούτων.
Άλλ' είπε τη ψυχή σου, Αυταρκεί μοι είς πάντα ωτινι την ψυχήν μου καθάπαξ παρέδωκα.
Εγώ ουκ ειμί ώδε, αυτός γινώσκει.
Και τότε βλέπεις εν έργω τα θαυμάσια του Θεού.
Πώς εγγύς εστίν εν παντι καιρώ λυτρώσασθαι τους φοβούμενους αυτόν, και πώς η πρόνοια αυτού περικυκλοί αυτούς, και ου καθοράται.
Ούχ ότι ούν ου καθοράται τοις σωματικοίς οφθαλμοίς ο φρουρός ο μετά σου, οφείλεις διστάσαι εν αυτώ ότι ουκ εστί.
Πολλάκις γαρ και τοις σωματι­κοίς οφθαλμοίς αποκαλύπτεται προς το σε θαρρήσαι.
Ηνίκα γαρ ο άνθρωπος ρίψειεν εξ αυτού πάσαν αντίληψιν ορωμένην και την ανθρωπίνην ελπίδα, και τω Θεώ ακολουθήσειεν εν πίστει και καθαρή καρδία, ευθέως ακολουθεί αυτώ η χάρις και αποκαλύπτει αυτώ την εαυτής δύναμιν εν πολυτρόποις αντιλήψεσι.
Πρώτον μεν εν τοις φανεροίς τούτοις και τοις του σώματος, και δεικνύει αύτω την εαυτής αντίληψιν, δια της περί αυτόν προνοίας, ως δύνασθαι αυτόν εν τούτοις επί πλέον αισθηθήναι της δυνάμεως της προνοίας του Θεού της περί αυτόν.
Και εν τη συνέσει των φανερών βεβαιούται και περί των κρυπτών, καθώς δει τη νηπιότητι του φρονήματος αυτού και τη διαγωγή αυτού, ότι πώς ευπρεπίζεται η χρεία αυτού χωρίς έργου, ηνίκα ουκ εφρόντισε.
Και πολλάς επιφοράς παρέρχεσθαι εξ αυτού ποιεί, προσεγγίζουσας αύτω, πολλάκις πεπληρωμένας κινδύνων, ηνίκα αυτός ουκ ενόησεν εν αυταίς, αλλ' ανεπαισθήτως η χάρις αποδιώκει απ' αυτού εν θαύματι μεγάλω, και φρουρεί αυτόν καθάπερ τροφός, ήτις εκπετά τάς πτέρυγας εαυτής επί τα εαυτής τέκνα, του μη προσεγγίσαι αυτοίς βλάβην τινός και δεικνύει αυτώ τοις οφθαλμοίς αυτού, ότι πώς προσήγιζε αυτώ η απώλεια αυτού και αβλαβώς διέμεινεν.
Ούτω γυμνάζει αυτόν και εν τοις κρυπτοίς, και ανοίγει έμπροσθεν αυτού την ενέδραν των εννοιών και των λογι­σμών των δυσχερών, των ακατάληπτων.
Και ευκόλως ευρί­σκεται αυτώ η κατανόησις αυτών και η ακολουθία αυτών προς αλλήλους και η πλάνη αυτών, και τίνι μεν αυτών προσκολλάται και πώς γεννώνται εις εξ ενός και απολούσι την ψυχήν.
Και καταισχύνει εν οφθαλμοίς αυτού πάσαν ενέδραν των δαιμόνων και το κατάλυμα των λογισμών αυτών, και τίθησιν εν αύτω σύνεσιν κατανοήσαι τα εσόμενα και ανατέλλει εντός της απλότητος φως κρυπτόν, του αισθηθήναι εις πάντα, και την δύναμιν των εννοιών των λογισμών των λεπτών.
Και δεικνύει αυτώ ως εν δακτύλω, ότι, ει μη ταύτα έγνω, τί έμελλε πάσχειν.
Και τότε γεννάται αυτώ εντεύθεν, ότι έκαστον πράγμα μικρόν και μέγα εν ευχή δει εξαιτήσασθαι παρά του δημιουργού αυτού περί αυτού.
Και ηνίκα η θεία χάρις βεβαιώσειε το φρόνημα αυτού εις πάντα ταύτα, του πεποιθέναι έπι τον Θεόν, τότε άρχεται εισέρχεσθαι είς τους πειρασμούς κατά μικρόν και μικρόν.
Και παραχωρεί πεμφθήναι αυτώ πειρασμούς ικανούς προς το μέτρον αυτού, του βαστάξαι την ισχύν αυτών.
Και εν αυτοίς τοις πειρασμοίς προσεγγίζει αυτώ η αντίληψις αισθητικώς, ίνα θαρρήση, έως αν κατά μικρόν και μικρόν γυμνασθή και κτήσηται σοφίαν και περιφρονήση τους εχθρούς αυτού εν τη πεποιθήσει τη προς τον Θεόν.
Ου δυνατόν γαρ εκτός τούτων σοφισθήναι εν τοις πολεμίοις τοις πνευματικοίς και γνώναι τον εαυτού προνοητήν και αισθηθήναι του Θεού αυτού και στερεωθήναι εν τη πίστει αυτού κρυπτώς, εί μη εν τη δυνάμει της πείρας αυτόν, ήτις εδέξατο.
Και ηνίκα ίδη η χάρις, ότι ήρξατο εν τω λογισμω αυτού η οίησις μικρόν, και ήρξατο λογίζεσθαι μέγα περί εαυτού, ευθέως παραχωρεί τους πειρασμούς κατ' αυτού ισχυροποιηθήναι και κραταιωθήναι, έως αν μάθη την εαυτού ασθένειαν και φύγη και κατάσχη τον Θεόν εν ταπεινώσει.
Και εν τούτοις έρ­χεται ο άνθρωπος είς τα μέτρα του τελείου ανδρός εν τη πίστει και τη ελπίδι του Υιού του Θεού και υψούται προς την αγάπην.
Θαυμαστή γαρ γνωρίζεται η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπον, όταν ποτέ εν μέσω γένηται πραγμάτων των διακοπτόντων την ελπίδα αυτού, και εκείσε δεικνύει ο Θεός την δύναμιν εαυ­τού εν τη σωτηρία τη επ' αυτόν.
Ουδέποτε γαρ μανθάνει ο άν­θρωπος την δύναμιν την θεϊκήν εν αναπαύσει και πλατυσμώ, και ουδέποτε έδειξεν ο Θεός την εαυτού ενέργειαν αισθητικώς, εί μη εν χώρα ησυχίας και εν ερήμω και εν τόποις εστερημένοις των συντυχιών και της ταραχής της κατασκηνωσεως της μετά των ανθρώπων.
Μή θαυμάσης, όταν άρξη της αρετής και βρύουσι κατά σου αι θλίψεις αί σκληροί και ισχυραί εκ παντός τόπου.
Διότι ουδέ αρετή λογίζεται εκείνη, ή τινι ουκ ακολουθεί η δυσχέρεια των έργων είς ενέργειαν αυτής.
Αύτη γαρ η αρετή εξ αυτού τούτου ωνομάσθη, καθώς είπεν ο άγιος Ιωάννης «Σύνηθές εστί», φησί, «τη αρετή επιπίπτειν τάς δυσκολίας εκείνη δε», φησί, «ψεκτή εστίν, ηνίκα δεδέσμευται τη ανέσει».
Ειπεν ο μακάριος Μάρκος ο μοναχός «Πάσα αρετή γινομένη σταυρός ονομάζεται, όταν την εντολήν του Πνεύματος πληροί».
Διά τούτο πάντες οι θλίβοντες εν τω φόβω του Κυρίου ζήσαι και εν τω Ιησού Χριστώ διωχθήσονται.
Φησι γαρ· «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι».
Ει τις ου θέλει ζήσαι εν ταίς αναπαύσεσιν, απολέσας την ψυχήν εαυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν.
Δια τούτο ούν προέλαβε και έθηκεν έμπροσθεν σου τον σταυρόν, ίνα τον θάνατον ορίσης καθ' εαυτού, και τότε αποστείλης την ψυχήν σου πορευθήναι οπίσω αυτού.
Ουδέν ισχυρότερον της απογνώσεως.
Αύτη ου γινώσκει ηττηθήναι υπό τίνος, εάν τοις δεξιοίς και εάν τοις αριστεροίς.
Ότε ο άνθρωπος εν τη διανοία εαυτού κόψει την ελπί­δα εκ της ζωής αυτού, ουδέν θαρσαλεώτερον.
Και ουδείς των εχθρών δύναται απαντήσαι αυτώ και ουκ εστί θλίψις, ης τίνος η φήμη εξασθενήσαι το φρόνημα αυτού ποιεί Διότι πασά θλί­ψις γινομένη, υποκάτωθεν του θανάτου εστί, και αυτός έκυψε δέξασθαι καθ' εαυτού τον θάνατον.
Εάν είς πάντα τόπον και εις παν πράγμα και είς πάντα καιρόν, εν πάσιν οίς θέλεις περιεργάσασθαι, θής σκοπόν εν τω φρονήματί σου είς έργα και λύπην, ουχί μόνον ευθαρσής και άοκνος ευρεθήση εν παντί καιρώ, του αντιτάσσεσθαι πάση δυσκολία νομιζομένη, αλλά και εν τη δυνάμει των λογισμών σου φεύγουσιν από σου αι πτοούσαι έννοιαι και εκφοβούσαι σε, αι εξ έθους τικτόμεναι εν τω ανθρώπω εξ εκείνων των εις την ανάπαυσιν προσεχόντων λο­γισμών, και πάντα τα δυσχερή και σκληρά, τα συναντώντα σοι, ευχερή και εύκολα ορώνται σοι.
Και πολλάκις εξ εναντίας κα­ταντήσει τα κατά σε εκείνων των προσδοκηθέντων υπό σου, και ίσως ουδέν συναντήσεταί σοι των τοιούτων ποτέ.
Συ γινώσκεις, ότι η ελπίς της αναπαύσεως εκ της μνήμη των μεγάλων και εκ των αγαθών και των αρετών στερίσκει εν παντί καιρώ τους ανθρώπους.
Αλλ' ουδέ οί εν τω δε τω κοσμώ εν τη συναναστροφή του σώματος υπάρχοντες, φθάσαι δύνανται το τέλειον του θελήματος αυτών, ει μη κρίνωσιν εν τη εαυτών διανοία του υπομείναι τα δυσχερή.
Και επειδή η πείρα μαρτυρεί περί τούτων, ου χρεία πείσαι εν λόγοις.
Ότι εν πάσι γενεά των προ ημών και έως του νυν ουκ εστίν άλλο δι' ου εξασθενούσιν οι άνθρωποι του μη νικήσαι, στερηθήναι τε των αρίστων πραγμάτων, ει μη τούτο.
Διό και συντόμως λέγομεν, Οτι ου καταφρονεί τις της βασιλείας των ουρανών, εϊ μη τη ελπίδι της ανέσεως της μικράς της ενταύθα.
Και ου μόνον τούτο πάσχει, αλλά και επιφοραί ισχυροί πολλάκις και πειρασμοί δει­νοί ετοιμάζονται παντι ανθρώπω προσέχοντι τω εαυτού θελήμάτι και προς τούτο οι λογισμοί αυτού πορεύονται · ότι ο κυβερ­νών αυτόν, εστίν η επιθυμία.
Τίς εστίν ο μη γινώσκων, ότι και τα πετεινό, εν τη θεωρία της αναπαύσεως προσπελάζει τη παγίδι; Μη ίσως πολύ υστερεί η γνωσις ημών της γνώσεως των πετεινών εν τη ομοιώσει εν τοις κρυπτοίς ή εν τοις συμβεβηκόσι τοις κεκαλυμμένοις εν τισι πράγμασιν ή εν τόποις ή τινί, εν οίς και ο διά­βολος εξ αρχής εν επαγγελία και φρονήματι της αναπαύσεως θηρεύει ημάς; Αλλά δια το είναι το φρόνημα κατά την επιθυμίαν δραμείν τω λόγω εσφάλην εκ του σκοπού , ου έθηκα εξ αρχής εν τω λόγω μου ότι εν παντί καιρώ τον σκοπόν της θλίψεως δει ημάς τιθέναι τω φρονήματι ημών εν παντί πράγματι, εν ω μέλλομεν άρξασθαι εν τη οδώ τη προς τον Κύριον, και το τέλος της εκβάσεως αυτής δει επερείδειν προς την αρχήν σπου­δαίους.
Ποσάκις ερωτά άνθρωπος, ότε θέλει άρξασθαι εις τι πράγμα δια τον Κύριον, λέγων Άρα εστίν ανάπαυσις εν τω πράγματι; Ή πώς δυνατόν πορεύεσθαι εν αυτή χωρίς έργου ευκόλως; ή ίσως εστίν εν αυτή θλίψις πόνον εμποιούσα τω σώματι; Ουκ ιδού άνω και κάτω το όνομα ζητούμεν της αναπαύσεως; Τι λέγεις, ω άνθρωπε; εις τον ουρανόν ανελθείν εθέλεις και την εκείσε βασιλείαν λαβείν και την κοινωνίαν την μετά του Θεού και την ανάπαυσιν της εκείθεν μακαριότητος και την μετά των Αγγέλων κοινωνίαν και την ζωήν την αθάνατον, και έρωτας συ, εάν έχη η οδός αύτη έργον; Ω θαύμα! Οι επιθυμούντες των πραγμάτων του αιώνος τούτου του διαλυομένου, κατά των κυμάτων των φοβερών της θαλάσσης διαβαίνουσι και εν όδοίς τραχέσι πορευθήναι κατατολμώσι, και όλως ου λέγουσιν, ότι εστίν έργον εν τω πράγματι η λύπη εν ω θέλουσι ποιήσαι, και ημείς εν παντί τόπω περί αναπαύσεως εξετάζομεν; Εάν δε την οδόν της σταυρώσεως κατά νουν λάβωμεν εν παντι καιρώ, εννοήσομεν ποία λύπη ουκ εστίν ευχερεστέρα ταύτης.
Η ίσως εστί τις παντελώς ο μη ταύτα πεπεισμένος, ως ουδέποτέ τις έλαβε νίκην εν τω πολεμώ ή τον στέφανον τον αφανιζόμενον εδέξατό τις ή ήλθεν η επιθυμία του θελήματος αυτού εν τη χειρί αυτού, καν και εκ των επαινουμένων ή, η διηκόνησέ τι εν τοις πράγμασι τοις θεϊκοίς ή κατώρθωσε τίνα των επαινουμένων αρετών, ει μη πρώτον ευρεθή καταφρονήσας των έργων των θλίψεων και απεδίωξεν από της εγγύτητος αυ­τού το φρόνημα το ερεθίζον είς ανάπαυσιν, όπερ γεννά την αμέλειαν και οκνηρίαν και την πτόησιν, εξ ων χαύνωσις εν παντί; Όταν ο νους ζηλώση υπέρ αρετής και αι αισθήσεις αι φανεραί, ήτοι η όρασις, η ακοή, η όσφρησις, η γεύσις, και η αφή, εξ εναντίας των δυσχερών έργων των αλλότριων, των έξωθεν του έθους και του όρου της δυνάμεως της φυσικής, νικηθήναι ου γινώσκουσιν.
Επάν δε εν καιρώ ο θυμός ο φυσικός ενεργή την εαυτού ενέργειαν, τότε η ζωή του σώματος ευκατα­φρόνητος εστίν υπέρ τα σκύβαλα.
Ηνίκα γαρ η καρδία ζηλοτυπήσει εν πνεύματι, το σώμα ου λυπείται εν ταίς θλίψεσιν, ουδέ εκ των φόβων ποιείται και συστέλλεται, αλλά συνίσταται αυτώ ο νους προς πάντας τους πειρασμούς, ως αδάμας εν τη καρτερία αυτού.
Ζηλώσωμεν και ημείς τον ζήλον του Πνεύματος υπέρ του θελήματος του Ιησού, και αποδιωχθήσεται αφ' ημών πάσα αμέλεια, η γεννώσα εν τω φρονήματι ημών την ραθυμίαν.
Ζήλος γαρ γεννά το θάρσος και το κράτος της ψυχής και την σπουδήν του σώματος.
Ποία δύναμις γίνεται εν τοις δαίμοσιν, όταν η ψυχή κίνηση τον εαυτής ζήλον τον σφοδρόν, τον φυσικόν εξ εναντίας αυτών; Και η προθυμία πάλιν του ζήλου γέννημα λέγεται.
Και όταν εξάγη την εαυτόν δύναμιν εις πράξιν, πάσαν ισχύν απτόητον γινομένην εν τη ψυχή βεβαιοί.
Και αυτούς δε τους στεφάνους της ομολογίας, ους υποδέχονται οι αθλητάι και οι μάρτυρες εν τη καρτερία αυτών, εν ταίς δυσίν εργασίαις του ζήλου και της προθυμίας, των τικτομένων εκ της δυνάμε­ως του θυμού του φυσικού, κομίζονται.
Γίνονται απαθείς εν τη σφοδρά λύπη των βασάνων.
Ο Θεός δώη και ημίν τοιαύτην προθυμίαν εν τη αυτού ευαρεστήσει.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ Κ':

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΣΗΝ ΤΙΜΗΝ ΚΕΚΤΗΤΑΙ Η ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΝ ΑΝΩΤΕΡΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΒΑΘΜΟΣ ΑΥΤΗΣ

Θέλω ανοίξαι το στόμα μου, αδελφοί, και λαλήσαι περί της υψηλής υποθέσεως της ταπεινοφροσύνης, και πληρούμαι φόβου καθάπερ τις επισταμένος, ότι μέλλει περί Θεού διαλέγεσθαι εν τω τρόπω των εαυτού λογισμών.
Στολή γαρ θεότητας εστίν.
Ο γαρ Λόγος ο ενανθρωπήσας, αυ­τήν ενεδύσατο και ωμίλησεν ημίν δι' αυτής εν τω σώματι ημών.
Και πας αμφιεσάμενος αυτήν αληθώς αφωμοιώθη τω καταβάντι εκ του εαυτού ύψους και καλύψαντι την αρετήν της μεγαλωσύνης αυτού και σκεπάσαντι την εαυτού δόξαν εν τη ταπεινοφροσύνη, ίνα μη η κτίσις τη αυτού θεωρία καταφλεχθή.
Διότι η κτίσις ουκ ηδύνατο θεάσασθαι αυτόν, ει μη μέρος εξ αυ­τής έλαβε και ούτως ωμίλησε μετ' αυτής, ούτε δε ακούσαι των λόγων του στόματος αυτού πρόσωπον προς πρόσωπον.
Διότι ουδέ οι υιοί Ισραήλ της φωνής αυτού ακούσαι ηδυνήθησαν, ηνίκα εκ της νεφέλης ελάλησε προς αυτούς, εως αν είπον προς Μωϋσήν «λαλείτω ό Θεός μετά σου, και συ ακούτισον προς ημάς τους λόγους αυτού, και μη λαλήση ο Θεός μεθ' ημών, ίνα μη αποθάνωμεν».
Πως ούν φανερώς η κτίσις ηδύνατο δέξασθαι την θεωρίαν αυτού; Ούτω γαρ φοβερόν το δράμα του Θεού, ώστε τον μεσίτην ειπείν, «έμφοβός ειμί και έντρομος».
Εφάνη γαρ επί το όρος το Σινά αύτη η αρετή της δόξης.
Και το όρος ην καπνιζόμενον και τρέμον εν τω φόβω της αποκαλύψεως της εν αυτώ, ώστε και τα θηρία τα πλησιάζοντα τοις κατωτέροις αυτού μέρεσιν αποθνήσκειν.
Και ητοιμάσθησαν και παρεσκευάσθησαν οι υιοί Ισραήλ, αγνίσαντες εαυτούς, κατά την εντολήν του Μωϋσέως, ημέρας τρεις, ώστε γενέσθαι αυτούς αξίους του ακούσαι της φωνής του Θεού και της οράσεως της αποκαλύψε­ως αυτού.
Και ότε έφθασεν ο καιρός, ουκ ηδυνήθησαν δέξα­σθαι την όρασιν του φωτός αυτού και την σφοδρότητα της φωνής των βροντών αυτού.
Αλλά νυν, ότε την χάριν εαυτού εξέχεεν επί τον κόσμον εν τη εαυτού παρουσία, ουκ εν σεισμώ, ουκ εν πυρί, ουκ εν φωνή φοβερά και σφοδρά κατήλθεν, άλλ' ως υετός επί πόκον και η σταγών η στάζουσα επί την γήν εν απαλότητι, και εν άλλω τρόπω ωράθη ομιλών ημίν.
Τούτο δε εστίν, ηνίκα ως εν θησαυρώ εσκέπασε την μεγαλωσύνην εαυτού εν τω σκεπάσματι της σαρκός, και εν ημίν ωμίλει μεθ' ημών εν εκείνω, όπερ ετεκτήνατο αυτώ το εαυτού νεύμα εκ του κόλπου της Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, όπως, ιδόντες αυτόν τον όντα εκ του γένους ημών ομιλούντα μεθ' ημών, μη θροηθώμεν εκ της θεω­ρίας αυτού.
Δια τούτο πας, ος την στολήν, εν η ωράθη εν τω σώματι εκείνω, ο ενεδύσατο ο κτίστης, αμφιεσθείη, αυτόν τον Χριστόν ενεδύσατο.
Ότι την αφομοίωσιν, εν η ωράθη τη κτί­σει εαυτού και συνανεστράφη, επεθύμησεν ενδύσασθαι είς τον έσω αυτού άνθρωπον και εν αυτή οράται τοις συνδούλοις αυτώ.
Και αντί του ενδύματος της τιμής και της δόξης της εξωτέρας, εν αυτή εκοσμήθη.
Δία τούτο πάντα άνθρωπον, τον τούτο το ομοίωμα ενδεδυμένον, θεωρούσα η κτίσις η λογική και σιωπητική κατά τον Δεσπότην προσκυνεί αυτώ, δια την τιμήν του εαυτής Δεσπότου, ον εθεάσατο ενδεδυμένον αυτήν, και συναναστρεφόμενον εν αυτή.
Ποία γαρ κτίσις ουκ αιδείται την θεωρίαν του ταπεινόφρονος; Όμως δε έως αν απεκαλύφθη η δόξα της ταπει­νοφροσύνης τοις πάσιν, ευκαταφρόνητος ην η θεωρία εκείνη, η πλήρης αγιότητος.
Νυν δε ανέτειλεν η μεγαλωσύνη αυτής τοις οφθαλμοίς του κόσμου, και πάς άνθρωπος τιμά την ομοιότητα ταύτην εν παντί τόπω ορωμένην, και εν τούτω τω μεσίτη ηξιώθη η κτίσις δέξασθαι την όρασιν του κτίστου εαυτής και δημιουργού.
Διά τούτο ουδέ παρά τοις εχθροίς της αληθείας εστίν ευκαταφρόνητος, ει και ενδεής εστί πάσης της κτίσεως, ο ταύτην κτησάμενος, άλλ' ως εν στεφάνω και πορφύρα τιμάται εν αυτή ο μαθών αυτήν.
Τόν ταπεινόφρονα άνθρωπος ποτέ ου μισεί, ου πλήττει εν λόγω, ου καταφρονεί.
Διότι γαρ αγαπά αυτόν ο εαυτού Δεσπότης, υπό πάντων αγαπάται.
Αγαπά τους πάντες, και οι πάντες αγαπώσιν αυτόν.
Πάντες επιθυμούσιν αυτόν, και είς πάντα τόπον, όπου πλησιάζει, ως Άγγελον φωτός ορώσιν αυ­τόν και την τιμήν αυτώ αφορίζουσι.
Καν λαλήση ο σοφός και ο διδάσκαλος, κατασιγασθήσονται.
Διότι τω ταπεινόφρονι διδούσι τόπον του λαλείν.
Οι οφθαλμοί πάντων τω στόματι αυτού προσέχουσιν, οποίος λόγος εξέρχεται εξ αυτού, και πάς άνθρωπος τους λόγους αυτού προσδοκά, ώσπερ λόγους του Θεού.
Η βραχυλογία αυτού, ως οι λόγοι των σοφιστών, οι εξετάζον­τες τα νοήματα αυτών.
Οι λόγοι αυτού ηδείς τη ακοή των σο­φών πλέον κηρίου και μέλιτος τω φάρυγγι.
Και πάσιν ως Θεός ψηφίζεται, καν και ιδιώτης τω εαυτού λόγω η, εξουδενωμένος τε και ευτελής τη εαυτού θεωρία.
Ο καταφρονητικώς λάλων κατά του ταπεινόφρονος, και ου ψηφίζων αυτόν ως ζώντα, ως ανοίξας εστί το στόμα ε­αυτού κατά του Θεού.
Και όσον καταφρονείται εν οφθαλμοίς αυτού υπό πάσης της κτίσεως, η τιμή αυτού διαμένει.
Προσεγγίζει ο ταπεινόφρων τοις φθορεύσι θηρίοις και όταν επιβλέ­ψη η όρασις αυτών επ' αυτώ, ημερούται η αγριότης αυτών και προσπελάζουσιν αύτώ ως δεσπότη εαυτών και σαίνουσι τάς κε­φάλας εαυτών και λείχουσι τάς χείρας αυτού και τους πόδας.
Διότι εκείνην την οσμήν την εκπνεύσασαν εκ του Αδάμ προ της παραβάσεως, ότε συνήχθησαν προς αυτόν και επέθηκεν αυτοίς ονόματα εν τω παραδείσω, ωσφράνθησαν εξ αυτού, όπερ ελή­φθη εξ ημών, και πάλιν ανεκαίνισεν αυτό και έδωκεν ημίν αυτό εν τη εαυτού παρουσία ο Ιησούς.
Αυτός εστί το μύρισαν την ευωδίαν του γένους των ανθρώπων.
Πάλιν προσεγγίζει τοις ερπετοίς τοις θανατηφόροις, και ευθύς ηνίκα πλησιάσει η αίσθησις της χειρός εαυτού και άψεται του σώματος αυτών, η οξύτης και η σκληρότης της πικρότητος αυτών της θανατηφόρου παύεται, και εν εαυτού χερσίν ως την ακρίδα ψώχει αυτά.
Προσεγγίζει τοις ανθρώποις, και ως τον Κύριον προσέχουσιν εις αυτόν.
Και τι λέγω ανθρώπους; Αλλά και οι δαί­μονες μετά της σφοδρότητος αυτών και της πικρίας και πάσης μεγαλαυχίας του φρονήματος εαυτών, ηνίκα φθάσωσι προς αυτόν, γίνονται ως χους.
Και μωραίνεται πάσα η κακία αυτών και καταλύονται αι μηχαναί αυτών και αργούσι τα πανουργεύματα αυτών.
Νύν ούν, επειδή εδείξαμεν το μέγεθος της τιμής αυτής της εκ του Θεού και την δύναμιν την κεκρυμμένην εν αυτή, λοιπόν δείξωμεν τί εστίν αύτη η ταπείνωσις και πότε αξιούται δέξασθαι ταύτην ο άνθρωπος τελείως καθώς εστί.
Ποιήσωμεν δε διαφοράν μεταξύ του ταπεινόφρονος εν προσώπω του αξιωθέντος της αληθινής ταπεινοφροσύνης.
Ταπείνωσις εστί δύναμις τις μυστική, ην μετά την τελείωσιν της πολιτείας απάσης υποδέχονται οι τέλειοι άγιοι.
Και ου δίδοται αύτη η δύναμις, ει μη τοις τελείοις μόνοις εν αρετή, δια της δυνάμεως της χάριτος, καθ' όσον ικανοί τη φύσει εν όρω.
Διότι η αρετή συγκλείει εν εαυτή πάντα.
Δια τούτο ου δύναται τις έκαστον άνθρωπον, ως έτυχε, λογίσασθαι ταπεινόφρονα, αλλά μόνους τους αξιωθέντας ταύτης της τάξεως, ης είπομεν.
Ουχί πάς ο κατά φύσιν επιεικής και ησύχιος ή συνετός ή πράος, ούτος έφθασε τον βαθμόν της ταπεινοφροσύνης, αλλά ταπεινόφρων εστί κατά αλήθειαν, όστις έχει εν τω κρύπτω τι άξιον υπερηφανίας, και ούχ υπερηφανεύεται, αλλ' ως χουν έχει αυτό εν τω εαυτού λογισμώ.
Αλλ' ουδέ τον εν τη μνήμη των παραπτωμάτων και πλημμελημάτων ταπεινοφρονούντα και μνημονεύοντα αυτών, έως αν συντριβή η καρδία αυτού και συγκαταβή η διανοία αύτοο εκ των εννοιών της υπερη­φανίας εν τη μνήμη αυτών, καλούμεν ταπεινόφρονα, καν και η τούτο επαινετόν.
Διότι ακμήν έχει τον λογισμόν της υπερηφανίας και την ταπείνωσιν ουκ εκτήσατο, αλλά ταίς μηχαναίς εγ­γίζει αυτήν προς εαυτόν.
Και εί τούτο επαινετόν, καθώς είπον, αλλ' ιδού άκμήν ουκ εστίν αυτού, αλλά θέλει αυτήν, και αύτη ουκ εστίν αυτού.
Ταπεινόφρων δε τέλειος εστίν ό μη χρήζων μηχανάσθαι αιτίας τω εαυτού φρονήματι του ταπεινοφρονείν, αλλ' ο εν πάσι τούτοις τελείως και φυσικώς αυτήν κτησάμενος άνευ έργου.
Ώσπερ ο χάρισμα τι μέγα και υπερέχον πάσαν κτίσιν και φύσιν δεξάμενος εν εαυτώ, αυτός δε ορά εαυτόν ως αμαρτωλόν και ευτελή και ευκαταφρόνητον τοις ιδίοις οφθαλμοίς, και ως ο εισελθών εις τα μυστήρια πασών των φύσεων των πνευματικών και τέλειος ων εν τη σοφία απάσης της κτίσεως εν πάση ακριβεία, αυτός δε εαυτόν λογίζεται γινώσκοντα μηδέ εν, και ούτος ουκ εν μηχαναίς, αλλά χωρίς βίας ούτως εστίν εν τη καρδία εαυτού.
Άρα δυνατόν γενέσθαι άνθρωπον ούτω και εν τη φύσει ούτως αλλάσσειν εαυτόν, ή ου; Λοιπόν μη δίσταζε, ότι η δύναμις, ην εδέξατο, των μυστηρίων τελειοί ταύτα εν αυτώ, εν πάση αρετή έργων χωρούσα.
Αύτη εστίν η δύναμις, ην εδέξαντο οί μακάριοι Απόστολοι εν τη ιδέα του πυρός.
Δι' αυτήν παρήγγειλεν αυτοίς ο Σωτήρ, μη χωρίζεσθαι από Ιερουσαλήμ, έως αν την εξ ύψους δέξωνται δύναμιν.
Ιερουσαλήμ αύτη εστίν η αρετή, δύναμις δε η ταπείνωσις η εξ ύψους δε δύναμις ο Παράκλητός εστίν, ο ερμηνευόμενος Πνεύμα παρακλήσεως.
Και τούτο εστί το ρηθέν εν τη θεία Γραφή περί αυτού, ότι «τα μυστήρια τοις ταπεινόφροσιν αποκαλύπτονται».
Τούτου δε του Πνεύματος των αποκαλύψεων και δεικνύοντος τα μυστήρια αξιούνται οι ταπεινόφρονες δέξασθαι ένδον εαυτών.
Και δια τούτο ερρέθη υπό τίνων αγίων, ότι η ταπείνωσις εν ταίς θείαις θεωρίαις τελειοί την ψυχήν.
Λοιπόν μη τολμήση άνθρωπος εννοήσαι κατά την ψυχήν εαυτού, ότι έφθα­σε το μέτρον της ταπεινοφροσύνης εν εαυτώ, και δι' ένα λογισμόν κατανύξεως, τον αναβάντα εν αυτώ εν καιρώ τινι, ή εν ολίγοις δάκρυσι τοις εξελθούσιν εξ εαυτού, η δι' εν αγαθόν, όπερ έχει φυσικώς, η εκράτησεν εν βίω προς εαυτόν ότι εκείνο όπερ εστί πλήρωμα πάντων των μυστηρίων και φρούριον πα­σών των αρετών εστίν ότι εν έργοις μικροίς εκτήσατο ταύτα πάντα εν τόποις τούτου του χαρίσματος.
Αλλ' εάν νικήση πάντα τα πνεύματα τα εναντία, και ουκ εξείλησεν αυτώ εν των έργων εκ πάσης αρετής, όπερ κατά πρόσωπον ουκ ειργάσατο κσι ουκ εκτήσατο, και ενίκησε και υπέταξε τα οχυρώματα πάντα των υπεναντίων, και μετά ταύτα εν πνεύματι αισθηθή εν αυτώ, ότι εδέξατο αυτό το χάρι­σμα, ηνίκα το Πνεύμα μαρτυρεί τω πνεύματι αυτού κατά τον λόγον του Αποστόλου, τούτο η τελειότης της ταπεινοφροσύνης.
Μακάριος ο κτησάμενος αυτήν, ότι εν πάση ώρα τον κόλπον ασπάζεται του Ιησού και περιλαμβάνει.
Εάν δε ερώτηση άνθρωπος, Τι ποιήσω; πώς κτήσομαι; ποιώ τρόπω άξιος γένωμαι δέξασθαι αυτήν; ιδού εγώ βιάζω εμαυτόν, και ηνίκα νομίσω, ότι εκτησάμην αυτήν, Θεωρώ, ότι ιδού έννοιαι εναντίαι αυτής περιστρέφονται εν τω μέσω της διανοίας μου.
Και άρτι πίπτω εις απόγνωσιν ένθεν.
Τούτω τω ερωτώντι τούτο αποκριθήσεται αυτώ Αρκετόν τω μαθητή γενέσθαι κατά τον διδάσκαλον, και τω δούλω κατά τον εαυτού κύριον».
Βλέπετε τον εντειλάμενον ταύτην και τον δωρούμενον το χάρισμα, εν ποίω τρόπω ταύτην εκτήσατο, και ομοιώθητι και ευρήσεις αυτήν.
Αυτός γαρ είπεν, «έρχεται ο άρχων του κόσμου τούτου, και εν εμοί ευρήσει ουδέν».
Βλέπεις πώς εν τελειότητι πασών των αρετών, κτήσασθαι δυνατόν την ταπείνωσιν; Τούτον τον εντειλάμενον ζηλώσωμεν.
«Αι αλώπε­κες» φησί, «φωλεούς έχουσι, και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του ανθρώπου ουκ έχει που την κεφαλήν κλίνη», ο έχων δόξαν εκ πάντων των τελειωθέντων και αγιασθέντων και πληρωθέντων εν πάσαις γενεαίς, μετά του Πα­τρός του αποστείλαντος αυτόν και του αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και είς τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΚΑ':

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΥΠΟ ΤΙΝΟΣ ΩΦΕΛΕΙΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΕΝ ΤΗ ΚΑΡΔΙΑ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΤΙΣ Η ΑΛΗΘΗΣ ΑΙΤΙΑ Η ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΥΣΑ ΑΥΤΩ ΚΡΥΠΤΩΣ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΑΛΙΝ Η ΑΙΤΙΑ Η ΑΓΟΥΣΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΕΙΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΝ

Μακάριος άνθρωπος ο γινώσκων την εαυτού ασθένειαν.
Διότι αύτη η γνώσις γίνεται αυτώ θεμέλιος και ρίζα καϊ αρχή πάσης αγαθωσύνης.
Όταν γαρ μάθη τις και εν αληθεία αισθηθή της εαυτού ασθενείας, τηνικαύτα περισφίγγει την εαυτού ψυχήν από της χαυνότητος της αμαυρούσης την γνώσιν και θησαυρίζει εαυτώ παραφυλακήν.
Ουδείς δε δύναται αισθηθήναι της εαυτού ασθενείας, εάν μη παραχωρηθή μικρόν του πειρασθήναι, ή εν τοις καταπονούσι το σώμα ή την ψυχήν.
Τότε γαρ, συγκρίνας την εαυτού ασθένειαν τη βοηθεία του Θεού, τηνικαύτα γνώσεται ταύτης την μεγαλωσύνην, και πάλιν όταν κατίδη το πλήθος των μηχανημάτων αυτού και την παρα­φυλακήν και εγκράτειαν και σκέπην και περίφραξιν της ψυχής αυτού, δι' ων ελπίζει ευρείν αύτη πεποίθησιν, και ου κέκτηται, η και εάν η καρδία γαλήνην μη έχη από του φόβου και τρόμου, τηνικαύτα νοείτω και γινωσκέτω, ότι ούτος ο φόβος της καρδίας αυτού δηλοί και εμφαίνει, ότι ενδεής εστί πάντως ετέρου τινός βοηθούντος.
Η γαρ καρδία μαρτυρεί έσωθεν τω φόβω τω βάλλοντι και παλαίοντι ένδοθεν αυτής, και εμφαίνει λείψιν τινός.
Και δια τούτο ελέγχεται μη δυναμένη κατασκηνώσαι μετά πεποιθήσεως.
Η γαρ του Θεού βοήθεια, φησίν, εστίν η σώζουσα.
Όταν δε τις γνω, ότι ενδεής εστί της θείας βοηθείας, πολλάς ποιείται τάς ευχάς καί, όσον ταύτας πληθύνει, ταπεινούται η καρδία.
Ουδείς γαρ δεόμενος και αιτών δύναται μη ταπεινωθήναι.
«Καρδίαν γαρ συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει».
Έως αν ούν μη ταπεινωθή η καρδία, ου δύναται παύσασθαι του μετεωρισμού.
Η γαρ ταπείνωσις συνάγει την καρδίαν.
Όταν δε ταπεινωθή ο άνθρωπος, παραυτίκα κυκλοί αυτόν το έλεος, και τότε αισθάνεται η καρδία της θείας βοηθείας, Διότι ευρίσκει δύναμιν τινά πεποιθήσεως κινουμένην εν αυτή.
Όταν δε αίσθηται ο άνθρωπος της θείας βοηθείας, ότι πάρεστι βοηθούσα αυτώ, τότε η καρδία παραυτί­κα εμπιπλάται πίστεως και συνίησιν εντεύθεν, ότι η προσευχή καταφύγιον πέφυκε βοηθείας και πηγή σωτηρίας και θησαυρός πεποιθήσεως και λιμήν ρυόμενος από τρικυμίας και φως τοις εν σκότει και στήριγμα των ασθενών και σκέπη εν τω καιρώ των πειρασμών και βοήθεια εν τη ακμή της νόσου και ασπίς λυτρώσεως εν πολεμώ και βέλος ηκονημένον εξ εναντίας των εχθρών και απλώς ειπείν πάν το πλήθος των αγαθών τούτων δια της προσευχής ευρίσκεται έχον την είσοδον.
Και λοιπόν από του νυν εντρυφά εν τη της πίστεως προσευχή, η δε καρδία αυτού φαιδρύνεται τη πεποιθήσει, και ουδαμώς τη προτέρα πυρώσει και τη ψιλή λαλιά του στόματος εναπομένει, αλλ' όταν νόηση ταύτα, ούτω τότε κτήσεται την προσευχήν εν τη ψυχή, καθάπερ θησαυρόν.
Και από της πολλής ευφροσύνης το σχήμα της προσευχής αυτού είς ευχαρι­στήριους φωνάς αμείβει.
Και ούτος εστίν ο λόγος ο ρηθείς υπό του διορίσαντος εκάστω των πραγμάτων το ίδιον σχήμα ότι η προσευχή χαρά εστίν, ευχαριστίαν αναπέμπουσα.
Ευχήν δε ταύτην ηνίξατο, την εν γνώσει του Θεού ανυομένην, τουτέστι την παρά του Θεού πεμπομένην.
Διότι ουκ εν κόπω και μοχθώ τηνικαυτα προσεύχεται ο άνθρωπος, ως η λοιπή προσευχή η προσευχομένη προ του αισθάνεσθαι ταύτης της χάριτος, αλλά μετά χαράς της καρδίας και θαύματος βρύει τάς ευχαριστήριους κινήσεις διηνεκώς αλαλήτοις γονυκλισίαις, και από του πλή­θους της κινήσεως αυτού είς την γνώσιν και του θαυμάζειν και εκπλήττεσθαι την χάριν του Θεού, εξαίφνης υψοί την φωνήν αυτού, υμνολογών και δοξάζων αυτόν, και την ευχαριστίαν αναπέμπει και εκπληττόμενος λίαν την γλώσσαν κινεί.
Ει τις ενταύθα έφθασεν εν αληθεία και ου φαντασία και σημειώσεις πολλάς τέθεικε τω πράγματι εν εαυτώ και πολλάς έγνω διαφοράς δια την πολλήν δοκιμήν αυτού, ούτος οίδε τί λέγω, ότι ουκ εστίν εναντίον.
Και από του νυν παυέσθω του ενθυμείσθαι τα μάταια και προσμενέτω τω Θεώ δια της δι­ηνεκούς προσευχής, δειλιών και φοβούμενος, μήποτε στερηθή του πλήθους της αρρωγής του Θεού.
Ταύτα πάντα τα αγαθά τίκτονται τω ανθρώπω από του επιγνώναι την οικείαν ασθένειαν.
Εκ γαρ της πολλής εφέσεως αυτού προς την βοήθειαν τον Θεού προσεγγίζει τω Θεώ, διαμένων εν τη προσευχή.
Και όσον προσεγγίζει τω Θεώ τη προθέσει αυτού, και ο Θεός προσεγγίζει αυτώ δια των χαρισμάτων αυτού, και ου μη άρη απ' αυτού την χάριν δια την πολλήν αυτού ταπείνωσιν διότι, ώσπερ η χήρα, προς τον κριτήν αδιαλείπτως κράζει εκδικηθήναι από του αντιδίκου.
Διά τούτο δε ο οικτίρμων Θεός παρακατέχει απ' αυτού τάς χάριτας, ίνα γένηται αυτώ τούτο αιτία του προσεγγίζειν αυτώ καί ένεκεν της χρείας αυτού παραμένη τω βρύοντι τάς ωφελείας.
Και τινας μεν των αιτήσεων δίδωσιν αυτώ τάχιστα, εκείνας λέγω ων εκτός ου δύναται τις σωθήναι, τινας δε παρα­κατέχει απ’ αυτού.
Και εν τισί μεν των πραγμάτων αποσοβεί και αποδιώκει το καυσώδες του εχθρού απ' αυτού, εν τισι δε παραχωρεί πειράζεσθαι, ίνα γένηται αυτώ εκείνο το πειρατήριον αίτια του προσεγγίσαι τω Θεώ, ως προείπον, και ίνα παιδευθή και πείραν σχή των πειρασμών.
Και ούτος εστίν ο λόγος της Γραφής, ότι «Κύριος εγκατέλιπεν έθνη πολλά, του μη εξολοθρεύσαι αυτά, και ου παρέδωκεν αυτά εις τάς χείρας Ιησού του υιού Ναυή, ίνα παιδεύση εν αυτοίς τους υιούς Ισραήλ και ίνα διδαχθώσιν αι φυλαί των υιών Ισραήλ και μάθωσι τον πόλεμον».
Δίκαιος γαρ μη συνειδώς την εαυτού ασθένειαν επί ακμής ξυρού έχει τα πράγματα και ουδαμώς απέστη από πτώσεως ούτε από του φθοροποιού λέοντος, λέγω δη του δαί­μονος της υπερηφανίας.
Και πάλιν ο μη γινώσκων την εαυτού ασθένειαν ελλείπει εκ της ταπεινώσεως, ο δε ταύτης ελλείπων ελλιπής εστί και από της τελειώσεως, και ο από ταύτης ελλι­πής, αεί περίφοβός εστί διότι η πόλις αυτού ου τεθεμελίωται επί στύλους σιδηρούς ούτε επί φλοιάς χαλκάς, λέγω δη της τα­πεινώσεως.
Ταπείνωσιν δε ου δύναται τις κτήσασθαι, αλλ' η δια των τρόπων αυτής, δι' ων πέφυκε γίνεσθαι η καρδία συντε­τριμμένη και οι διαλογισμοί της οιήσεως εξουδενωμένοι.
Διά τούτο ούν πολλάκις ευρίσκει εν αυτώ ο εχθρός ίχνος αιτίας του εκκλίναι τον άνθρωπον άνευ γαρ ταπεινώσεως ου δύναται τελειωθήναι το έργον του ανθρώπου και ουδα­μώς επετέθη τω γραμματείω της ελευθερίας αυτού η σφραγίς του Πνεύματος, μάλλον δε έως του νυν δούλος υπάρχει και το έργον αυτού ουχ υπερήρθη του φόβου.
Καθότι ου διορθουταί τις το έργον αυτού άνευ ταπεινώσεως, και ου παιδεύεται, ει μη δια πειρασμών, και άνευ παιδείας την ταπείνωσιν ου καταλαμβά­νει.
Διά τούτο αφίησιν ο Κύριος αιτίας ταπεινώσεως και συντριμμού καρδίας δι' εμπόνου προσευχής επί τους αγίους, ίνα προς αυτόν εγγίζωσι δια ταπεινώσεως οι αυτόν αγαπώντες.
Και πολλάκις εκφοβεί αυτούς τοις πάθεσι της φύσεως και διολισθήμασιν αισχρών και μιαρών ενθυμήσεων πολλάκις δε και δι' ονειδισμών και δι' ύβρεων και ανθρωπίνων κολαφισμών ενίοτε δε νόσοις και αρρωστήμασι σωματικοίς και άλλοτε πτωχεία και ενδεία της αναγκαίας χρείας και ποτέ μεν πόνοις φόβου δεινού και εγκαταλείψει και πολεμώ φανερω του διαβόλου, δι' ων αυτούς εκφοβείν είωθε, ποτέ δε διαφόροις φοβεροίς πράγμασι.
Και ταύτα πάντα γίνεται, ίνα σχώσιν αιτίας τον ταπεινωθήναι και ίνα μη συμβή αυτοίς ο της αμελείας νυσταγμός, ή χάριν των πραγμάτων, εν οίς ευρίσκεται αρρωστήσας ο αγω­νιστής, ή δια τον φόβον τον μέλλοντα.
Ώστε εξ ανάγκης επωφελείς είσι τοις ανθρώποις οι πειρασμοί.
Σύ λέγω δε τούτο, ότι πρέπει τω ανθρώπω χαυνωθήναι εκουσίως υπό των αισχρών λογισμών, ίνα γένηται αυτώ πρόφασις ταπεινώσεως εν τη μνήμη αυτών, ούτε ίνα σπουδάση εισελθείν εις τους άλλους πειρασμούς, αλλ' ότι πρέπει αυτώ εν τω εργάζεσθαι το αγαθόν νήφειν εν παντί καιρώ και τηρείν την ψυχήν αυτού και διαλογίζεσθαι, ότι κτιστός εστί και δια τούτο ευμετάπτωτος.
Έκαστος γαρ κτιστός ενδεής εστί της δυνάμε­ως του Θεού προς αντίληψιν, και πάς τις ενδεής της ετέρου αν­τιλήψεως, εκφαίνει φυσικήν ασθένειαν πάς δε τις, ειδώς το εαυτού ασθενές, εξ ανάγκης δέεται του ταπεινωθήναι, ίνα ανύση την χρείαν αυτού παρά του δυναμένου διδόναι.
Και ει ην εξ αρχής ειδώς και θεασάμενος την εαυτού ασθένειαν, ουκ αν ημέλησε, και ει μη ότι ημέλησεν, ουκ αν ύπνωσε και παρεδόθη είς χείρας των θλιβόντων αυτόν του εξυπνίσαι αυτόν.
Λοιπόν πρέπει τω πορευομένω εν τη οδώ του Θεού ευχαριστήσαι αυτώ εν πάσι τοις επερχομένοις αυτώ και μέμψασθαι και καθυβρίσαι την εαυτού ψυχήν, και γνώναι, ότι ουκ αν παρεχωρήθη υπό του προνοητού, εί μη δια τίνα αμέλειαν, ίνα εξυπνισθή η διανοία αυτού, ή διότι τετύφωται, και μη θορυβηθή δια τούτο, μήτε επηδήση του σταδίου και του αγώνος μήτε άνευ μέμψεως εαυτόν ποίηση, ίνα μη διπλούν γένηται αυ­τού το κακόν.
Διότι ουκ εστί παρά τω βρύοντι Θεώ την δικαιοσύνην αδικία.
Μη γένοιτο.
Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΚΒ':

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΤΗΣ ΕΙΣ ΘΕΟΝ ΕΛΠΙΔΟΣ ΚΑΙ ΤΙΝΑ ΔΕΙ ΕΛΠΙΖΕΙΝ ΕΠΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΑΦΡΟΝΩΣ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΤΩΣ ΕΧΩΝ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ

Γίνεται ελπίς επί τω Θεώ δια της καρδιακής πίστεως, ήτις εστί καλή και μετά διακρίσεως και γνώσεως πέφυκε.
Και γίνεται άλλη παρηλλαγμένη και εξ ανομίας υπάρχουσα, ήτις εστί ψευδής.
Άνθρωπος ο μη παντελώς φροντίδα ποιούμενος των επικήρων πραγμάτων, αλλ' εαυτόν ολοτελώς αναθέμενος τω Κυρίω νυκτός και ημέρας, μηδενός φροντίζων κοσμικού δια την πολλήν εαυτού επιμέλειαν την εις τάς αρετάς και πάσαν την σχολήν αυτού εις τα θεία κεκτημένος και δια τούτο αμελών ευτρεπίσαι εαυτώ τροφάς τε και ενδύματα και ετοιμασίαν τόπου κατασκηνώσεως του σώματος και τα λοιπά πάντα, ούτος καλώς και επιστημόνως ελπίζει επί Κύριον.
Ότι αυτός ετοιμάσει αυτώ τα προς την χρείαν, και αύτη εστίν αληθώς η αληθής και σοφωτάτη ελπίς.
Δίκαιον ούν εστί τον τοιούτον έλπίζειν έπι τον Θεόν, καθότι δούλος αυτού κεχρημάτικε και επιμελώς διάκειται εν τω έργω αυτού, χωρίς πάσης αμελείας της εκ τινός αιτίας συμβαινούσης.
Επί τω τοιούτω άξιον εστίν ενδείκνυσθαι παρά του Θεού ειδικώς την επιμέλειαν, διότι εφύλαξε την εντολήν αυτού την λέγουσαν, «ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν», «και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε».
Όταν γαρ ούτω διατιθέμεθα, ο κόσμος ώσπερ τις δούλος ετοιμάσει ημίν πάντα και ως δεσπόταις υποταγήσεται αδιστάκτως τοις λόγοις ημών, και τω θελήματι ημών ου μη εναντιωθή.
Ίνα γαρ μη αργήση ο τοιού­τος εκ της διηνεκούς στάσεως αυτού έμπροσθεν του Θεού, ου παραδίδωσιν εαυτόν φροντίζειν της αναγκαίας χρείας του σώματος.
Και ουδενός ετέρου επιμελείται, αλλ' η μόνον αργός γενέσθαι από πάσης τοιαύτης φροντιδος μικράς και μεγάλης, της προς ηδονήν συντεινούσης και μετεωρισμόν, δια τον φόβον του Θεού.
Τεύξεται δε όμως τούτων θαυμασίως, μήτε φροντίσας αυτών μήτε κοπιάσας είς αυτά.
Ο μέντοι άνθρωπος ο παντελώς έχων την καρδίαν συγκεχωρισμένην εν τοις γηίνοις και αεί μετά του όφεως εσθίων χουν και μηδαμώς επιμελούμενος των ευαρεστούντων τω Θεώ, αλλ' εν πάσι τοις σωματικοίς καταπεπονημένος και λελυμένος και αργός από πάσης αρετής, δια την διηνεκή συντυχίαν και τον μετεωρισμόν της στρηνιάσεως και προφάσεις τινάς προφασιζόμενος, ο τοιούτος όντως δια ταύτην την ραθυμίαν και αργίαν έκπτωτος εστί του αγαθού.
Και ενίοτε, ότε στενωθή υπό τίνος ενδείας ή θλιβή υπό της επικαρπίας των ανομημάτων αυτού, ερεί δε πώς ούτος, ότι ελπιώ επί τον Θεόν και αμέριμνον με ποιήσει και άνεσιν μοι παρέξει; Άφρων, μέχρι της άρτι ώρας ουκ εμνήσθης του Θεού, αλλά καθύβριζες αυτόν τη καταλύσει των σων πράξεων και το όνομα αυτού δια σε εν τοις έθνεσιν εβλασφημείτο, καθώς γέγραπται, και νυν τολμάς λέγειν δι' όλου του στόματος, επ' αυτώ ελπιώ, και αυτός βοηθήσει μοι και μέριμναν μου ποιήσεται; Καθώς είρηκεν ο Θεός δια του Προφήτου, τους τοιούτους εντρέπων, ότι «καθ' ημέραν εκζητούσι με και βούλονται μαθείν τάς οδούς μου ως τινές πιούντες την δικαιοσύνην και τα δικαιώματα του Θεού αυτών μη καταλιπόντες, αιτουσί με κρίσιν και δικαιοσύνην».
Εκ των τοιού­των εστίν ο άφρων, ο μηδέ τη διανοία αυτού προσεγγίζων τω Θεώ, όταν δε κυκλωθή υπό των θλίψεων αίρων τάς χείρας αυ­τού προς αυτόν μετά πεποιθήσεως.
Ο τοιούτος δέεται καυστηριασθήναι πολλάκις, ίνα ένθεν κακείθεν παιδευθή.
Ου γαρ κέκτηται έργον άξιον της είς Θεόν πεποιθήσεως, αλλά δια μεν τάς χαλεπας αυτού πράξεις και την αμέλειαν αυτού από των καθηκόντων άξιος γίνεται παιδείας, δια δε το έλεος αυτού ο Θεός μακροθυμών ανέχεται αυτού.
Μη ούν εξαπατάτω εαυτόν ο τοιούτος και επιλανθανέσθω της τάξεως της διαγωγής αυτού και λεγέτω ελπίζειν επί τον Θεόν, παιδευθήσεται γαρ, διότι ουδαμού το της πίστεως έρ­γον κέκτηται, μηδέ τανυέτω τους πόδας αυτού εν τη αργία και λεγέτω, ότι πιστεύω τω Θεώ επιχορηγήσαι μοι τα προς την χρείαν, ως εν τοις έργοις του Θεού πολιτευόμενος ή αφρόνως ριπτέτω εαυτόν εν φρέατι, μηδαμού σχών τον Θεόν κατ' ενθύμησιν, τα νυν δε μετά την έκπτωσιν ερεί, ελπιώ επί τον Θεόν, και αυτός με ρύσεται.
Μη πλανώ, ώ άφρων.
Προηγούμενος εστίν ο δια τον Θεόν κόπος και ο ιδρώς ο εν τη γεωργία αυτού της είς αυτόν ελπίδος.
Ει πιστεύεις τω Θεώ, καλώς ποιείς, αλλ' η πίστις και έργων δέεται, και η είς Θεόν ελπίς εκ της είς τας αρετάς κακοπαθείας φαίνεται.
Πιστεύεις, ότι ο Θεός προνο­είται των κτισμάτων αυτού και δυνατός εστίν είς πάντα; Αλλά τη πίστει σου επακολουθείτω και η πρέπουσα εργασία, και τότε σου επακούσεται.
Μη θέλε κρατείν ανέμους είς την σήν δράκα, πίστιν φημί χωρίς έργων.
Πολλάκις τις αγνοών, διεισδύει οδόν έχουσαν θηρίον πονηρόν ή φονικούς τινας ή τι παραπλήσιον.
Και αύτη εστί κοινή πρόνοια του Θεού, το ρύσασθαι εκ της τοιαύτης επηρείας ή το εμποδίσαι εκ του ορμήματος δια τινάς αιτίας, έως αν παρέλθη το πονηρόν θηρίον ή υπαντήσαι τινά και υποστρέψαι αυ­τόν εκ της οδού.
Και πάλιν ενίοτε ευρίσκεται όφις πονηρός εν τη οδώ κατακείμενος και μη θεωρούμενος, και μη βουλόμενος ο Θεός παραδούναι τον άνθρωπον τούτω τω πειρασμώ εξαίφ­νης ποιεί τον όφιν συρήσαι και του τόπου απελθείν ή έρπειν έμπροσθεν αυτού, κακείνος ιδών παραφυλάτετται και ρύεται εξ αυτού, καίπερ μη ων άξιος δια τας αμαρτίας τας αφανείς, ας μόνος αυτός έπίσταται' εξαιρείται δε όμως αυτόν ο Θεός δια το έλεος αυτού.
Και πάλιν συμβαίνει πολλάκις οίκον ή τοίχον ή λίθον πίπτειν και εκ του ιδίου τόπου ολισθαίνειν μετά ροίζου, και τινας ευρίσκεσθαι εκεί καθημένους, και φιλανθρώπως εντέλλε­ται Αγγέλω ο Θεός κατέχειν και κρατείν άπτωτον τον τόπον, έως αν αναστώσιν εκείθεν, ή και δια τινας αιτίας εξάγει αυ­τούς, ώστε μηδένα ευρεθήναι υποκάτω.
Άμα δε το εξελθείν αυτούς, παραυτίκα εά πεσείν.
Εάν δε και συμβή τινά κατενεχθήναι, ποιεί μηδαμού βλαβήναί εν τούτω γαρ βούλεται δείξαι το άπειρον μέγεθος της δυνάμεως αυτού.
Ταύτα μεν ούν και τα τοιαύτα της κοινής και καθολικής προνοίας τον Θεού, ο δε δίκαιος, ταύτην έχει αχώριστον.
Τους μεν γαρ λοιπούς ανθρώπους διακριτικώς εκέλευσεν ο Θεός διοικείν τα κατ' αυτούς και συγκεράσαι τη του Θεού προνοία την γνώσιν, αλλ' ο δίκαιος δια ταύτης της γνώσεως διοικήσαι τα κατ' αυτόν ου δέεται.
Διότι εκτήσατο αντί ταύτης της γνώσεως την πίστιν, δι' ης «καθελεί παν ύψωμα επαιρόμενον κατά της γνώσεως του Θεού».
Και από τίνος των απηριθμημένων ου φοβηθήσεται, καθώς γέγραπται, άτι δίκαιος ως λέων πεποιθε, κατά παντός τολμών δια της πίστεως, ούχ ως πείραζων τον Κύριον, αλλ' ως καθορών αυτόν, ώσπερ τις καθωπλισμένος καί ενδεδυμένος την του αγίου Πνεύματος δύναμιν.
Και καθ' όσον διηνεκή έχει την φροντίδα μετά του Θεού, κατά το­σούτον και ο Θεός ερεί περί αυτού, «μετ' αυτού ειμί εν θλίψει, εξελούμαι αυτόν και δοξάζω αυτόν», «μακρότητος ημερών εμπλήσω αυτόν», και δείξω αυτώ το σωτήριον μου.
Ο μέντοι χαύνος και ράθυμος εις το έργον αυτού ταύτην την ελπίδα έχειν ου δύναται, άλλ' ο διηνεκώς εμμένων τω Θεώ εν πασι και προσεγγίζων αυτώ δια της καλλονής των έργων αυτού και εκτείνων το βλέμμα της καρδίας αυτού προς την χάριν αυτού αδιαλείπτως, ως έφησεν ο θείος Δαβίδ, «εξέλιπον οι οφθαλμοί μου από του ελπίζειν με επί τον Θεόν μου».
Ότι αυτώ πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΚΓ':

ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗΣ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΤΑΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝ Α ΥΤΩ ΑΝΑΠΑΥΣΕΩΣ

Ψυχή τον Θεόν αγαπώσα, εν τω Θεώ και μόνω την ανάπαυσιν κέκτηται.
Προκατάλαβε λύειν πάντα σύνδεσμον εξωτικόν από σεαυτού, και τότε δυνήση συνδεθήναι τη καρδία τω Θεώ προηγείται γαρ του συνδεθήναι τω Θεώ, το λυθήναι της όλης.
Η του άρτου βρώσις μετά το απαγαλακτισθήναι δίδοται τω βρέφει.
Και άνθρωπος ο βουλόμενος εν τοις θείοις πλατυνθήναι, πρότερον θέλει εαυτόν εκ του κόσμου αποξενώσαι, ώσπερ νήπιον από των μητρικών αγκαλών και μαστών η σωματική γαρ εργασία προηγείται της ψυχικής, ώσπερ ο χους της εμπνευσθείσης τω Αδάμ ψυχής.
Ο μη κτησάμενος την σωματικήν εργασίαν, ουδέ την ψυχικήν έχειν δύναται.
Διότι αύτη εξ εκείνης γεννάται, ώσπερ ο στάχυς εκ του γυμνού κόκκου του σίτου, και ο μη έχων την ψυχικήν εργασίαν, εστέρηται των πνευματικών χαρισμάτων.
Ου συγκρίνονται οι πόνοι, οι υπέρ της αληθείας του παρόντος αιώνος, τη ητοιμασμένη τρυφή τοις κακοπαθούσιν εν τοις αγαθοίς.
Ώσπερ έπεται τοις εν δάκρυσι σπείρουσι τα δράγματα της αγαλλιάσεως, ούτως ακολουθεί χαρά τη δια Θεόν κακοπαθεία, Ο άρτος ο εξ ιδρώτων ανυσθείς ηδύς φαίνε­ται τω γεωργώ, και αι δια δικαιοσύνην εργασίαι τη δεξαμένη καρδία την γνώσιν του Χριστού.
Υπόμεινον την εξουδένωσιν και την ταπείνωσιν χρηστώ θελήματι, ίνα σχης παρρησίαν προς τον Θεόν.
Πάντα λόγον σκληρόν υπομένων άνθρωπος εν γνώσει, άνευ προηγησαμένης ανομίας υπ' αυτού είς τον λαλήσαντα, στέφανον μεν ακάνθινον επιτίθησι τότε τη εαυτού κε­φαλή, μακάριος δε εστίν, ότι εν καιρώ, ω ουκ οίδεν, αφθάρτως στεφανούται.
Ο φεύγων την κενήν δόξαν εν γνώσει, ούτος ήσθετο εν τη ψυχή αυτού του μέλλοντος αιώνος.
Ο λέγων ότι καταλέλοιπε τον κόσμον και μαχόμενος τοις ανθρώποις ένεκεν χρείας τινός, ίνα μη λείψη αυτώ τι της αναπαύσεως αυτόν, ούτος τυφλός τελείως εστί.
Διότι το μεν σώμα εκουσίως ολόκληρον κατέλιπε, περί ενός δε μέλους αυτού πολεμεί και μάχεται.
Ο φεύγων του παρόντος βίου την ανάπαυσιν, τούτου ο νους κατεσκόπευσε τον μέλλοντα αιώνα, ο δε συνδεδεμένος τη φιλοκτημοσύνη, δούλος των παθών πέφυκε.
Μη νομίσης, ότι του χρυσίου και του αργυρίου η κτήσις μόνη φιλοκτημοσύνη εστίν, αλλ' άπαν οτιούν, εν ω αυτό σου το θέλημα κρέμαται.
Μη επαινέσης τον σωματικώς μεν κακοπαθούντα, λελυμένον δε τάς αισθή­σεις λέγω δη την ακοήν καϊ το κεχηνός στόμα και ακρατές και τους ρεμβώδεις οφθαλμούς.
Όταν τη ψυχή σου όρους βάλλης του δι' ελέους οικονομηθήναι σαυτόν, έθιζε την ψυχήν σου μη ζητείν το δικαίωμα εν ετέροις πράγμασιν, ίνα μη ευρεθής τη μεν μιά χειρί εργαζόμενος, τη δε ετέρα σκορπίζων.
Εκεί μεν γαρ χρεία κηδεμονίας, ενταύθα δε πλατυσμού καρδίας.
Γίνωσκε δε, ότι το αφιέναι τοις οφειλέταις τα αμαρτήματα εκ των έργων της δικαιοσύνης εστί.
Τότε όψει την γαλήνην μετά λαμπρότητος πανταχόθεν εν τω νω σου.
Όταν υπεραναβής την οδόν της δικαιοσύνης, τότε προσκολληθήση τη ελευθερία εν παντί πράγματι.
Τις των αγίων ελάλησε περί τούτον, λέγων, ότι Ο ελεήμων, εάν μη γένηται δίκαιος, τυφλός εστί λέγω δη εξ ων αυτόν ήνυσεν ιδίοις πόνοις και μόχθοις δούναι ετέρω, και μη εκ των ανυσθέντων δια ψεύδους και αδικίας και μηχανημάτων.
Και πάλιν ο αυτός εν ετέρω τόπω έφη Ει βούλει σπείραι εν τοις πτωχοίς, εκ των οικείων σπείρον εί δε από των αλλότριων σπείραι βουληθής, γίνωσκε ότι πικρότερον εστί των ζιζανίων.
Εγώ δε λέγω, ότι, εάν μη γένηται ο ελεήμων υπεράνωθεν της δικαιοσύνης αυτού, ουκ εστίν ελεήμων, τουτέστιν ου μόνον ο εκ των οικείων ελεών τους ανθρώπους, αλλά και μετά χαράς υπο­μένων την αδικίαν υπό των ετέρων και ελεών αυτούς.
Όταν δε νικήση την δικαιοσύνην τη ελεημοσύνη, τότε στεφανούται, ου τοις στεφάνοις των δικαίων τοις εν τω νόμω, αλλά τοις των τελείων, τοις εν τω Ευαγγελίω.
Το γαρ διδόναι τινά τοις πτωχοίς εκ των οικείων και γυμνόν ενδύειν και αγαπάν τον πλησίον ως εαυτόν και μη αδικείν μηδέ ψεύδεσθαι, ταύτα και ο παλαιός νό­μος προηγόρευσεν, η δε τελειότης της οικονομίας του Ευαγγελίου ούτω κελεύει «τω αίροντι τα σα, μη απαιτεί, και παντί τω αιτούντι σε δίδου».
Και ου μόνον την αδικίαν των πραγμάτων και τα λοιπά τα έξωθεν δει υπομένειν μετά χαράς, αλλά και αυτήν την ψυχήν τιθέναι υπέρ του αδελφού.
Ούτος γαρ εστίν ο ελεήμων, και ούχ ο δια δόσεως μόνον ελεών τον αδελφόν αυτού, αλλ' όστις εάν ακούση ή θεάσηται τι λυπούν τον αδελφόν αυτού και εκκαή την καρδίαν, και ούτος αληθώς ελεήμων.
Ωσαυτώς και όστις εάν ραπισθή υπό του αδελφού αυτού και μη αναιδευθή αντιφθέγξασθαι και λυπήσαι αυτού την καρδίαν.
Τίμησον την εργασίαν της αγρυπνίας, ίνα εύρης παράκλησιν εγγίζουσαν τη ψυχή σου.
Επίμεινον αναγινώσκων εν ησυχία, ίνα οδηγηθή ο νους σου προς τα θαυμάσια του Θεού διαπαντός.
Αγάπησον εν υπομονή την πτωχείαν, ίνα συναχθή ο νους σου εκ του μετεωρισμού.
Μίσησον τον πλατυσμόν, ίνα διαφυλάξης τους διαλογισμούς σου αταράχους.
Σύστειλον σεαυτόν από των πολλών και φρόντισον μόνης της ψυχής σου, ίνα σώσης αυτήν εκ του διασκορπισμού της ενδοτάτης γαλήνης αγάπησον την σωφροσύνην, ίνα μη καταισχυνθής εν τω καιρώ της προσευχής σου ενώπιον του Θεού.
Κτήσαι καθαρότητα εν τοις έργοις σου, ίνα εξαστράψη σου η ψυχή εν τη προσευχή σου και εν τη μνήμη του θανάτου εξαφθή η χαρά εν τη διανοία σου.
Παραφυλάττου εκ των μικρών, ίνα μη εμπέσης εις τα μεγάλα.
Μη οκλάσης εν τη εργασία σου, ίνα μη καταισχυνθής, όταν στης εν μέσω των εταίρων σου.
Και μη ευρέθης άνευ εφοδίων, ίνα μη σε μόνον εν μέσω της οδού καταλείψωσιν.
Εν γνώσει διεξάγαγε τα έργα σου, ίνα μη καταλειφθής από όλου του δρόμου σου.
Κτήσαι ελευθερίαν εν τη αναστροφή σου, ίνα της ζά­λης ελευθερωθής.
Μη δευσμέσης την σήν ελευθερίαν εν ταίς αιτίαις της τροφής, ίνα μη δούλος των δούλων γένη.
Αγάπησον τα πενιχρά ιμάτια εν ενδύμασι σου, ίνα εξουδενώσης τάς επιφυούσας σοι ενθυμήσεις, λέγω δη την της καρδίας υψηλοφροσύνην.
Ο γαρ την στιλπνότητα αγαπών, ου δύναται κτήσασθαι ταπεινάς ενθυμήσεις.
Διότι η καρδία έσωθεν ομοίως τοις εξωτέροις σχήμασιν ενδιατυπούται.
Τις αγαπών τάς φλυαρίας δύναται κτήσασθαι καθαράν διάνοιαν; Τίς, προσποιούμενος θηρεύσαι την παρά ανθρώπων δόξαν, δύναται κτήσασθαι χθαμαλούς λογισμούς; Ή τις ακόλαστος ων και διακεχυμένος τοις μέλεσι δύναται γενέσθαι καθαρός την διανοίαν και ταπεινός την καρδίαν; Όταν μεν γαρ ο νους υπό των αισθήσεων ανθέλκηται, τότε μετ' αυτών την των θηρίων τροφήν έδεται ηνίκα δε αι αισθήσεις υπό του νοός ελκυσθώσι, τηνικαύτα μετ' αυτού της των Αγγέλων τροφής μεταλαμβάνουσα Τη μεν ταπεινοφροσύνη έπεται η εγκράτεια και η συστολή, η δε κενοδοξία υπηρέτης μεν εστί της πορνείας, έργον δε της υπερηφανίας.
Η ταπεινοφροσύνη δια την διηνεκή αυτής συστολήν είς την θεωρίαν απαντά, κοσμεί δε και την ψυχήν εν τη σωφροσύνη, η δε κενοδοξία βία την διηνεκή ταραχήν και φύρσιν των ενθυμήσεων αυτής εκ της απαντήσεως των πραγμάτων συνάγει θησαυρούς εναγείς και μολύνει την καρδίαν και αύτη πάλιν, τάς φύσεις των πραγμάτων ακολάστω θεωρία καθορά και τον νουν ενασχολεί εν αισχραίς φαντασίαις.
Η μέντοι ταπεινοφροσύνη δια της θεωρίας πνευματικώς συστέλλεται και κινεί τον κτησάμενον αυτήν προς δοξολογίαν.
Μη συγκρίνης τους ποιούντας τα σημεία και τέρατα και δυνάμεις εν τω κοσμώ τοις ησυχάζουσιν εν γνώσει.
Αγάπησον την αργίαν της ησυχίας υπέρ το εμπλήσαι πεινώντας εν κοσμώ και επιστρέψαι πολλά έθνη είς προσκύνησιν του Θεού κρείσσον γαρ σοι σεαυτόν λύσαι του συνδέσμου της αμαρτίας, ή ελευθερώσαι δούλους εκ δουλείας.
Βέλτιον σοι ειρηνεύσαι μετά της ψυχής σου εν ομονοία της εν σοι τριάδος, λέγω δη σώματος και ψυχής και πνεύματος, ή ειρηνεύειν τη διδαχή σου τους διεστώτας.
Γρηγόριος γαρ φησί Καλόν εστί το δια Θεόν θεολογήσαι, κρείσσον δε τού­του το καθάραι εαυτόν τίνα τω Θεώ.
Κρείσσον σοι βραδύγλωσσον είναι γνωστικώ όντι και πεπει­ραμένω, υπέρ το βρύειν εν οξύτητι του νοός σου ποταμηδόν την διδασκαλίαν.
Συμφέρει σοι μεριμνάν αναστήσαι το πεπτωκός της ψυχής σου από των παθών δια της εν τοις θείοις κινήσεως των ενθυμήσεων σου, ή το αναστήσαι τους τεθνεώτας.
Πολλοί δυνάμεις επετέλεσαν και .
νεκρούς ανέστησαν και εμόχθησαν του επιστρέψαι πεπλανημένους και εποίησαν θαύματα μεγάλα, και δια των χειρών αυτών πολλοί ωδηγήθησαν προς επίγνωσιν του Θεού.
Και μετά ταύτα αυτοί, οι άλλους ζωοποιήσαντες, πεπτώκασιν είς μιαρά πάθη και βδελυκτά, και εαυτούς εθανάτωσαν και σκάνδαλον τοις πολλοίς εγένοντο εν τη φανερωθείση υπ' αυτών πράξει.
Διότι ακμήν εν αρρωστία ήσαν ψυχής και ουκ εφρόντισαν περί της υγείας των ψυχών αυ­τών, αλλά δεδώκασιν εαυτούς είς την θάλασσαν του κόσμου τούτου του ιάσασθαι τας ψυχάς των άλλων, έτι όντες αυτοί άρ­ρωστοι, και απώλεσαν τας ψυχάς αυτών εκ της ελπίδος του Θεού, καθ' όν τρόπον έφην.
Η γαρ ασθένεια των αισθήσεων ουκ ηδύνατο συναντήσαι τη φλογί των πραγμάτων των εχόν­των συνήθειαν εξαγριούν το δυσχερές των παθών, ούτε μη αντισχείν.
Έτι γαρ εδέοντο παραφυλακής, λέγω δη του μη ιδείν γυναίκας όλως και του αναπαύεσθαι και κτήσασθαι αργύριον και πράγματα και άρχειν ετέρων και επαρθήναι κατά τίνων.
Κάλλιον υποπτευθήναί σε άγροικον, δια το μικρόν της γνώσεως σου προς αντιλογίαν, και μη από των σοφών δια την αναίδειαν.
Πτώχευσον δια την ταπείνωσιν και μη γίνου πλούσιος την αναίδειαν.
Έλεγξον τη δυνάμει των αρετών σου τους αντιδογματίζοντας σοι, και μη τη πιθανολογία των λόγων σου, και τη πραύτητι και τη γαλήνη των σων χειλέων επιστόμησον και κατασίγησον των απειθών την αναίδειαν.
Έλεγξον τους ακολάστους τη ευγενεία της αναστροφής σου και τους κατά τας αισθήσεις αναίσχυντους, τη εποχή των ομμάτων σου.
Ξένον σεαυτόν ίσθι πάσας τας ημέρας της ζωής σου, όπου αν εισέλθης, ίνα δυνηθής ρυσθήναι εκ της ζημίας της τικτομένης εκ της παρρησίας.
Εν παντί καιρώ νόμιζε σεαυτόν μηδέν ειδέναι, ίνα φυγής την μέμψιν την επιγινομένην εξ υποψίας του βούλεσθαι συνιστάνειν θατέρου την γνώμην.
Επίμεινον αεί ευλογών τω στόματι και ου μη λοιδορηθής.
Η γαρ λοιδορία, λοιδορίαν γεννά, και η ευλογία, ευλογίαν.
Εν παντί πράγματι νόμιζε σεαυτόν ενδεή είναι διδαχής και εν πάση τη ζωή σου σοφός ευρεθήση.
Μη παραδως τινι όπερ ούπω κατέλαβες, ίνα μη καταισχυνθής καθ' εαυτόν και εκ της συγκρίσεως της σης διαγωγής αποκαλυφθή σου το ψευδός Εάν δε λαλήσης τινί τι των οφειλομένων, εν τάξει μανθάνοντος λάλησον και μη μετά αυθεντίας και αναιδείας.
Και προκατάλαβε κατακρίνων σεαυτόν και δεικνύων ότι υποδεέστερος αυτού ει, ίνα δείξης τοις άκούουσι την τάξιν της ταπεινώσεως, και κίνησης αυτούς του ακούσαι των σων ρημάτων και δραμείν προς την εργασίαν, καΙ γίνη τίμιος εν οφθαλμοίς αυτών.
Ει τι δύνασαι εν τοις τοιούτοις πράγμασι μετά δακρύων λάλησον, ίνα και σαυτόν ωφελήσης και τους ακούοντας σου, και η χάρις του Θεού η μετά σου.
Ει την χάριν του Θεού κατέλαβες και κατηξιώθης εντρυφήσαι εν τη θεωρία των κριμάτων του Θεού και των ορωμένων κτισμάτων, ήτις εστί πρώτη τάξις της γνώσεως, ετοίμασον σεαυτόν και καθοπλίσθητι προς το πνεύμα της βλασφημίας.
Χωρίς δε όπλων μη στης εν τη χώρα ταύτη, ίνα μη ταχέως αποθάνης από των ενεδρευόντων και πλανώντων σε.
Έστωσαν δε σοι όπλα τα δάκρυα και η ενδελεχής νηστεία.
Και παραφυλάττου μη αναγνώναι τα δόγματα των αιρετικών.
Τού­το γαρ εστί το καθοπλίζον ως επί το πλείστον κατά σου το πνεύμα της βλασφημίας.
Όταν δε εμπλήσης σήν γαστέρα, μη αναιδευθής εξερευνήσαι τι των θείων πραγμάτων και νοημά­των, ίνα μη μεταμεληθής.
Σύνες δε ο σοι λέγω.
Εν γαστρί πεπληρωμένη γνώσις μυστηρίων Θεού ουκ εστίν.
Ανάγνωθι συνεχώς και ακορέστως εν ταίς βίβλοις των διδασκάλων περί προνοίας Θεού.
Διότι αύται καθοδηγούσι τον νουν εις το ιδείν την τάξιν των κτισμάτων του Θεού και των έργων αυτού, και ενδυμανούσιν αυτόν εξ αυτών και κατασκευάζουσιν αυτόν κεκτήσθαι νοήματα φωτολαμπή εκ της λεπτότητος αυτών και οδεύσαι ποιούσι μετά καθαρότητος προς κατανόησιν των κτισμάτων του Θεού.
Ανάγνωθι και εν τοις Ευαγγελίοις τοις διατεθειμένοις υπό του Θεού προς επίγνωσιν πάσης της οικουμένης, ίνα εφοδιασθής εκ της δυνάμεως της προνοίας αυτού της κατά πάσαν γενεάν και βυθισθή ο νους σου εις τα θαυμάσια του Θεού.
Η τοιαύτη δε ανάγνωσις συμβάλλε­ται τω σκόπω σου.
Έστω σου η ανάγνωσις εν ηρεμία από πάντων και γενού ελεύθερος από της πολλής μερίμνης του σώματος και της ταραχής των πραγμάτων, ίνα γεύσεως ηδίστης εν τη ψυχή σου γεύση δια γλυκείας κατανοήσεως, της υπεράνωθεν ούσης πάσης αισθήσεως, και αισθηθή αυτών η ψυχή εν τη διαμονή αυτής εις αυτά.
Μη έστωσαν οι λόγοι προς σε των δοκίμων, ως οι των επιπλ΄στων και απεμπολούντων τα θεία λόγια, ίνα μη μείνης εν τω σκότει μέχρι τέλους της ζωής σου και στερηθής του κέρδους αυτών και θορυβηθής εν τω καιρώ του πολεμίου ως πεφυρμένος και εις βόθρον εμπέσης τρόπω δήθεν χρηστότητος.
Τούτο το σημείον έστω σοι εν οις πράγμασι βούλει υπεισδύναι του μη εισελθείν ένδοθεν του τόπου εκείνου όταν άρξηται η χάρις ανοίξαι τους οφθαλμούς σου προς το αισθάνεσθαι της θεωρίας των πραγμάτων εν αληθεία, τότε πάραυτα άρξονται οι οφθαλμοί σου οχετηδόν δάκρυα εκχέειν, ώστε πολ­λάκις εκπλύνεσθαι και τάς παρειάς τω πλήθει αυτών, και τότε ο πόλεμος των αισθήσεων γαληνιά και ένδοθεν σου συστέλλε­ται.
Εάν τις σε διδάξη τα εναντία τούτων, μη πιστεύσης αυτώ.
Χωρίς γαρ των δακρύων μη ζητήσης έτερον σημείον φανερώτερον παρά του σώματος.
Ηνίκα δ' αν ανυψωθή ο νους από των κτισμάτων, τότε και από των δακρύων εξέρχεται το σώμα και από πάσης κινήσεως και αισθήσεως.
Όταν ευρης μέλι, «συμμέτρως φάγε εξ αυτού, ίνα μη εμπλησθείς εμέσης αυτό».
Η φύσις της ψυχής πράγμα ελαφρόν και κούφον πέφυκεν.
Ενίοτε γαρ αλλομένη επιθυμεί υπεραναβήναι και μαθείν τα υπέρ την ιδίαν φύσιν.
Πολλάκις γαρ από της αναγνώσεως των Γραφών και της θεωρίας των πρα­γμάτων καταλαμβάνει τι.
Όταν δε συγχωρηθή και συγκριθή τοις καταληφθείσιν υπ' αυτής, υποδεεστέρα και ήττων ευρίσκε­ται κατά το μέτρον της οικονομίας αυτής, ότι προς ποια η γνώσις αυτής εισήλθεν, ώστε αμφιέννυσθαι εν ταίς ενθυμήσεσιν αυτής φόβον και τρόμον, και πάλιν σπεύδειν αυτήν υποστρέψαι εις το χθαμαλόν αυτής από της δειλίας, ως αναιδευθείσαν και των υπέρ αυτήν νοερών πραγμάτων κατατολμήσασαν.
Δια γαρ το επίφοβον των πραγμάτων δειλία τις αύτη εγγίνεται, και η διάκρισις νεύει τω νοί της ψυχής του σιγήν ασκήσαι και μη αναιδευθήναι, ίνα μη απόλλυται, και μη ζητήσαι τα υπεραναβεβηκότα αυτής και μη εξερευνήσαι τα όντα αυτής υψηλότε­ρα.
Όταν ούν εξουσία σοι δοθή κατανοήσαι, κατανόησον και μη αναιδευθής κατά των μυστηρίων, αλλά προσκύνησον και δοξολόγησον και μετά σιγής ευχαρίστησον.
«Ως γαρ ουκ εστί καλόν μέλι πολύ φαγείν» ούτως ουδέ εξερευνήσαι περί των θείων λογίων, ίνα μη, θέλοντες καθοράν τα μακρύτερα πράγμα­τα, έτι μη καταλαβόντες αυτά εκ της τραχύτητας της οδού, εξα­σθενήση η οπτική δύναμις και βλάβη ενίοτε γαρ αντί της αλη­θείας φαντάσματα τινά καθοράται, και όταν αηδιάση ο νους εκ της αναζητήσεως, επιλανθάνεται του σκοπού αυτού.
Καλώς ούν έφησεν ο σοφός Σολομών ότι, «καθάπερ πόλις ατείχιστος, ούτως άνθρωπος ανυπαμύνητος».
Καθάρισαν ούν, ώ άνθρωπε, την σεαυτού ψυχήν και αποσόβησον από σου την μέριμναν των πραγμάτων των όντων έξωθεν της φύσεως σου και κρέμασον κατά των σων νοημάτων και κινημάτων καταπέτασμα σωφροσύνης και ταπεινώσεως, και δια τούτων ευρήσεις το ον έσωθεν της φύσεως σου.
Τοις γαρ ταπεινόφροσιν αποκαλύπτεται τα μυ­στήρια.
Ει βούλει δούναι την σήν ψυχήν εις το έργον της προσευχής, της καθαριζούσης τον νουν, και τη διαμονή είς την εγρήγορσιν της νυκτός, όπως κτήση διάνοιαν φωτεινήν, μάκρυ­νον σεαυτόν από της θέας του κόσμου και έκκοψον τάς συντυχίας, και μη θέλε υποδέχεσθαι εν συνηθεία φίλους είς το κελλίον σου, μηδέ εν προσχήματι χρηστότητας, αλλά μόνους τους σοι ομοτρόπους και ομογνώμονας και συμμύστας.
Και φοβού την φύρσιν της ψυχικής ομιλίας, ήτις είωθεν ακουσίως κινείσθαι.
Και μετά το κοπήναι και λυθήναι και παντελώς παυθήναι την εξωτικήν ομιλίαν, σύζευξον τη προσευχή σου την ελεημοσύνην, και όψεταί σου η ψυχή το φως της αληθείας.
Όσον γαρ γαληνιά η καρδία από των εξωτικών πραγμάτων, τοσούτον δύ­ναται ο νους δέξασθαι την εκ της κατανοήσεως των νοημάτων και των θείων πραγμάτων κατάληψιν και κατάπληξιν.
Έθος γαρ τη ψυχή ταχέως μεταλλάξαι συντυχίας εις συντυχίαν, εάν αγωνισώμεθα επιδείξασθαι μικράν επιμέλειαν.
Σχόλασον τη αναγνώσει των Γραφών, τη εμφανιζούση σοι την οδόν της λεπτότητος της θεωρίας, και τοις βίοις των αγίων, καν μη απ' αρχής επαισθάνη της γλυκύτητος δια την επισκοτίζουσαν εγγύτητα των πραγμάτων, ίνα μεταλλάξης συντυχίαν εις συντυχίαν.
Και όταν αναστής εις προσευχήν και είς τον κανόνα σου, αντί της κοσμικής μελέτης, ην είδες και ήκουσας, ευρεθήση είς την μελέτην των θείων Γραφών, ων ανέγνως, και δια ταύτης επιλανθάνη της μνήμης εκείνων, και ούτως έρχεται ο νους είς την καθαρότητα.
Και τούτο εστί το γεγραμμένον, ότι η ψυχή βοηθείται από της αναγνώσεως, όταν στη είς προσευχήν, και πάλιν εκ της προσευχής φωτίζεται είς την ανάγνωσιν.
Και αυτή πάλιν αντί της εξωτερικής φύρσεως ευρίσκεται ύλη των τρόπων της προσευχής, ώστε αύθις εκ της αναγνώσεως φωτίζεσθαι την ψυχήν είς το αόκνως και αφύρτως προσεύχεσθαι πάντοτε.
Αισχρόν εστί τους φιλοσάρκους και γαστριμάργους περί των πνευματικών πραγμάτων ερευνήσαι, ώσπερ και πόρνην περί σωφροσύνης λαλήσαι.
Σώμα μεγάλως ασθενούν, τα λιπώδη των βρωμάτων αποστρέφεται και μισάττεται, και νους κοσμικοίς πράγμασιν ενασχολούμενος, ου δύναται προσεγγίσαι τη εξερευνήσει των θείων.
Πυρ εν υγροίς ξύλοις ούχ άπτει και η θεία θερμασία εν καρδία αγαπώση την ανάπαυσιν ουκ εξάπτεται.
Η πόρνη ουκ εμμένει τη φιλία προς ένα, και η ψυχή η συνδεδεμένη πράγμασι πολλοίς ου διαμένει εν τοις θείοις διδάγμασιν.
Ώσπερ ο μη ιδών τοις οφθαλμοίς αυτού τον ήλιον ου δύναται διηγήσασθαι τινί το φως αυτού εκ μόνης ακοής ούτε μην αισθάνεται του φωτός αυτού, ούτω και ο μη γευσάμενος τη ψυχή αυτού της γλυκύτητος των πνευματικών έργων.
Εάν έχης τι περισσότερον της ημερινής χρείας, διάδος αυτό πτωχοίς, και δεύρο μετά παρρησίας πρόσφερε τάς προσευχάς σου τουτέστι λάλησον μετά του Θεού, ως υιός μετά πατρός.
Ουδέν ούτω προσεγγίσαι τω Θεώ την καρδίαν δύναται, ώσπερ η ελεημοσύνη, και ουδέν ούτω γαλήνην εμποιεί τω νω, ως η εκούσιος πτώχεια.
Κρείσσόν σοι εστί καλείσθαι παρά των πολλών ιδιώτην δια την απλότητα, και μη σοφόν και τέλειον τον νουν δια την δόξαν.
Εάν τις ίππω επιβεβηκώς εκτείνη την χείρα προς σε του λαβείν ελεημοσύνην, μη αποστρέψης αυτόν, διότι πάντως εν τω καιρώ εκείνω επιδεής ην, ως εις των πτωχών.
Όταν δε δως, μετά μεγαλοψυχίας δίδου και ιλαρότητος προσώπου, και πλείον ου εζήτησε πάρεχε αυτώ.
«Απόστειλον», γαρ φησί, «τον ψωμόν σου κατά πρόσω­πον του πένητος, και μετ'ού πολύν καιρόν ευρήσεις την αντίδοσιν».
Μη διαχωρίσης πλούσιον από πένητος, και μη θέλε μαθείν τον άξιον εκ του αναξίου, αλλ' έστωσαν προς σε πάντες άνθρωποι εις το αγαθόν ίσοι.
Τούτω γαρ τω τρόπω και τους αναξίους δυνήση ελκύσαι εις το αγαθόν διότι ταχέως έλκεται η ψυχή από των σωματικών είς τον φόβον του Θεού.
Ο δε Κύ­ριος τελώναις και πόρναις εκοινώνει εν τραπέζαις και ουκ εχώριζε τους αναξίους, ίνα τω τρόπω τούτω ελκύση πάντας είς τον φόβον αυτού και δια των σωματικών προσεγγίσωσι τοις πνευματικοίς.
Τούτου χάριν τω αγαθώ και τη τιμή πάντας ανθρώπους ίσωσον, καν Ιουδαίος γένηται ή άπιστος ή φονευτής και μάλιστα ότι αδελφός σου εστί και εκ της φύσεως σου και άνευ γνώσεως επλανήθη από της αληθείας.
Όταν δε ποιήσης τινί αγαθόν, μη εκδέχου παρ' αυτού την αμοιβήν και υπέρ αμφοτέρων των πραγμάτων αμειφθήση παρά του Θεού.
Εάν δε η σοι δυνατόν, μηδέ δια την μέλλουσαν αμοιβήν το αγαθόν ποίει.
Εάν βάλης τη ψυχή σου τον όρον της πτώχειας και δια της χάριτος του Θεού ελευθερωθής από των μερίμνων και υπεράνω του κόσμου γένη εν τη ση πτωχεία, βλέπε μη δια φιλοπτωχείαν αγαπήσης την κτήσιν, ίνα δήθεν ποίησης ελεημοσύνην, και βάλης την ψυχήν σου είς τάραχον του λαβείν από τίνος και δούναι ετέρω, και αφανίσης την τιμήν σου τη υποταγή της αιτήσεως της παρά ανθρώπων και εκπέσης από της ελευθερίας και ευγενείας της διανοίας σου εν τη μερίμνη των βιωτικών.
Διότι η βαθμίς σου υψηλοτέρα εστί της βαθμίδος των ελεημόνων.
Μη, δέομαι σου, μη υπο­ταγής.
Η ελεημοσύνη ομοία εστί τη παιδοτροφία, η δε ησυχία ακρότης εστί της τελειώσεως.
Ει έχεις κτήσεις, εφάπαξ ταύτας διασκόρπισον, εί δε ουκ έχεις, μη θέλε έχειν.
Καθάρισον σου το κελλίον από της τροφής και των περισσευμάτων, διότι τούτο σε υπάγει προς την εγκράτειαν άκοντα και μη βουλόμενον.
Η γαρ σπάνις των πραγμάτων διδάσκει τον άνθρωπον την εγκράτειαν επεί, όταν άδειαν λάβωμεν των πραγμάτων, ου δυνάμεθα κατέχειν εαυτούς.
Οί τον έξωτικόν πόλεμον νικήσαντες, εθάρρησαν από του ενδοτάτου φόβου και ουδέν άναγκαστικώς κατεπείγει αυ­τούς, και ου σαίνονται εν τω πολεμώ, ούτε απ' έμπροσθεν ούτε εξόπισθεν.
Πόλεμον δε λέγω τον εξεγειρόμενον κατά της ψυχής υπό των αισθήσεων και της αμελείας, οίον, του δούναι και λα­βείν της ακοής και της γλώσσης, άτινα επαγόμενα τη ψυχή τύφωσιν εμποιεί αυτή, και εκ της επαγωγής της ταραχής της έξωθεν ου δύναται προσέχειν εαυτή εν τω λεληθότι πολεμώ τω κινουμένω κατ' αυτής και δια της γαλήνης νικήσαι τους ένδοθεν κινούμενους.
Όταν γαρ τις κλείση της πόλεως τάς θύρας, τουτέστι τάς αισθήσεις, τότε έσωθεν πολεμεί και τους έξωθεν της πόλεως ενεδρεύοντας ου πτοείται.
Μακάριος ο γινώσκων ταύτα και μένων εν τη ησυχία και μή θορυβούμενος εν τω πλήθει των έργων αυτού, αλλά πάσας τάς σωματικάς πράξεις μεταστρέψας εις τον κόπον της προσευχής και πιστεύσας ότι, όσον μετά του Θεού εργάζεται και έχει την μέριμναν εις αυτόν νυκτός και ημέρας, ου μη λείψη αυτώ τι των προς την αναγκαίαν χρείαν καθότι δι' αυτόν απέχεται του περισπασμού και του έργου.
Εάν δε τις μη υπομείνη εν τη ησυχία άνευ του εργόχειρου, εργαζέσθω, χρώμενος μεν αυτώ ως βοηθώ, μη πλεονεκτών δε δια το κέρδος.
Και τούτο μεν τοις ασθενέσι τέθειται, τοις δε τελειοτέροις ταραχώδες πέφυκε.
Τοις γαρ πτωχοίς και ραθύμοις οι Πατέρες το εργάζεσθαι εξέθεντο, και ούχ ως πράγμα επάναγκες.
Εν τω καιρώ, εν ω ο Θεός κατανύσσει την καρδίαν σου έσωθεν, δίδου σεαυτόν αδιαλείπτως μετανοίαις και γονυκλισίαις, και μη εάσης την καρδίαν σου μεριμνήσαι τίνος, εν τω άρξασθαι τους δαίμονας πείθειν σε εν άλλοις ασχολείσθαι, και τότε ίδε και θαύμασον, τί σοι μέλλει εκ τούτου τίκτεσθαι.
Ου­δέν έτερον των πραγμάτων μείζον εν τοις ασκητικοίς αγώσι και επιπονώτερον, ως τοις δαίμοσιν επίφθονον, του ρίψαι τινά εαυτόν έμπροσθεν του σταυρού του Χριστού και δέεσθαι νυκτός και ημέρας και γενέσθαι δεδεμένον είς τουπίσω τάς χείρας.
Βούλει μη ψυχρανθήναι σου την θέρμην και μη πτωχεύσαι από των δακρύων; Εν τούτοις διοίκησον σεαυτόν και μακάριος ει, ω άνθρωπε, εάν φροντίσης των λεγομένων σοι νυκτός και ημέρας και μηδέν έτερον αυτών ζήτησης.
Τότε γαρ ανατελεί σοι το φως ένδοθεν και η δικαιοσύνη σου ταχέως επιλάμψει και γενήση ως παράδεισος ηνθισμένος και ως πηγή ύδατος άνελλιπους.
Βλέπε οποία αγαθά τίκτεται τω ανθρώπω εκ του αγώνος.
Πολλάκς ευρίσκεται ο άνθρωπος κεκυφώς έπι γόνασιν έν προσευχαίς και τάς χείρας τεταμένας έχων είς ουρανούς και ατενίζων τω προσώπω είς τον σταυρόν του Χριστού και συνάγων πάσας τάς ενθυμήσεις αυτού προς τον Θεόν τη προσευχή, και εν όσω άνθρωπος δέεται του Θεού μετά δακρύων και κα­τανύξεως, εν αυτή τη ώρα ευθέως εξαίφνης κινείται εν τη καρδία αυτού πηγή βρύουσα ηδονήν και διαλύονται τα μέλη αυτού και συγκαλύπτονται αυτού οί οφθαλμοί και νεύει μεν το πρόσωπον αυτού είς την γήν, αί δε ενθυμήσεις αυτού εναλλάσσονται, ώστε μη δύνασθαι ποιήσαι μετανοίας εξ εναντίας της χα­ράς, της κινούμενης εν όλω τω σώματι αυτού.
Πρόσεχε ούν, άνθρωπε, οίς αναγινώσκεις.
Εάν γαρ μη αγωνίση, ου μη εύρης, και εάν μη κρούσης μετά θερμότητας και επαγρυπνήσης τη θύρα διηνεκώς, ου μη εισακουσθής.
Τίς ακούων ταύτα επιθυμήσει της εξωτικής δικαιοσύνης, ή ο μη δυνάμενος υπομείναι εν τη ησυχία; Άλλ' όμως, εάν τις μη δυνηθή ταύτην εξασκήσαι (διότι χάρις του Θεού εστί το είναι τον άνθρωπον έσωθεν της θύρας), μη εγκαταλειφθή της ετέρας οδού, ίνα μη άμοιρος γένηται των δύο οδών της ζωής.
Έως αν αποθάνη ο έξω άνθρωπος από πάντων των πραγμάτων του κόσμου, ου μόνον από της αμαρτίας, αλλά και από πάσης σωματικής εργασίας, ομοίως και ό έσω άνθρω­πος από των πονηρών διανοιών και εξασθένηση ή φυσική κίνησις του σώματος, του μη κινήσαι εν τη καρδία την γλυκύτητα της αμαρτίας, η γλυκύτης του Πνεύματος του Θεού ου μη κινηθή εν τω ανθρώπω και τα μέλη αυτού ου μη αγνισθή εν τη ζωή αυ­τού και τα θεία νοήματα εν τη ψυχή αυτού ου μη εισέλθη, ούδ' ου μη αισθηνθή, ούδ' ου μη θεαθή.
Και έως αν κατάργηση από της καρδίας αυτού την μέριμναν των βιωτικών, χωρίς της αναγκαίας χρείας της φύσεως, και εάση τον Θεόν φροντίσαι τούτων, η πνευματική μέθη εν αύτω ου μη κινηθή και της παραπληξίας εκείνης, υφ' ης ο Απόστολος παρεκαλείτο, ου μη αισθηθή.
Ταύτα δε είπον, ουκ εκκόπτων την ελπίδα ως ότι, εάν μη τις φθάση την ακρότητα της τελειότητος, ου μη καταξιωθή της χάριτος του Θεού, ουδέ μη υπαντήση αυτώ παράκλησις.
Εν αληθεία γαρ όταν εκφαυλίση τις τα άτοπα και μακρυνθή απ' αυτών τελείως και προσδράμη τοις αγαθοίς, εν ολίγω καιρώ αισθάνεται της βοηθείας.
Εάν δε και επαγωνίσηται μικρόν, ευρήσει παράκλησιν τη ψυχή αυτού και τεύζεται της των πταισμάτων αφέσεως και καταξιωθήσεται της χάριτος και δέξεται πλήθος αγαθών.
Όμως ήττων εστίν ούτος εν συγκρίσει προς την τελειότητα του αφορίσαντος εαυτόν εκ του κόσμου και ευρηκότος εν τη ψυχή αυτού το μυστήριον της εκείθεν μακαριότητος και καταλαβόντος εκείνο το πράγμα, δι' ο επεδήμησεν ο Χριστός.
Αυτώ η δόξα συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΚΔ΄:

ΠΕΡΙ ΣΗΜΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Η αγάπη του Θεού θερμή εστί τη φύσει, και όταν αμέτρως επιπέση τινί, ποιεί εκείνην την ψυχήν εκστατικήν.
Δια τούτο ου δύναται η καρδία του αισθηθέντος αυτής χωρήσαι αυτήν και καρτερήσαι, αλλά κατά το μέτρον της ποσότητος της επελθούσης αυτώ αγάπης οράται εν αυτώ αλλοίωσις ασυνήθης.
Και ταύτα τα σημεία αυτής τα αίσθητά γίνεται το πρόσωπον του ανθρώπου πυρρόν, περιχαρές, και το σώμα αυ­τού θερμαίνεται.
Αφίσταται απ' αυτού ο φόβος και η αιδώς, καιγίνεται ως εκστατικός.
Και η δύναμις η συνάγουσα τον νουν φεύγει εξ αυτού, και ως έκφρων γίνεται.
Τον φοβερον θάνατον ηγείται χαράν, και ουδέποτε η θεωρία του νοός αυτού διακοπήν τίνα παρέχει εκ της των ουρανίων διανοήσεως και απών, ως παρών ομιλεί, μη ορώμενος υπό τίνος.
Η γνώσις και η όρασις αυτού παρέρχεται η φυσική και ουκ αισθάνεται αισθητώς της κινήσεως αυτού, ης εν τοις πράγμασι κινείται.
Καν γαρ πράττη τι, ου τελείως αυτού αισθάνεται, ως τον νουν έχων εν τη θεωρία μετέωρον, και η διανοία αυτόν αεί ως μετά άλλου αδολεσχεί.
Ταύτην την πνευματικήν μέθην εμεθύσθησαν ποτέ οι Απόστολοι και οι Μάρτυρες.
Και οι μεν όλον τον κόσμον διήλθον κοπιώντες και ονειδιζόμενοι, οι δε, τα μέλη κατακοπτόμενοι, εξέχεαν τα αίματα αυτών ώσει ύδωρ, και τα δεινότατα πάσχοντες ουκ ωλιγώρησαν, αλλά γενναίως υπήνεγκαν, και όντες σοφοί, ως άφρονες ενομίσθησαν.
Και άλλοι εν ερημίαις επλανήθησαν και όρεσι και εν σπηλαίοις και ταίς οπαίς της γης, εν αταξίαις, εύτακτοι όντες.
Ταύτην την άνοιαν αξιώσαι ημάς ο Θεός φθάσαι.
== ΛΟΓΟΣ ΔΙΣ ΚΔ'

=== ΠΕΡΙ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ Πρό του εισελθείν είς την πόλιν της ταπεινώσεως, εάν ίδης σαυτόν, ότι ανεπαύθης εκ της οχλήσεως των παθών, μη πιστεύσης σεαυτώ ενέδραν γαρ τίνα ενεδρεύει σοι ο εχθρός.
Αλλ' εκδέχον μετά την ανάπαυσιν πολλήν όχλησιν και ταραχήν.
Ει μη γαρ διέλθης τα καταλύματα των αρετών, ουκ άπαντες ανάπαυσιν εκ του μόχθου σου, ουδέ εκ των επιβουλών άνεσιν έξεις, έως αν φθάσης το κατάλυμα της αγίας ταπεινώσε­ως.
Ο Θεός, τη ση χάριτι αξίωσον ημάς αυτό φθάσαι.
Αμήν.

ΛΟΓΟΣ ΚΕ':

ΠΕΡΙ ΥΠΟΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ Η ΑΝΤΙΛΗΨΙΣ ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΝ ΑΥΤΗ

Όσον καταφρονήσει ο άνθρωπος τούτου τον κόσμου και σπουδάσει εις τον φόβον του Θεού, τοσούτον προσεγγίζει αυτώ θεία πρόνοια και της αντιλήψεως αυτής κρυπτώς αισθάνεται και δίδονται αυτώ λογισμοί καθαροί εις το συνιέναι αυτήν.
Και εάν τις εκουσίως στερηθή των κοσμικών αγαθών, καθ' όσον στερείται εξ αυτών, κατά τοσούτον το έλεος του Θεού ακολουθεί και βαστάζει αυτόν η φιλανθρωπία του Θεού.
Δόξα τω εν τοις δεξιοίς και αριστεροίς σώζοντι ημάς και εν πάσι τούτοις παρέχοντι αφορμήν εις την εύρεσιν της ζωής ημών.
Των γαρ εκ του θελήματος αυτών εξασθενούντων κτήσασθαι την ζωήν αυτών εν λύπαις ακουσίοις προσβιβάζει τάς ψυχάς αυτών προς την αρετήν.
Και γαρ ο Λάζαρος εκείνος ο πτωχός ουκ ην εκ του θελήματος αυτού στερούμενος των αγαθών του κόσμου τούτου, αλλά και το σώμα αυτού πεπληγμένον ην τοις τραύμασι και δύο πάθη πικρά ήσαν εν αύτω, ώνπερ έκαστον χείρον του άλλου ην, όμως εν τοις κόλποις του Αβραάμ ετιμήθη εσχάτως.
Ο Θεός εγγύς εστί της λυπηράς καρδίας του εν θλίψει βοώντος προς αυτόν.
Και εάν εις τα σωματικά ποτέ υστέρηση ή άλλως θλίψη, έως αν υπομένωμεν αυτά εις αντίληψιν ημών ποιείται, ώσπερ ιατρός εν βαρύτατη νοσώ χειρουργών την υγείαν πραγματεύεται, αλλ' όμως κατά ψυχήν μεγάλως φιλανθρωπεύεται εις αυτόν ο Κύριος προς την σκληρότητα των πόνων της λύπης αυτού.
Ότε ούν η επιθυμία του πόθου του Χριστού ούχ ούτως εκνικά εν σοι, ώστε είναι σε απαθή εν πάση θλίψει σου, δια την εν αυτώ χαράν, γνώθι ότι ο κόσμος ζη εν σοι πλέον του Χριστού.
Και ότε η αρρωστία και η ένδεια, ή ο αφανισμός του σώματος ή ο φόβος των βλαπτόντων αυτό ταράσσει την διάνοιαν σου εκ της χαράς της ελπίδος σου και εκ της κατά Κύριον, γνώθι ότι το σώμα ζη εν σοι και ούχ ο Χριστός.
Και απλώς ειπείν, ούπερ γαρ ο πόθος ισχύει και κατακρατεί εν σοι, εκείνο εστί το ζών εν σοι.
Εάν δε γένη ανελλιπώς έχων τάς χρείας σου και έχης ερρώμενον και μη έχης φόβον εκ των εναντίων και λέγης ότι δύνη τότε καθαρώς οδεύσαι προς Χριστόν, γνώθι ότι αρρωστείς κατά διανοίαν και υστερείς της γεύσεως της δόξης του Θεού.
Ούχ ότι δε τοιούτος εί, κρίνω σε, αλλά μάλλον, ίνα γνώς πόσον υστερείς της τελειότητας, εί και εν μέρει τινι της πολιτείας των αγίων Πατέρων των προ ημών εί.
Και μη είπης, ότι ουχ ευρέθη άνθρωπος, ούτινος τελείως η διανοία αυτού υψώθη εκ της ασθενείας.
Όταν το σώμα ναυαγή εν πειρασμοίς και θλίψεσι και εκνικά το μέρος του πόθου του Χριστού την λύπην της διανοίας.
Σιωπήσω του ενέγκαι είς μνήμην τους αγίους μάρτυρας, μήπως ου δυνήσομαι στήναι ενώπιον του βάθους των παθών αυτών, και όσον ενίκησε το μέρος της υπομονής, το εκ της δυνάμεως της αγάπης του Χριστού την πολλήν θλίψιν και τον πόθον του σώματος.
Αλλά δια το είναι ταύτα, και μόνη τη μνήμη αυτών, θλιβερά τη ανθρωπίνη φύσει, ότι ταράσσουσιν εν τη μεγαλωσύνη του πράγματος και εν τη θαυμαστή θεωρία αυτών, εάσωμεν ταύτα.
Σκοπήσωμεν δε τους αθεούς φιλοσόφους λεγόμενους.
Είς γαρ εξ αυτών έθηκε νόμον εν τη διανοία αυτού φυλάξαι την σιωπήν ολίγους χρόνους, και ο βασιλεύς των Ρωμαίων εθαύμασεν εκ της ακοής του πράγματος και ηθέλησε λαβείν την πείραν αυτού.
Εκέλευσεν ούν αχθήναι αυτόν έμπροσθεν αυτού, και ως είδεν αυτόν σιωπώντα προς πασαν ερώτησιν παντελώς, ην ηρώτησεν αυτόν, και μη αποκρινόμενον, εθυμώθη ο βασι­λεύς και εκέλευσεν αυτόν τεθνάναι, ότι ουκ ηδέσθη τον θρόνον και τον στέφανον γης δόξης αυτού.
Εκείνος δε ουκ εφοβήθη, αλλά τον ίδιον αυτού νόμον εφύλαξε και παρεσκεύασεν εαυτόν εν ησυχία προς τον θάνατον.
Ο δε βασιλεύς ενετείλατο τοις σπεκουλάτορσιν, ότι, εάν φοβηθή το ξίφος και λύση τον νόμον αυτού, αποκτείνατε αυτόν, εί δε τω ιδίω εμμένει θελήματι, στρέψατε αυτόν προς με ζώντα.
Ότε ούν ήγγισεν είς τον τόπον τον ωρισμένον και οι επιτραπέντες θλίβοντες ηνάγκαζον αυτόν, ίνα λύση τον εαυτού νόμον και μη αποθάνη, αυτός διελογίσατο, ότι κρείσσον μοι αποθανείν εν μιά ώρα και το ίδιον μου φυλά­ξαι θέλημα, δι' όπερ τοσούτον ηγωνισάμην χρόνον, ή νικηθήναι εκ του φόβου του θανάτου και την σοφίαν μου καθυβρίσαι και όκνον οφλήσαι του εξ ανάγκης μοι απαντήσαντος πράγματος.
Και ήπλωσεν εαυτόν αταράχως εκτιμηθήναι υπό του ξίφους.
Εμηνύθη ουν ταύτα τω βασιλεί, και θαυμάσας απέλυσεν αυτόν μετ'αιδούς.
Άλλοι δε την φυσικήν επιθυμίαν τέλεον καταπάτησαν.
Έτεροι τάς λοιδορίας ράον εβάστασαν, και άλλοι εν αρρωστίαις δειναίς εκαρτέρησαν αθλίπτως, και άλλοι εν θλίψεσι και συμφοραίς μεγάλαις την υπομονήν αυτών επεδείξαντο.
Και ει ούτοι δια κενήν δόξαν και ελπίδα ταύτα υπέμειναν, πόσω μάλλον οι μοναχοί υπομείναι οφείλομεν, κληθέντες προς κοινωνίαν Θεού, ης αξιωθείημεν ευχαίς της υπεραγίας δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, και πάντων των εν ιδρώτι του αγώνος αυτών αρεσάντων τω Χριστώ.

Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω συνάρχω αυτού Πατρί και τω συναϊδίω και ομοφυεί και ζωαρχικώ Πνεύματι, νυν τε και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.